Cat Is Art

Η Μαρία, το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» και ο Μπερτολούτσι

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Στη ζωή του διάσημου και ταλαντούχου σκηνοθέτη Μπερνάρντο Μπερτολούτσι υπάρχει μια σκοτεινή στιγμή που θα «στοιχειώνει» για πάντα την κινηματογραφική ιστορία του. Το 2007 η Μαρία Σνάιντερ αποκάλυψε κάποιες ενοχλητικές λεπτομέρειες για μία από τις διασημότερες και πιο αμφιλεγόμενες ερωτικές σκηνές του σινεμά. Πρόκειται για την περίφημη σκηνή του βιασμού στο δράμα του 1972 «Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι», στο οποίο ο κεντρικός ήρωας, τον οποίο υποδύεται ο Μάρλον Μπράντο, χρησιμοποιεί το βούτυρο ως λιπαντικό πριν τη βιάσει. Η ίδια υποστήριξε ότι δεν ήταν ποτέ ενήμερη για τις λεπτομέρειες της σκηνής και ο συμπρωταγωνιστής της την αιφνιδίασε και την έκανε να νιώσει σαν πραγματικά βιασμένη, σημαδεύοντας για πάντα την προσωπική της ζωής.

 

Maria Schneider, Bernardo Bertolucci και Marlon Brando στα γυρίσματα (1972)

 

Σύμφωνα με τη Μαρία Σνάιντερ η συμμετοχή της στην ταινία ήταν το μοναδικό πράγμα για το οποίο μετάνιωσε στη ζωή της, ενώ στη συνέχεια είχε εχθρικές σχέσεις με τον σκηνοθέτη. Ακόμη και ο Μάρλον Μπράντο, παρά τη μοναδική του ερμηνεία, είχε δηλώσει ότι δεν επιθυμούσε να πρωταγωνιστήσει ξανά σε ένα τέτοιο φιλμ.

Στην υπόθεση του έργου, ένας μεσήλικας Aμερικανός, ο Πoλ (Μάρλον Μπράντο) προσπαθεί να ξεπεράσει την αυτοκτονία της γυναίκας του, αναπτύσσοντας μια περίεργη σαδομαζοχιστική σχέση με την πολύ νεότερή του Ζαν (Μαρία Σνάιντερ), σε ένα παλιό διαμέρισμα στο Παρίσι. Ο Πoλ προβάλλει στο νέο αντικείμενο του πόθου του όλη τη συσσωρευμένη οργή του για την κοινωνική υποκρισία, τα απωθημένα της ενήλικης ζωής, την αυτοκτονία της συζύγου του αλλά και τη βία που δέχτηκε από το οικογενειακό του περιβάλλον. Η ταινία του Μπερτολούτσι, παρά τα προβλήματα που είχε με τη λογοκρισία, σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία και θεωρείται σταθμός για το ερωτικό σινεμά.

 

 

«Η σκηνή με το βούτυρο ήταν μια ιδέα που είχα με τον Μάρλον εκείνο το πρωί πριν από το γύρισμα», είχε δηλώσει ο Μπερτολούτσι σε μια συνέντευξή του στην Ταινιοθήκη της Γαλλίας από το 2013, δύο χρόνια μετά το θάνατο της Μαρία Σνάιντερ.

Το 2016 το θέμα επανήλθε στα μέσα ενημέρωσης, κάνοντας τον γύρο του Διαδικτύου και προκαλώντας την έντονη οργή του Χόλιγουντ. Ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε πως η πρωταγωνίστρια δεν είχε συναινέσει για τη σκηνή και επρόκειτο για ένα σχέδιο μεταξύ του ιδίου και του Μάρλον Μπράντο. Σε βίντεο που είχε παρουσιαστεί τότε, ο Μπερτολούτσι παραδέχτηκε ότι δεν φέρθηκε καλά στη Σνάιντερ. Σχετικά με το λόγο που πήρε την απόφαση να μην της αποκαλύψει τίποτα, ήταν επειδή ήθελε την αυθόρμητη αντίδρασή της σαν κορίτσι και όχι σαν ηθοποιό και πως ήθελε να την κάνει να νιώσει πραγματικά ταπεινωμένη. Και προσθέτει: «Νομίζω ότι μίσησε εμένα και τον Μπράντο που δεν της το είπαμε. Δεν ήθελα η Μαρία να ερμηνεύσει την ταπείνωση και την οργή της. Ήθελα να τη νιώσει».

Παρόμοιες αντιδράσεις είχαν αναφερθεί και στο παρελθόν, αλλά δεν είχαν δημιουργήσει την ίδια κατακραυγή. Ο ισπανικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός El Mundo de Alycia δημοσίευσε το κλιπ συνέντευξης με τον Bertolucci, προσθέτοντας ισπανικούς υπότιτλους και δημοσιεύοντας το βίντεο στην ιστοσελίδα του την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών.

Σημειώνεται ότι η Σνάιντερ τότε ήταν 19 ετών και ο Μπράντο 48. Η Σνάιντερ, η οποία πέθανε το 2011 έπειτα από μεγάλη μάχη που έδωσε με τον καρκίνο, δήλωσε στην Daily Mail το 2007 ότι η σκηνή δεν ήταν στο αρχικό σενάριο. Ο Μπράντο είχε καταλήξει στην ιδέα και της το είπαν μόνο πριν να γυρίσουν τη σκηνή. «Ήμουν τόσο θυμωμένη», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Ο Μπράντο μου είχε πει Μαρία, μην κάνεις έτσι, μια ταινία είναι. Αλλά κατά τη διάρκεια της σκηνής, παρότι ο Μάρλον δεν το έκανε πραγματικά (ήταν μίμηση βιασμού), εγώ έκλαιγα με πραγματικά δάκρυα. Ένιωθα ταπεινωμένη και για να είμαι ειλικρινής, ένιωσα ότι βιάστηκα ταυτόχρονα από τον Μπερτολούτσι και από τον Μπράντο. Μετά τη σκηνή, ο Μάρλον δεν με παρηγόρησε ούτε μου ζήτησε συγγνώμη. Ευτυχώς ήταν μόνο μια λήψη…», είχε αναφέρει η Σνάιντερ.

 

 

Η λογοκρισία για το περιστατικό ανάγκασε τον σκηνοθέτη να επανατοποθετηθεί, δηλώνοντας στο Variety ότι πρόκειται για μια αστεία παρεξήγηση. «Αρκετά χρόνια πριν, ρωτήθηκα για λεπτομέρειες σχετικά με την περίφημη σκηνή με το βούτυρο. Εξήγησα, αλλά ίσως δεν ήμουν σαφής, ότι αποφάσισα με τον Μάρλον Μπράντο να μην ενημερώσουμε τη Μαρία Σνάιντερ πως θα χρησιμοποιηθεί βούτυρο. Θέλαμε την αυθόρμητη αντίδρασή της στην εν λόγω απρεπή χρήση του βουτύρου. Εκεί έγκειται η παρεξήγηση», είχε διευκρινίσει ο Μπερτολούτσι.

Πρόσθεσε μάλιστα ότι η Σνάιντερ γνώριζε για τη βία που θα ασκηθεί πάνω της στη συγκεκριμένη σκηνή. «Η Μαρία ήξερε τα πάντα, επειδή είχε διαβάσει το σενάριο, όπου όλα περιγράφονται. Η μόνη αλλαγή που δεν την είχαμε ενημερώσει είναι η ιδέα του βουτύρου. Και αυτό, όπως έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, ήταν μια προσβολή για τη Μαρία. Δεν πρόκειται για τη βία στην οποία υποβάλλεται στη σκηνή, αυτή ήταν ξεκάθαρη στο  σενάριο» είχε πει ο σκηνοθέτης.

 

Maria Schneider, Bernardo Bertolucci, Marlon Brando στο σετ

 

Όπως είναι λογικό η πράξη του Μπερτολούτσι προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι μόνο. «Αδικαιολόγητος. Ως σκηνοθέτης, δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό», είπε η Ava DuVernay. «Ως γυναίκα, είμαι τρομοκρατημένη, αηδιασμένη και εξοργισμένη από αυτό». Αλλά και ο ηθοποιός Chris Evans έγραψε: «Ποτέ δεν θα δούμε αυτή την ταινία, τον Μπερτολούτσι ή τον Μπράντο με τον ίδιο τρόπο και πάλι. Αυτό είναι αηδιαστικό. Αισθάνομαι οργή».

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι είπε ακόμα ότι αισθάνθηκε πολλές ενοχές αλλά στο τέλος δήλωσε ότι δεν μετανιώνει για την απόφασή του. «Για να αποτυπώσεις κάτι πρέπει να είσαι απόλυτα ελεύθερος. Δεν ήθελα η Μαρία να «ερμηνεύσει» τον εξευτελισμό και την οργή της αλλά ήθελα να την νιώσει. Μετά με μίσησε για όλη της την ζωή».

Η Μαρία Σνάιντερ πέθανε το 2011 και πριν φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο αποκάλυψε ότι η σκηνή δεν ήταν στο σενάριο και ότι ποτέ ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και ο Μάρλον Μπράντο δεν της ζήτησαν συγγνώμη. Όμως, αυτό σημάδεψε τόσο τη νεαρή πρωταγωνίστρια που έγινε ναρκομανής και αυτοκτονική. Ο σκηνοθέτης το πλήρωσε ακριβά αφού του απαγγέλθηκαν κατηγορίες και η ίδια η ταινία υπέστη λογοκρισία και όλα τα αντίγραφά της καταστράφηκαν. Επίσης του αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα για πέντε χρόνια και καταδικάστηκε σε 4 μήνες με αναστολή. Το 1978 το Εφετείο της Μπολόνια διέταξε τρία αντίγραφα της ταινίας να διατηρηθούν στην Εθνική Βιβλιοθήκη Κινηματογράφου με την επισήμανση να μη γίνει ποτέ η προβολή τους.

 

 

Ποιητής, παραγωγός, σκηνοθέτης βραβευμένων ταινιών και ντοκιμαντέρ, ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι υπήρξε ένας άνθρωπος που επηρέασε, με την παρουσία, τη δημιουργικότητα αλλά και τις ηθικά αμφιλεγόμενες επιλογές του την ιταλική και ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

«Πιστεύω ότι έπειτα από κάθε ταινία υπάρχει ένα είδος τέλους, σχεδόν ένα είδος θανάτου, και μετά η επόμενη ταινία είναι μια ανάσταση. Λέω ότι πρόκειται για ένα είδος θανάτου με την έννοια ότι όταν δεν γυρίζω ταινίες αισθάνομαι να ανήκω στον κόσμο των φυτών μάλλον παρά στον κόσμο των ανθρώπων. Τα δύο στοιχεία που κατά τη γνώμη μου είναι τα πιο ποιητικά, συγκινητικά, ουσιαστικά για τον κινηματογράφο, είναι ο χρόνος και το φως (…) Κάθε ταινία έχει τη δική της ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Ο θεατής θυμάται πάντα την ατμόσφαιρα».

Με αυτά τα λόγια ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ένας από τους πιο αξιόλογους Ιταλούς σκηνοθέτες εξηγούσε τη σκοπιά υπό την οποία αντιμετώπιζε τις ταινίες του. Η «ματιά» του βραβεύτηκε με τιμητικό Χρυσό Φοίνικα, αν και από πολύ νωρίς στη σταδιοδρομία του, τού είχε χαρίσει διεθνή αναγνωρισιμότητα. Κι αυτό γιατί οι ταινίες του διακατέχονταν από έντονη ποιητικότητα, υπαρξιακή αγωνία, αισθαντικότητα και ερωτισμό.

 

 

Ο Μπερτολούτσι άλλωστε ήθελε μεγαλώνοντας να γίνει ποιητής – όπως και ο πατέρας του – όμως στην πορεία βρέθηκε κάτω από την ομπρέλα του Παζολίνι και σιγά σιγά αναθεώρησε. Διακρίθηκε μάλιστα με αρκετά βραβεία λογοτεχνίας πριν αποφασίσει ότι ήθελε να ακολουθήσει κινηματογραφική πορεία.

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι έζησε, κατά κύριο λόγο, στην Αιώνια Πόλη και στο Λονδίνο. Με έντονη ευαισθησία και ενδιαφέρον για όλη την ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Και για τον λόγο αυτό, ήταν από τους πιο ένθερμους και ειλικρινείς υποστηρικτές των Ελλήνων που βρήκαν καταφύγιο στην Ιταλία αντιστεκόμενοι στην στρατιωτική δικτατορία.

Τα πρώτα βήματα

Γεννήθηκε στην Πάρμα της τότε φασιστικής Ιταλίας στις 16 Μαρτίου του 1940. Ο πατέρας του ήταν ο ποιητής Τζοζέπε Μπερτολούτσι και τού μετέδωσε από πολύ νωρίς το πάθος για την Τέχνη.

Στα 20 του γίνεται βοηθός σκηνοθέτης του κορυφαίου σκηνοθέτη – δημιουργού Πιερ Πάολο Παζολίνι στην ταινία «Accatone» και η εμπειρία αυτή είναι που θα τον οδηγήσει στον κόσμο του σινεμά. Έναν χρόνο χρόνο ο Μπερτουλούτσι καλείται να σκηνοθετήσει ένα παλιό σχέδιο του Παζολίνι, το «La commare Secca». Η ταινία διαγωνίζεται στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1962 και τυγχάνει πολύ αυστηρής αντιμετώπισης από τους κριτικούς κινηματογράφου, οι οποίοι λίγο πολύ τον κατηγορούν ότι κοπιάρει τον Παζολίνι. Τα πικρόχολα σχόλια τον οδηγούν στην ποίηση και στην κυκλοφορία της πρώτης και μοναδικής του ποιητικής συλλογής με τίτλο «Σε αναζήτηση του μυστηρίου» (In cerca del mistero), η οποία κερδίζει το λογοτεχνικό βραβείο «Premio Viarggio».

Το 1964 σε ηλικία 23 χρόνων θα ξανακαθίσει πίσω από τις κάμερες και θα δώσει ίσως την πιο προσωπική (και αυτοβιογραφική) ταινία του: Το «Πριν από την επανάσταση» (Prima della rivoluzione) εξωτερικεύει όλες τις κοινωνικοπολιτικές σκέψεις και υπαρξιακές αναζητήσεις του και σαν φιλμ φέρει μια ξεκάθαρη δική του ταυτότητα, μακριά από τον ιταλικό νεορεαλισμό. Η ταινία παρόλο που κάνει τον κάνει διάσημο στη διεθνή σκηνή – ακόμα και στις ΗΠΑ – στην πατρίδα του αγνοείται. Ακολουθούν περιστασιακές συνεργασίες πάνω σε ντοκιμαντέρ, θέατρο και συγγραφή σεναρίου.

Το σινεμά του υπερ-εγώ και της ψυχανάλυσης

Το 1968 μέσα στην αναταραχή του παρισινού Μάη θα γυρίσει το «Partner» μια ταινία που σηματοδοτεί την έναρξη της «βύθισής» του στην ψυχανάλυση καθώς επικεντρώνεται στην προβληματική του για το «εγώ» και το «υπέρ-εγώ» του ατόμου.

Ακολουθεί η «Στρατηγική της αράχνης» (La strategia del ragno), βασισμένη στο διήγημα του Μπόρχες «Το θέμα του ήρωα και του προδότη» και το 1970 «Ο Κομφορμίστας» (Il conformista), ένα από τα σημαντικότερα έργα του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού σινεμά, δομημένο από τα υλικά που είναι φτιαγμένα τα αριστουργήματα. Πρόκειται για ένα επικό, αντιφασιστικό φιλμ, που διακατέχεται από την σπουδαία ερμηνεία του εξαιρετικού, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, και θα γαλουχήσει τη νέα γενιά Αμερικανών σκηνοθετών των αρχών της δεκαετίας του ’70 (Κόπολα, Σκορσέζε, Ντε Πάλμα κ.ά.).

Η κινηματογράφηση ενός βιασμού

Το 1972 το «Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι» (Ultimo tango a Parigi), εκτός του ότι σαρώνει τα ταμεία σ’ όλο το κόσμο, δημιουργεί ένα τεράστιο σκάνδαλο λόγω των τολμηρών του ερωτικών σκηνών, που σκιάζουν την πραγματική αξία της ταινίας.

Η περίφημη σκηνή με τον Μάρλον Μπράντο, της 19χρονης τότε Μαρία Σνάιντερ και το βούτυρο έμελλε να συνταράξει συθέμελα τον κόσμο του σινεμά. Η ταινία θα ξεσηκώσει χιονοστιβάδα καταγγελιών, κατασχέσεων, μηνύσεων, απαγορεύσεων και ο σκηνοθέτης της θα κινδυνεύσει να «καεί στην πυρά» μαζί της ενώ θα χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα για 5 χρόνια.

Το «Τανγκό» θα επανέλθει στο προσκήνιο αρκετά χρόνια αργότερα όταν ο σκηνοθέτης αποκάλυψε ότι γύρισε την επίμαχη σκηνή χωρίς τη συγκατάθεση (ή και τη γνώση του τι ακριβώς θα εξελιχθεί) της νεαρής ηθοποιού, η οποία τραυματίστηκε ψυχολογικά από την εμπειρία.

Ο Μπερτολούτσι βασισμένος στο θόρυβο που προκάλεσε το «Τανγκό» επιχειρεί ένα υπέρμετρο φιλόδοξο σχέδιο: Το «1900» έχει ως στόχο να «παγιδεύσει» το ιστορικό γίγνεσθαι και να αφηγηθεί τη γέννηση των σοσιαλιστικών ιδεών και της επαναστατικής ουτοπίας, από τις αρχές του αιώνα μέχρι και την πτώση του φασισμού. Η ταινία θα προβληθεί σε δύο μέρη λόγω της μεγάλης της διάρκειας, γεγονός που θα δημιουργήσει προβλήματα στην εμπορική της απήχηση.

Με την ταινία «Το Φεγγάρι» (La Luna) ο Μπερτολούτσι βυθίζεται ολοκληρωτικά στα βάθη της ψυχαναλυτικής αντιμετωπίζοντας ένα πρόβλημα που το είχε υπαινιχθεί πολλές φορές -χωρίς ποτέ να το καταγράψει: αυτό του Οιδιπόδειου συμπλέγματος και της αιμομιξίας.

Με την «Τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου» (La tragedia di un uomo ridicolo) ξαφνιάζει, μπερδεύοντας ακόμα περισσότερο το κοινό του γιατί η ταινία είναι εξαιρετικά ασαφής, μπερδεμένη στην πλοκή της, υπαινικτική, γεμάτη σκοτεινές και ανεξήγητες περιοχές, παίζοντας συνεχώς με το διφορούμενο, αφού κινείται ανάμεσα σε ό,τι βλέπουμε και σε ό,τι διαφεύγει της προσοχής μας.

Αυτοκράτορας, Βούδας και… Τσάι στη Σαχάρα

Το 1987 ο Μπερτολούτσι καταφέρνει να κερδίσει οκτώ Όσκαρ με τον «Τελευταίο Αυτοκράτορα», ένα έργο που του ανοίγει τις πύλες τις Κίνας και τον επιβάλλει στο διεθνές στερέωμα. Είναι η πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που κερδίζει όλα τα Όσκαρ για τα οποία είναι υποψήφια.

Ο επόμενος σταθμός του είναι το περίφημο «Τσάι στη Σαχάρα» που έχει ως κεντρικό θέμα και πάλι την κρίση ενός ζευγαριού, που φθάνει στο Μαρόκο από την Αμερική, προσπαθώντας να σώσει το γάμο του και να ξεφύγει από τις φθαρμένες αξίες του Δυτικού πολιτισμού.

Ακολουθεί ο «Μικρός Βούδας» (Little Buddha), ο οποίος με διάθεση παραμυθιού κι ένα παράλληλο μοντάζ αφηγείται απ’ τη μία μεριά την ιστορία του πρίγκιπα Σιντάρτα και από την άλλη τη σύγχρονη ιστορία μετενσάρκωσης ενός βουδιστή δασκάλου. Το «μήνυμα» του «Μικρού Βούδα» είναι πως η κάθε επανάσταση θα πρέπει να γεννηθεί στην καρδιά του ανθρώπου, για να μπορέσει αυτός να κατακτήσει την εσωτερική γαλήνη. Η ταινία θα «αναγκάσει» τον Δαλάι Λάμα να πάει για πρώτη φορά στη ζωή του σινεμά, στην απογευματινή παγκόσμια πρώτη προβολή της ταινίας…

Το 1995 ο Μπερτολούτσι επιστρέφει με την «Κλεμμένη ομορφιά» (Stealing Beauty), μια μικρή τρυφερή και συναισθηματική ταινία που λάμπει από την ομορφιά του τοπίου και της κεντρικής ηρωίδας της (Λιβ Τάιλερ).

Το 2003 με το «Οι Ονειροπόλοι» ο Μπερτολούτσι «επιστρέφει» στο 1968, αλλά σε μια εντελώς ιδιωτική διάσταση με τρεις νέους, οι οποίοι, ενώ το Παρίσι φλέγεται, ανακαλύπτουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Το 2012, ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης γυρίζει το τελευταίο του έργο στην Ρώμη, «Εγώ και εσύ», έναν έντονο διάλογο μεταξύ δύο αδελφών.

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΗ Μαρία, το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» και ο Μπερτολούτσι

Related Posts