Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ για την πανδημία: “Ο ιός είναι ένας τρόπος επικοινωνίας”

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ υπήρξε πάντα παρών σε κάθε μεγάλη κρίση της ανθρωπότητας, είτε αυτή ήταν τα χρόνια του ’68, είτε η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας…

Σε μια ζωντανή συζήτηση μέσω instagram που διοργάνωσε η σχολή ECAL της Λωζάνης, τον Απρίλιο του 2020, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ εμφανίστηκε πολιτικά ανορθόδοξος, καπνίζοντας πούρο, και μίλησε για πολλά με τον δικό του αμφίσημο τρόπο.

 

 

Ανάμεσα σε άλλα, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ μίλησε και για τον Covid-19, αναφερόμενος σε αυτόν, κατά την προσφιλή θεματική του, σε συνάρτηση με τη γλώσσα και την επικοινωνία, μέσα από τις θεωρίες των πληροφοριών και της μεταφοράς μηνυμάτων.

«Ο ιός είναι ένας τρόπος επικοινωνίας, χρειάζεται και έναν άλλον για να πάει στον γείτονα, όπως μερικά πουλιά, για να καταφέρει να μπει μέσα. Όπως και όταν στέλνουμε μήνυμα μέσω ενός δικτύου, χρειαζόμαστε τον άλλον για μπει στο σπίτι του […] Ο ιός είναι μια επικοινωνία, σαν αυτό που κάνουμε τώρα… το οποίο δεν θα μας σκοτώσει, αλλά ίσως μας κάνει να ζήσουμε χειρότερα».

Με τη χαρακτηριστική του άρνηση για τις λέξεις και τη δική του θεώρηση πως πρέπει να εφευρίσκουμε συνεχώς μια νέα γλώσσα που να αποτελείται από «λέξεις και εικόνες», είπε πως «οι πολιτικοί, οι επικεφαλής των κρατών έχουν πνιγεί μέσα στις λέξεις τους». Και θύμισε σε όλους πως συνεχίζει να γράφει χειρόγραφα: «Γράφω στο χέρι ακόμη. Και μερικές φορές κάνω τόσο μικρά γράμματα που δεν μπορώ να διαβάσω τι έχω γράψει. Οπότε τα ξαναγράφω. Δεν είναι ποτέ το ίδιο πράγμα, αλλά όπως λένε, μόνο αυτοί που μπορούν να σβήσουν γράφουν πραγματικά».

Όταν ρωτήθηκε τι κάνει τις μέρες της καραντίνας και αν βλέπει τηλεόραση, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ δήλωσε πως βλέπει λίγες ειδήσεις προσπαθώντας να μην παρασυρθεί από τα fake news και κατά τα άλλα ήταν κατηγορηματικός για τη σχέση του σινεμά με την τηλεόραση:

«Η τηλεόραση δημιουργεί λήθη, το σινεμά δημιουργεί αναμνήσεις».

 

 

Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ (Jean-Luc Godard, 3 Δεκεμβρίου 1930) είναι Γάλλος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και κριτικός κινηματογράφου. Το όνομά του ταυτίζεται συχνά με τη νουβέλ βαγκ, ίσως το πιο σημαντικό κίνημα στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της, αλλά η καριέρα του επεκτείνεται πέρα από αυτήν την περίοδο, έχοντας σκηνοθετήσει πάνω από 100 ταινίες συνολικά.

Ο Γκοντάρ ήταν μέλος μιας ομάδας ταινιοκριτικών του περιοδικού Cahiers du Cinema, οι οποίοι αποφάσισαν να φτιάξουν δικές τους ταινίες και να φέρουν μια επανάσταση στο μέσο, διότι ήταν δυσαρεστημένοι με την ποιότητα του Γαλλικού Κινηματογράφου εκείνη την εποχή. Αυτή η ομάδα ήταν η βάση της Νουβέλ Βαγκ.

Το 1968, o Γκοντάρ εγκατέλειψε τη Νουβέλ Βαγκ και ίδρυσε μαζί με τον Jean-Pierre Gorin την κινηματογραφική ομάδα Dziga Vertov Group, ονομασμένη από τον γνωστό Σοβιετικό σκηνοθέτη. Επρόκειτο για μια ομάδα πολιτικά ενεργών σκηνοθετών οι οποίοι ομαδικά και ανώνυμα δημιουργούσαν πειραματικές και πολιτικές ταινίες οι οποίες υποστήριζαν κινήματα όπως ο Μαοϊσμός και ο Μαρξισμός.

Το έργο του

Όπως και οι σύγχρονοί του σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, ο Γκοντάρ επέκρινε το κυρίαρχο ρεύμα του γαλλικού κινηματογράφου για “Παράδοση στην Ποιότητα”, το οποίο “έδινε περισσότερο βάση στην τέχνη παρά στην καινοτομία, έδινε προνόμια σε καταξιωμένους σκηνοθέτες παρά στους νέους, και προτιμούσε τα σπουδαία έργα του παρελθόντος παρά τον πειραματισμό”.

Για να αμφισβητήσει αυτή την παράδοση, άρχισε μαζί με ομοϊδεάτες του κριτικούς, να σκηνοθετούν τις δικές τους ταινίες. Πολλές ταινίες του Γκοντάρ αμφισβητούν και τους κώδικες του παραδοσιακού Χόλυγουντ μαζί με αυτές του γαλλικού κινηματογράφου.

Αρκετές του ταινίες εκφράζουν τις ακροαριστερές πολιτικές του απόψεις. Οι ταινίες του επίσης καταδεικνύουν τη γνώση του για την ιστορία του κινηματογράφου μέσω των αναφορών του σε παλαιότερες ταινίες. Επιπλέον οι ταινίες του Γκοντάρ συχνά αναφέρονται στον υπαρξισμό, μιας και ήταν μανιώδης αναγνώστης του υπαρξισμού και της Μαρξιστικής φιλοσοφίας. Η ριζοσπαστική του προσέγγιση στους κινηματογραφικούς κώδικες, στην πολιτική και τη φιλοσοφία, τον κατατάσσουν ως σκηνοθέτη με τη μεγαλύτερη επιρροή στο γαλλικό νουβέλ βαγκ.

Το 2002 σε ψηφοφορία κριτικών του κινηματογραφικού περιοδικού Sight & Sound, του βρετανικού ινστιτούτου κινηματογράφου (BFI), κατετάγη τρίτος ανάμεσα στους δέκα καλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών.

Δέκα χρόνια αργότερα, το Sight & Sound ονόμασε την ταινία του Με Κομμένη Την Ανάσα την 13η καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Στην ίδια ψηφοφορία, τρεις άλλες ταινίες του συμπεριλήφθηκαν στη λίστα των 50 καλύτερων ταινιών. Αυτές ήταν Η Περιφρόνηση, Ο Τρελός Πιερό και το Histoire(s) du Cinema.

Λέγεται ότι έχει δημιουργήσει ένα από τα μεγαλύτερα σώματα κριτικής ανάλυσης από οποιονδήποτε άλλο σκηνοθέτη μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Το 2010 βραβεύτηκε με το Τιμητικό Όσκαρ, αλλά δεν παρέστη στην τελετή απονομής των βραβείων.

Οι ταινίες του Γκοντάρ ενέπνευσαν πολλούς σκηνοθέτες, συμπεριλαμβανομένων των Μάρτιν Σκορσέζε, Κουέντιν Ταραντίνο, Στίβεν Σόντερμπεργκ και Πιερ Πάολο Παζολίνι.

Το 2015 κέρδισε για πρώτη φορά στην καριέρα του βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ των Κανών, το οποίο μοιράστηκε μαζί με ακόμα μία ταινία. To 2018 η ταινία του Le Livre d’Image κέρδισε το πρώτο βραβείο Ειδικού Χρυσού Φοίνικα.
***

Δείτε εδώ ολόκληρη τη συζήτηση με τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ (με αγγλικούς υπότιτλους):