28.4 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Οι «Βάκχες» από τον Θάνο Παπακωνσταντίνου. Ενδιαφέρουσα πρόταση που προβληματίζει και συγκινεί με άρτιο εικαστικό, μουσικό αποτέλεσμα

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Οι Βάκχες του Ευριπίδη είναι ένα έργο που εξιστορεί την έλευση του Διονύσου στη Θήβα. Ο Ευριπίδης το συνέθεσε κατά τα χρόνια της παραμονής του στη Μακεδονία, όπου ήρθε σε επαφή με τη διονυσιακή λατρεία.

Όταν ο θεός Διόνυσος φτάνει στη Θήβα, ο βασιλιάς Πενθέας αρνείται να δει τον πρώτο του εξάδελφο, ως Θεό και διά της εξουσίας του καθιστά παράνομη τη διάδοση της νέας θρησκείας. Η άρνησή του εγείρει τη μήνι του θεού ο οποίος, σε μια τραγική αντιστροφή διώκτη και διωκόμενου, οδηγεί τον Πενθέα στον αφανισμό από την ίδια του τη μητέρα.

Το έργο χαρακτηρίζεται από αυστηρή συνοχή στη μορφή αλλά και από τεράστια εσωτερική δύναμη, και ταυτόχρονα φανερώνει το ενδιαφέρον του ποιητή για τον μυστικισμό και την έκσταση. Βασικά δραματικά θέματα της τραγωδίας είναι οι δυνατότητες της ψυχής, η ανθρώπινη αρετή, η αυτοσυνείδηση, η σύνεση και η πλάνη, το λογικό και το άλογο στοιχείο, που εμφανίζονται μέσα από την αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον θεό, που είναι η βασική αρχή του δράματος.

Ο θεός Διόνυσος είναι ο θεός της απόλαυσης, της αυτοδιάθεσης και της ετερότητας. Αυτό ήταν το πρίσμα του σκηνοθέτη, θέλοντας να μιλήσει για την καταπιεσμένη διαφορετικότητα, που δικαιωματικά διεκδικεί τον χώρο της.

Η παρουσία του Διονύσου (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης) με σμόκιν και ψηλοτάκουνα παπούτσια από την αρχή στη σκηνή, πριν ξεκινήσει το έργο, «παίζει» με τους θεατές, ξαπλώνει στην ορχήστρα, κυκλοφορεί στη σκηνή με μια λάγνα παρουσία, δυναμική, αλλά και παιγνιώδη ώστε να δείξει εξαρχής την πρόθεση του σκηνοθέτη και της παράστασης.
Ο καταπιεσμένος σεξουαλισμός, η μη αποδοχή της φύσης του άλλου, δεν μπορεί παρά να

επιφέρει έντονες αντιδράσεις και καταστροφές ατομικές και κοινωνικές.

Ο Διόνυσος κηρύττει την έναρξη της παράστασης καλώντας στην ορχήστρα τους μουσικούς, άνδρες γυναίκες, που έρχονται ντυμένοι με μανδύες. Το ύφος του είναι ανάλαφρο. Είναι ώρα να κρύψει το πρόσωπό του ώστε να φαίνεται πια άνθρωπος και όχι θεός. Προσκυνά τον τάφο της Σεμέλης, της μητέρας του, αδελφής της Αγαύης και κόρης του Κάδμου και χαίρεται που ο Κάδμος της έχει αποδώσει τιμή με το μνήμα που της έχει εξασφαλίσει.

Λικνίζει το σώμα του, θριαμβολογεί , που έχει λατρευτεί παντού μέχρι τώρα και ανακοινώνει ότι ήρθε να φέρει την καινούργια θρησκεία στην Ελλάδα και αρχίζει από τη γη των Θηβαίων.

Με νεύμα του δίνει στην ορχήστρα την άδεια να παίξει, ενώ λέει ότι αυτή η πόλη θέλει δεν θέλει θα γίνει κοινωνός της μανίας του.

Βάφει τα χέρια του και μετά όλο το πρόσωπό του και σώμα του με τα χρώματα της σημαίας των ΛΟΑΤ ή σημαία του ουράνιου τόξου. Σημαία υπερηφάνειας και σεβασμού στη διαφορετικότητα. Και ο Χορός, αλλά και όλη η παράσταση ντύνεται τα έξι διαφορετικά χρώματα: κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλε και μωβ, ύμνος στην ελευθερία του έρωτα, στη διεκδίκηση της ευτυχίας μέσα από τη βακχική λατρεία και την έκφρασή της στη φύση.

Ο Διόνυσος θα δείξει τη δύναμή του και μετά θα φύγει. Ο Πενθέας (Αργύρης Πανταζάρας) εγγονός του Κάδμου δεν αποδέχεται αυτή τη λατρεία, ενώ ο Χορός δοξολογεί τον Διόνυσο «Ευοί ευάν!» Μακάριοι αυτοί, που λατρεύουν τον Διόνυσο στα βουνά.

Η μουσική του Δημήτρη Σκύλλα προσαρμόζεται στην περίπτωση εδώ επική θριαμβολογεί, ήχοι καμπάνας συνθέτουν ένα λατρευτικό τραγούδι. Βρίσκονται όλοι σε μια ένθεη μανία. Κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει εδώ. «Υμνήστε, βαθιά τα τύμπανα βροντήξτε!». Ο Χορός των μαινάδων εξυμνά τον θεό με τα χρώματα των ΛΟΑΤ.

Ο Τειρεσίας (Μαριάννα Δημητρίου) με τη γυναικεία του φύση δοξάζει και αυτός τον Διόνυσο και ο Κάδμος τον ακολουθεί. «Μόνο εμείς έχουμε τον νου μας, όλοι οι άλλοι τον χάσανε». Ο Τειρεσίας δηλώνει ότι δεν φοβάται το γήρας και θα συμμετέχει στον Χορό. Ο Πενθέας τον εγκαλεί, ενώ γύρω του χορεύουν οι μαινάδες και οι σκιές τους με τον φωτισμό πολλαπλασιάζονται στο πίσω μέρος της σκηνής.

Ο Πενθέας ντυμένος στα μαύρα σαν εκτελεστικό όργανο, σαν ταγματασφαλίτης δηλώνει ότι αν βρει αυτόν που παρέσυρε τόσους ανθρώπους σε αυτή την ελευθεριότητα «θα του κόψει τον τράχηλο», ενώ παρακαλεί τον πατέρα της μητέρας του, τον Κάδμο (Θέμης Πάνου) να πετάξει τον θύρσο, που κρατά ακολουθώντας αυτόν τον νέο θεό. Ο Χορός προσπαθεί να τον επαναφέρει, μιλώντας του για τη χαρά, που προσφέρει ο γιος της Σεμέλης. «Πενθέα άκου με! Μην επαίρεσαι!». Εκείνος έξαλλος, δεν ακούει, παρά διατάζει να βρουν «τον γυναικωτό ξένο που ξεσηκώνει τις γυναίκες να δικαστεί, να λιθοβολιστεί και να πεθάνει.

Ο Διόνυσος μαζί με τις Βάκχες ψέλνουν. Η μουσική έχει εμφανή εκκλησιαστικά σημεία. Ο Διόνυσος απειλεί τον Πενθέα, τον προειδοποιεί «Το όνομά σου έχει πένθος».

Ο Χορός έχει καταπληκτική κίνηση, συντονισμό και συνεργασία, για το οποίο φρόντισε η Νάντη Γώγουλου. Από τα βάθη της γης ακούγεται η φωνή του Διονύσου. «Πιστέψτε!». Ο Διόνυσος ξέφυγε από τη φυλακή του Πενθέα, οποίος τον είχε ρίξει σε σκοτεινό πηγάδι.

Οι Αγγελιαφόροι (Γιάννης Κόραβος, Διονύσης Πιφέας, Φώτης Στρατηγός) με ηδονιστικό τρόπο περιγράφουν τα όσα έκαναν οι Βάκχες στον Κιθαιρώνα. Μιλούν πως οι γυναίκες σε έκσταση σκοτώνουν τις δαμάλες και τους ταύρους, ξεσκίζοντας τις σάρκες τους. Μια φωτιά έπεσε πάνω στα κεφάλια, τους, όμως αυτή δεν τις έκαιγε. Πολλά τα κοινά θρησκευτικά σημεία. Ο Χορός διατρανώνει ότι « κανενός θεού χαμηλότερος δεν είναι ο Διόνυσος».

Εξαίρετος ο Αργύρης Πανταζάρας, ως Πενθέας, ταραγμένος και ηττημένος που ο κρατούμενός του δραπέτευσε. Μαγεύεται ωστόσο από τον Διόνυσο και θέλει να πάει να παρακολουθήσει από κοντά τις βακχικές τελετές. Έχει μια αναστολή στο να φορέσει γυναικείο ρούχο, αλλά τελικά ο Διόνυσος τον πείθει να φορέσει το πέπλο για να μην τον δουν άνδρα και τον σκοτώσουν. Σαν μεθυσμένος τον ρωτά «τι στόλισμα λες να κάνω; Δεν μπορώ να ντυθώ γυναίκα».

Αυτή η ερώτηση κρύβει μια ομοφοβία, που δικαιολογεί την αποστροφή και εχθρότητα για τον Διόνυσο, αλλά ίσως και τη μη αποδοχή της δικής του φύσης. Ο Διόνυσος τον κοροϊδεύει «εγώ με κάθε τρόπο θα σου παρασταθώ.» Τον τύλιξε στο δίχτυ του. Τυμπανοκρουσίες, στη σκηνή, η σημαία των ΛΟΑΤ πέφτει σαν τη λεπίδα της λαιμητόμου. Η ομοφυλοφιλία δεν είναι κατάρα, δεν είναι διαστροφή, είναι φυσική ροπή.

Όταν αρνείται τη φύση του κάποιος δεν μπορεί παρά να διαμελίζει τον εαυτό του, να κατακρεουργεί την ψυχή του, ό,τι συμβολικά συνέβη από τα χέρια της Αγαύης, μητέρας του Πενθέα στο άμοιρο σώμα του. Έτσι θα δει τη δύναμη του γλυκού αυτού θεού. Εκείνος θα τον περιφέρει αρσενικοθήλυκο μέσα στην πόλη, εξευτελίζοντάς τον. Τον ξεντύνουν τελετουργικά, τον «μεταμφιέζουν» και εκείνος αναρωτιέται αν φαίνεται τίποτα, που φορά λευκό φόρεμα. Ωραία η κίνηση του σαγηνευμένου Πενθέα.

«Μέγας είσαι και μεγάλα θα είναι τα πάθη σου». Οι Βάκχες έχουν επισημάνει την ψεύτικη γυναίκα και αρχίζει ο χορός της επίθεσης. «Σφάξτε τον άθεο, τον άδικο γόνο!». Αμέσως γίνεται συσχέτιση με τους άδικα χτυπημένους και σκοτωμένους εκείνους «παρίες». Η σκηνοθεσία είναι πολυσημική. Το μένος τους είναι ασυγκράτητο. Οι τρεις Αγγελιαφόροι ανακοινώνουν τον θάνατο του Πενθέα. Η περιγραφή είναι γλαφυρή. Ο Πενθέας παρακαλεί  τη μητέρα του να μην τον σκοτώσει, αλλά εκείνη μέσα στην ένθεη παραζάλη της τον σφάζει και οι Βάκχες τον διαμελίζουν.

Η μουσική του Δημήτρη Σκύλλα εκπληκτική σε όλες τις φάσεις. Εδώ παραπέμπει στο Μπολερό του Ραβέλ με τα χέρια των Βακχών να υψώνονται με έκσταση, γύρω από το θυσιασμένο κορμί του Πενθέα.

Η Αγαύη θριαμβολογεί ότι έφερε «νεαρό κλαδί απ’ όπου στάζει ακόμα η δροσιά, κυνήγι ευλογημένο, τρυφερό, μικρό λιονταράκι». Οι τρομπέτες θριαμβολογούν. Σηκώνει και δείχνει το κεφάλι του ζώου, που όμως είναι το κεφάλι του παιδιού της. Ο φανατισμός και ο κόκκινος σταυρός πάνω στο λευκό ύφασμα παραπέμπει στις Σταυροφορίες, στον φανατισμό οποιαδήποτε θρησκείας, φιλοσοφίας, δόγματος. Οι στριγκλιές και οι φωνές είναι γεμάτες μίσος.

Ο Κάδμος (Θέμης Πάνου) καταρρακωμένος μαζεύει και φέρνει ένα ένα τα διαμελισμένα μέλη του εγγονού του.

Οι Βάκχες ανταποκρίνονται με ψαλμό, ενώ αποχωρούν και μαζί τους και οι μουσικοί (Θοδωρής Βαζάκας, Μαρία Δελή, Αλέξανδρος Ιωάννου). Η Αγαύη περηφανεύεται ότι είναι η καλύτερη από τις κόρες του Κάδμου και επιδεικνύει το κυνήγι της, ενώ καταγγέλλει πόσο δύστροπο κάνουν τα γηρατειά τον άνθρωπο και εύχεται ο γιος της να κάνει ένα ανάλογο με το δικό της κυνήγι.

Όταν πια ο Κάδμος την κάνει να δει τι ακριβώς έχει κάνει, θεωρεί ότι ο Πενθέας δεν συμμερίστηκε την αξία του θεού και εκείνος τον τιμώρησε. Αν υπάρχει κάποιος που περιφρονεί τα θεία, ας δει αυτόν τον θάνατο και να πιστέψει.

Ο θρήνος της Αγαύης (Αλεξία Καλτσίκη) είναι ασύλληπτος. Ο πρότερος θρίαμβος, η πρότερη μανία έχει φτάσει στην εσχατιά της, στην απόλυτη απόγνωση. Η ηθοποιός σε όλες τις σκηνικές απαιτήσεις απαντά με αρτιότητα.
Μέσα από τον φόνο αυτόν ο Διόνυσος δίδαξε τους ανθρώπους. Η Αγαύη και οι αδελφές της θα εξιλεωθούν για τον φόνο που διέπραξαν. Η Αγαύη κοιτάζει με θυμό τους ανθρώπους και απομακρύνεται από τον Κιθαιρώνα.

Πρόκειται για μια παράσταση με χρώματα, με ωραία κίνηση, με εξαιρετικές ερμηνείες του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη (Διόνυσος), της Μαριάννας Δημητρίου (Τειρεσίας), της Αλεξίας Καλτσίκη (Αγαύη), του Θέμη Πάνου (Κάδμος) και του Αργύρη Πανταζάρα (Πενθέας).

Οι Αγγελιαφόροι Γιάννης Κόραβος, Διονύσης Πιφέας, Φώτης Στρατηγός και ο Χορός Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Στελλίνα Βογιατζή, Χρυσιάννα Καραμέρη, Ελένη Κουτσιούμπα, Μαρία Κωνσταντά, Κλεοπάτρα Μάρκου, Ελένη Μολέσκη, Ειρήνη Μπούνταλη, Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου, Ιοκάστη-Αγαύη Παπανικολάου, Θάλεια Σταματέλου, Δανάη Τίκου σε χορογραφία της Νάντη Γώγουλου, με πολλές αισθησιακές και άλλες αναφορές εκφραστικές.

Όλοι οι συντελεστές πλαισιώνουν επάξια το σκηνοθετικό όραμα του Θάνου Παπακωνσταντίνου, που κατά τη γνώμη μας φέρνει το έργο στην επικαιρότητα και στο μείζον θέμα της αποδοχής, αρχικά των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων και μετά της διαφορετικότητας του άλλου. Ο εκδικητής θεός Διόνυσος δεν είναι άλλο από την επανάσταση, που μοιραία θα έχει παράπλευρες απώλειες μέχρι να γίνει συνειδητή η διαφορετική τάξη πραγμάτων.

Μια ενδιαφέρουσα πρόταση και άποψη πάνω στην τραγωδία του Ευριπίδη, που προβληματίζει και συγκινεί με άρτιο εικαστικό και μουσικό αποτέλεσμα.

Ταυτότητα της παράστασης
Επίδαυρος 2 και 3 Αυγούστου 2024

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου
Δραματουργική επεξεργασία: Ιωάννα Ρεμεδιάκη
Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Πρωτότυπη μουσική: Δημήτρης Σκύλλας
Χορογραφία: Νάντη Γώγουλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου, Δημήτρης Σκύλλας
Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια
Βοηθός σκηνοθέτη: Φάνης Σακελλαρίου
Βοηθός σκηνογράφου: Γιάννης Σέτζας
B΄ βοηθός σκηνογράφου: Ζωή Κελέση
Βοηθός ενδυματολόγου: Πηνελόπη Χάνσεν
Ερμήνευσαν
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Διόνυσος), Μαριάννα Δημητρίου (Τειρεσίας), Αλεξία Καλτσίκη (Αγαύη), Θέμης Πάνου (Κάδμος), Αργύρης Πανταζάρας (Πενθέας), Αγγελιαφόροι Γιάννης Κόραβος, Διονύσης Πιφέας, Φώτης Στρατηγός

Χορός: Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Στελλίνα Βογιατζή, Χρυσιάννα Καραμέρη, Ελένη Κουτσιούμπα, Μαρία Κωνσταντά, Κλεοπάτρα Μάρκου, Ελένη Μολέσκη, Ειρήνη Μπούνταλη, Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου, Ιοκάστη-Αγαύη Παπανικολάου, Θάλεια Σταματέλου, Δανάη Τίκου

Μουσικοί: Θοδωρής Βαζάκας, Μαρία Δελή, Αλέξανδρος Ιωάννου

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -