30.3 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Πιερ Πάολο Παζολίνι. Το ανυπόταχτο πνεύμα που η ανεξαρτησία του, ήταν η δύναμή του

Στην πραγματικότητα, αυτό είναι που προκαλεί
τόση εχθρότητα απέναντί μου:
Η ανεξαρτησία μου, που είναι η δύναμή μου,
συνεπάγεται τη μοναξιά, που είναι η αδυναμία μου.
Π.Π. Παζολίνι

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο σημαντικότερος ίσως Ιταλός διανοούμενος της μεταπολεμικής περιόδου, είναι ο δημιουργός που πολύ αγαπήθηκε αλλά και πολύ μισήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, γιατί δεν δίστασε ποτέ να εκφράσει τις αντισυμβατικές και αιρετικές απόψεις του. Υπήρξε ποιητής, μυθιστοριογράφος, λαογράφος, γλωσσολόγος, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός, καλλιτέχνης πολλών τεχνών, δάσκαλος, δοκιμιογράφος, κριτικός, ακόμα και πωλητής –όταν χρειάστηκε– των βιβλίων του σε συνοικιακούς πάγκους.
Μολονότι έγινε γνωστός κυρίως για τη σχέση του με τον κινηματογράφο, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι στον βαθύτερο ψυχισμό του υπήρξε πρωτίστως ποιητής. O τόμος με τίτλο Αναγάπητος εγώ εστιάζει σε αυτήν ακριβώς την πτυχή του, την ποιητική: μελετώντας, ανθολογώντας και μεταφράζοντας από τα ιταλικά στα ελληνικά, μέσα από το τεράστιο σε όγκο και αξία έργο που μας κληροδότησε, εκείνες τις ποιητικές συνθέσεις που επιτρέπουν να εισχωρήσουμε και στις διαπλοκές του μυαλού του και στον γοητευτικά μυστηριώδη κόσμο του δυναμικού, αλλά και τόσο μοναχικού, ανθρώπου που ήταν ο Παζολίνι.
Ποτέ δεν έχει απαντηθεί πλήρως το ερώτημα από πού πηγάζει η εσκεμμένη εχθρότητα ορισμένων ανθρώπων για τον Παζολίνι. Το κριτικό κατεστημένο της χώρας του, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν αποδέχτηκε ποτέ τη λογοτεχνική γραφή του. Το ανυπόταχτο πνεύμα του και το πολιτικο-κοινωνικό του όραμα που εκφραζόταν μέσα από τα κείμενα και τις πράξεις ζωής του, προκαλούσαν τον θαυμασμό, κυρίως όμως ξεσήκωναν θύελλες αντιδράσεων: Είναι γνωστές οι ιδεολογικές αψιμαχίες μεταξύ του Παζολίνι και πολλών επιφανών διανοούμενων όπως o Αλμπέρτο Αζόρ Ρόζα, ο Κάρλο Σαλινάρι, ο Γκαετάνο Τρομπατόρε και ο Ίταλο Καλβίνο.
Ο Παζολίνι, στιγματισμένος για την ομοφυλοφιλία του, από παντού δεχόταν ψευδείς και ανυπόστατες κατηγορίες, εμμονικές επιθέσεις και προσβολές που στόχο είχαν την περιθωριοποίησή του: η ιταλική δεξιά τον μισούσε, οι φασίστες ακόμη τον μισούν κι εκείνοι που μοιράζονταν μαζί του τα ίδια ιδεολογικά οράματα τον μισούσαν επίσης. Κι όμως, καθ’ όλον τον βίο του, αν και πάντα ενάντιος στην Εκκλησία, ο Παζολίνι ήταν κάτι περισσότερο από ένας καλός καθολικός χριστιανός: ήταν έργω και λόγω ανθρωπιστής. Μολονότι οπαδός του γκραμσιανού μαρξισμού, ήταν κάτι περισσότερο από ένας διανοητής της Αριστεράς: δημοσίευε συχνά σε εφημερίδες και περιοδικά κείμενα καταγγελτικά για τους κυβερνώντες της χώρας του κι εξίσου συχνά μεμφόταν τους κομμουνιστές που ήταν στην αντιπολίτευση.
Ο Αλμπέρτο Μοράβια, πιστός φίλος και πνευματικός συνοδοιπόρος του Παζολίνι για χρόνια, στο άρθρο του με τίτλο «Μα τι είχε κατά νου;» (L’Espresso, 9 Νοεμβρίου 1975), αναφερόμενος στον κομμουνισμό του Παζολίνι, κάνει λόγο για έναν λαϊκό, «ρομαντικό», σχεδόν μυστικιστικό, κομμουνισμό που είναι ριζωμένος στην παράδοση αλλά ταυτοχρόνως και στην ουτοπία. Στο ίδιο άρθρο ο Μοράβια υποστηρίζει ότι την περίοδο 1950-1960 ο Παζολίνι κατάφερε να κάνει κάτι εντελώς νέο για πρώτη φορά στην ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας: μια αριστερή πολιτική ποίηση. Και προσθέτει: «Η πολιτική ποίηση ήταν πάντα δεξιά στην Ιταλία, τουλάχιστον από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα έως σήμερα, δηλαδή από τον Φόσκολο, περνώντας στον Καρντούτσι και φτάνοντας ως τον Ντ’Αννούντσιο. […] Ο Παζολίνι κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα νέο και εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα: την ένωση της σύγχρονης παρακμιακής ποίησης με τη σοσιαλιστική ουτοπία. […] Η πολιτική ποίηση του Παζολίνι γεννήθηκε ως εκ θαύματος σε μια λογοτεχνία αγκυροβολημένη, από καιρό, σε συντηρητικές θέσεις, σε μια
κοινωνία επαρχιακή και οπισθοδρομική». […]

[QUANDO NON SARO PIU…]

Quando non sarò più, nel bianco
dei marciapiedi tremerà la luna
con gli umidi capelli accarezzati
dai fanciulli che passano cantando.
I giovani con le giacchette aperte
fermeranno sul petto il vento tiepido
giocando con le loro ombre bianche
nelle viscere terse della luna.

 

*

[ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΩ ΠΙΑ…]

Όταν δεν θα υπάρχω πια, στο λευκό
των πεζοδρομίων θα τρεμουλιάζει η σελήνη
με τα βρεγμένα της μαλλιά να τα χαϊδεύουν
τα παιδιά που περνούν τραγουδώντας.
Οι νέοι με τα ξεκούμπωτα μπουφάν
θα προτάξουνε τα στήθη στον χλιαρό άνεμο
παίζοντας με τις λευκές τους σκιές
στα σπλάχνα τ’ αγνά της σελήνης.

 

*****

E IL FRUSCIO DELLA CARTA DOVE SCRIVO

E il fruscio della carta dove scrivo,
improvviso, in una sosta gremita
dal gracile suono dei campi, vivo,
mi dice, dopo giorni e giorni spersi
nel giorno sempre più fisso della carne.
Questo vuoto improvviso che scava
nei secoli, che soffia nella stanza
odore di cimiteri abbandonati,
conta più che mille corpi stretti
in abbracci o in snervati desideri,
più dei pensieri che il mio mondo
m’impone. Ah, come ti ho imparata, solitudine!

 

*
ΚΑΙ ΤΟ ΘΡΟ”ΙΣΜΑ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ

Και το θρόισμα του χαρτιού που γράφω,
ξάφνου, σε μια παύση κατάμεστη
από των κάμπων τον ασθενικό ήχο, ολοζώντανο,
μου μιλάει, ύστερ’ από μέρες και μέρες πεταμένες
στην όλο και πιο έμμονη της σάρκας μέρα.
Αυτό το αιφνίδιο κενό που σκάβει
μες στους αιώνες και φυσάει στο δωμάτιο
οσμή ερημωμένων νεκροταφείων,
μετράει περισσότερο από χίλια κορμιά
στριμωγμένα σ’ αγκαλιές ή σε χαύνες αποθυμιές,
περισσότερο κι από τις σκέψεις που μου επιβάλλει
ο κόσμος μου. Αχ, πόσο σε ξέρω εγώ εσένα, μοναξιά!

 

****

[NON È AMORE]

Non è Amore. Ma in che misura è mia
colpa il non fare dei miei affetti
Amore? Molta colpa, sia
pure, se potrei d’una pazza purezza,
d’una cieca pietà vivere giorno
per giorno… Dare scandalo di mitezza.
Ma la violenza in cui mi frastorno,
dei sensi, dell’intelletto, da anni,
era la sola strada. Intorno
a me alle origini c’era, degli inganni
istituiti, delle dovute illusioni,
solo la Lingua: che i primi affanni
di un bambino, le preumane passioni,
già impure, non esprimeva. E poi
quando adolescente nella nazione
conobbi altro che non fosse la gioia
del vivere infantile –in una patria
provinciale, ma per me assoluta, eroica–
fu l’anarchia. Nella nuova e già grama
borghesia d’una provincia senza purezza,
il primo apparire dell’Europa
fu per me apprendistato all’uso più
puro dell’espressione, che la scarsezza
della fede d’una classe morente
risarcisse con la follia ed i tòpoi
dell’eleganza: fosse l’indecente
chiarezza d’una lingua che evidenzia
la volontà a non essere, incosciente,
e la cosciente volontà a sussistere
nel privilegio e nella libertà
che per Grazia appartengono allo stile.

 

*
[ΑΓΑΠΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ]

Αγάπη δεν είναι. Όμως, σε τι βαθμό
φταίω εγώ που δεν γίνανε τα αισθήματά μου
Αγάπη; Θα ήταν μέγα σφάλμα, ωστόσο,
αν θα μπορούσα από σκέτη τρέλα,
από οίκτο τυφλό, να ζω μέρα
με τη μέρα… Να σκανδαλίζω από πραότητα.
Μα η αγριάδα που με δέρνει,
των αισθήσεων, της νόησης, για χρόνια,
ήταν μονόδρομος. Γύρω μου,
στις ρίζες μου υπήρχε, μέσα στις εδραιωμένες
πλάνες, μέσα στις δέουσες ψευδαισθήσεις,
μονάχα η Γλώσσα: που τις πρώτες αγωνίες
ενός παιδιού, τα προανθρώπινα, ήδη αμαρτωλά,
πάθη, δεν μπορούσε να τα εκφράσει. Κι ύστερα,
όταν ως έφηβος στη χώρα ετούτη γνώρισα
οτιδήποτε άλλο παρεκτός τη χαρά
της παιδικής ζωής —σε μια πόλη
επαρχιακή, αλλά για μένα απόλυτα ηρωική—
υπήρχε η αναρχία. Στη νέα και ήδη αξιολύπητη
μπουρζουαζία μιας επαρχίας διεφθαρμένης,
το πρωτοφανέρωμα της Ευρώπης
ήταν για μένα η μαθητεία στη χρήση
την αγνότερη της έκφρασης, που η απουσία
πίστης για μια τάξη που πεθαίνει,
αντισταθμιζόταν με την τρέλα και τις κοινοτοπίες
της κομψότητας. Ήταν η απρεπής
σαφήνεια μιας γλώσσας που μαρτυρεί
τη βούληση να μην είμαι ασύνειδος
και την ενσυνείδητη βούληση να επιβιώσω
με το προνόμιο και την ελευθερία
που από τη Χάρη ανήκουν στο ύφος.

 

 

***

ALLA MIA NAZIONE

Non popolo arabo, non popolo balcanico, non popolo antico,
ma nazione vivente, ma nazione europea:
e cosa sei? Terra di infanti, affamati, corrotti,
governanti impiegati di agrari, prefetti codini,
avvocatucci unti di brillantina e i piedi sporchi,
funzionari liberali carogne come gli zii bigotti,
una caserma, un seminario, una spiaggia libera, un casino!
Milioni di piccoli borghesi come milioni di porci
pascolano sospingendosi sotto gli illesi palazzotti,
tra case coloniali scrostate ormai come chiese.
Proprio perché tu sei esistita, ora non esisti,
proprio perché fosti cosciente, sei incosciente.
E solo perché sei cattolica, non puoi pensare
che il tuo male è tutto il male: colpa di ogni male.

Sprofonda in questo tuo bel mare, libera il mondo.

 

*
ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΟΥ

Όχι λαός αραβικός, όχι λαός βαλκανικός, ούτε λαός αρχαίος,
αλλά έθνος ζωντανό, έθνος ευρωπαϊκό!
Κι εσύ τι είσαι; Χώρα ανόητων, πεινασμένων, διεφθαρμένων,
πολιτικών στο χέρι χωριάταρων, αναχρονιστικών νομαρχών,
βρομοπόδαρων δικηγορίσκων πασαλειμμένων μπριγιαντίνη,
νεοφιλελεύθερων υπαλληλίσκων-θρασίμια σαν στενόμυαλοι μπαρμπάδες,
ένας στρατώνας, μια παπαδοσχολή, μια ξέφραγη ακτή, ένα χάος!
Εκατομμύρια μικροαστοί σαν εκατομμύρια γουρούνια
που συνωστίζονται να βοσκήσουν κάτω από αψεγάδιαστα αρχοντικά,
ανάμεσα σε σπίτια αποικιακά σαν ξεφτισμένες εκκλησίες.
Κι ακριβώς επειδή υπήρξες κάποτε, τώρα δεν υπάρχεις,
ακριβώς επειδή είχες συνείδηση, τώρα είσαι ασύνειδη.
Και μόνο επειδή είσαι χώρα καθολική, δεν το βάζει ο νους σου
πως η σαπίλα σου είναι όλο το κακό: του κάθε κακού η ρίζα.

Βούλιαξε στην όμορφή σου θάλασσα, λύτρωσε τον κόσμο!

 

 

***

[HO VOLUTO LA MIA SOLITUDINE]

Ho voluto la mia solitudine
sono senza amore, mentre, barbaro
o miseramente borghese, il mondo è pieno,
pieno d’amore…
e sono qui solo come un animale
senza nome: da nulla consacrato,
non appartenente a nessuno,
libero di una libertà che mi ha massacrato.

*
[ΤΗ ΘΕΛΗΣΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ]

Τη θέλησα τη μοναξιά μου
αναγάπητος είμαι, ενώ, βάρβαρος
ή βαθιά συντηρητικός, ο κόσμος σφύζει,
σφύζει από αγάπη…
αλλά εγώ είμαι δω μονάχος σαν ζωντανό
χωρίς όνομα: αναφιέρωτος,
δεν ανήκω σε κανέναν,
ελεύθερος, με μια ελευθερία που μ’ έχει σακατέψει

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -