Cat Is Art

Η Σύνθια Μπατσή είναι το σύγχρονο και ρομαντικό πρόσωπο της κυρα – “Φροσύνης”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Με έναν τρόπο ξεχωριστό, σχεδόν άπιαστο για συγγραφέα που επιχειρεί πρώτη φορά ένα τόσο φιλόδοξο και ταυτόχρονα τόσο ταπεινά σοβαρό εγχείρημα, ο Στέφανος Παπατρέχας – ένας καλλιτέχνης της εποχής του – διαβάζει τις μύχιες σκέψεις της ηρωίδας του και δεν μένει στο άρρητο και στο άφατο αλλά ποντάρει και στη δράση. Ένας καλός για τα δεδομένα της εποχής θεατής θα βρει σίγουρα την παράσταση «Φροσύνη» συναρπαστική, εκτός από συνταρακτική στο περιεχόμενο.

Ο συγγραφέας επενδύει προσωπικά, με τρυφερότητα και πάθος στην ανθρώπινη περίπτωση της γνωστής σε μας ως Κυρα-Φροσύνη, μιας καλλονής των Ιωαννίνων, που καταδικάσθηκε σε θάνατο από τον Αλή Πασά, όταν δεν ενέδωσε στις ερωτικές του πιέσεις.

“Φροσύνη” είναι ο τίτλος του νέου θεατρικού έργου του Στέφανου Παπατρέχα, που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Άβατον. Η σκηνοθεσία του, που έγινε από τον Λάζαρο Βαρτάνη και τον ίδιο τον συγγραφέα, σίγουρα απαιτούσε δουλειά, ακρίβεια, επαγγελματισμό και ταλέντο. Ιδιότητες που διέθεταν και οι δύο, καθώς και η εξαιρετική ηθοποιός Σύνθια Μπατσή, που ερμήνευσε τον ιδιαίτερο αυτό μονόλογο.

 

Η γυναίκα

 

Μία γυναίκα ηθοποιός καλείται, στο πλαίσιο ενός αυτοσχεδιασμού, να ετοιμάσει ένα μονόλογο πάνω στην Κυρα-Φροσύνη, το ιστορικό πρόσωπο-θρύλο των Ιωαννίνων που πνίγηκε από τον Αλί Πασά στη λίμνη Παμβώτιδα.
Ψάχνοντας πληροφορίες και υλικό για το ρόλο που θα υποδυθεί, πέφτει πάνω σε στοιχεία που τη γοητεύουν, την προκαλούν. Δοκιμάζει ρούχα, στάσεις, φωνές, αυτοσχεδιάζει πάνω στην τελευταία νύχτα της Φροσύνης, πάνω στη ζωή, το γάμο, τα παιδιά της, τον έρωτά της για τον γιο του Αλί Πασά, Μουχτάρ, τις απαιτήσεις των άλλων για εκείνη, τις απαιτήσεις του έρωτά της για Εκείνον.
Πια δεν είναι η ηθοποιός, δεν είναι η Φροσύνη. Είναι μια γυναίκα δέσμια των επιθυμιών τόσο των γύρω της, όσο και των δικών της. Μια γυναίκα που της μέλλεται να πνιγεί, να μείνει στη μνήμη όλων ως αυτό που οι άλλοι κατάλαβαν για εκείνη, αφήνοντας ξεχασμένο το πραγματικό της πρόσωπο.

 

«Η πόρνη, η γυναίκα που πρόδωσε την πατρίδα, η ξεδιάντροπη…
Κι εγώ σαν ένα παιδί σε ένα σταυροδρόμι, μόνη, μετέωρη ανάμεσα σε όλα αυτά.
Σαν απλός θεατής της ζωής μου».

 

Η ιστορία αυτή ενέπνευσε αφενός τη δημοτική μούσα, αφετέρου και τους Έλληνες λογοτέχνες όπως τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος έγραψε το 1859 ένα ποίημα αφιερωμένο σε αυτήν, επί του οποίου και βασίστηκε ο Ζακυνθινός μουσουργός Παύλος Καρρέρ και έγραψε ομώνυμη όπερα. Ενέπνευσε επίσης τους Α. Ραγκαβή, Αντώνιο Αντωνιάδη, Δημήτριο Βερναρδάκη και τον Σωτήρη Σκίπη, όπου στο ποίημα του τελευταίου βασίσθηκε ο Θεόδωρος Σπάθης αφήνοντας ημιτελή ομώνυμη επίσης όπερα.

Με πικρά ελεγειακό τρόπο ο Στέφανος Παπατρέχας αποκαλύπτει την κοινωνική και πολιτική διάσταση της Φροσύνης, μετατρέποντας περίτεχνα και τελετουργικά το ιστορικό γεγονός σε ένα σπαρακτικό εφιάλτη υπαρξιακών και πολιτισμικών διαστάσεων. Ταυτόχρονα, από άποψη σκηνοθεσίας, ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο Στέφανος Παπατρέχας μας παρουσίασαν μια πρωτότυπης σύλληψης και ευρηματικής εκτέλεσης θεατρική δουλειά.

 

Ο εθνικός μύθος

 

Σύμφωνα με τον εθνικό μύθο (που διδάσκεται και στα σχολεία), η κυρα-Φροσύνη ήταν ερωμένη του γιου του Αλί πασά, Μουχτάρ. Επειδή όμως ο Αλί πασάς, επιθυμούσε τη Φροσύνη για τον εαυτό του, έστειλε τον γιο του σε εκστρατεία κι εκμεταλλευόμενος την απουσία του, προσπάθησε να κάνει τη Φροσύνη δική του. Αυτή αρνήθηκε, μένοντας πιστή στον Μουχτάρ, κάτι που εξόργισε τον Αλί πασά, ο οποίος διέταξε τον πνιγμό της, μαζί με άλλες δεκαεπτά γυναίκες, στην λίμνη των Ιωαννίνων. Η εντολή του εκτελέστηκε στις 11 Ιανουαρίου 1801 κι έκτοτε η Φροσύνη καθιερώθηκε στη λαϊκή συνείδηση σαν ηρωίδα που αντιστάθηκε στον τύραννο, ενώ από την Εκκλησία ανακηρύχτηκε σε «καλλιμάρτυς» (όπως και οι υπόλοιπες δεκαεπτά γυναίκες που έπνιξαν μαζί της). Ο μύθος περί έρωτος του Αλί πασά για την κυρα-Φροσύνη, πήρε σάρκα και οστά και μέσα από την ποίηση της εποχής, με κυριότερο το ποιητικό έργο τού Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, «Κυρά Φροσύνη».

 

Η Ιστορία

 

Παρότι η κυρα-Φροσύνη ήταν υπαρκτό πρόσωπο, όπως και η ερωτική της σχέση με τον Μουχτάρ, εν τούτοις, η δακρύβρεχτη, «ηρωική» υπόθεση, που επικράτησε στη νεοελληνική ιστορία, απέχει κάπως από την πραγματικότητα.
Η όμορφη Φροσύνη ήταν γόνος εύπορης οικογένειας και παντρεμένη από μικρή ηλικία με τον έμπορο και πρόκριτο Ιωαννίνων, Δημήτριο Βασιλείου. Ο σύζυγός της, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, αναγκαζόταν να λείπει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Βενετία, έως ότου εγκαταστάθηκε και μόνιμα εκεί.
Ο Βρετανός ιστορικός, Τζορτζ Φίνλεϊ, αναφέρει γι’ αυτήν: «[…] Κατά την μακράν απουσίαν του συζύγου της, η οικεία της περικαλλούς Ευφροσύνης κατέστη το εντευκτήριον των ευπαιδεύτων και πλουσίων νέων των Ιωαννίνων, εδέχετο δε αυτή ιδιαιτέρας επισκέψεις και πλούσια δώρα του Μουχτάρ πασά, χωρίς πολλήν προσπάθειαν όπως αποκρύψη την επονείδιστον σχέσιν. Η διαγωγή αύτη προκάλεσε μέγα σκάνδαλον, κι ελέγετο ότι ύπανδροι κυρίαι, των οποίων οι σύζυγοι απουσίαζον τόσον μακράν όσον ο της Ευφροσύνης, εμιμούντο την συμπεριφοράν της. Θύελλα αγανακτήσεως ηγέρθη μεταξύ χριστιανών ανδρών και μουσουλμανίδων υπάνδρων…» («Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α’, κεφ. Γ’).

 

Το δαχτυλίδι

 

Ο παράνομος ερωτικός δεσμός τής Φροσύνης με τον Μουχτάρ, φαίνεται ότι ήταν γνωστός στον στενό οικογενειακό της κύκλο, ο οποίος όχι μόνο τον ανεχόταν, αλλά τουναντίον τον ενθάρρυνε -για προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Ο Μουχτάρ όμως, διέπραξε ένα ολέθριο σφάλμα: Είτε γιατί ερωτεύθηκε τη Φροσύνη, είτε γιατί εκτίμησε δεόντως τα ερωτικά της θέλγητρα, τής χάρισε το διαμαντένιο δαχτυλίδι τής συζύγου του.
Γράφει χαρακτηριστικά, σε ανέκδοτο υπόμνημα («Memoires sur la Grece et l’ Albanie pendant le gouvernement d’ Ali-pasha, par Ibraim-Manzour efenti», Paris, 1827, σελ. 174), ο γραμματέας τού Αλί πασά, Αθανάσιος Ψαλίδας: «Παράξενο πράγμα ήταν στα Γιάννενα σε μερικούς, όπου ατιμάζονταν ή τα παιδιά τους ή τα αδέλφια τους ή αι αδελφαίς τους από τούς πασάδες, οι οποίοι, αν εις την αρχή ελυπούνταν και εφαίνονταν πως βάνουν το κεφάλι τους να αποθάνουν, ύστερον όμως την ατιμίαν εστοχάζονταν τιμήν, ετεντώνονταν και υπερηφανεύονταν εις την ατιμίαν τού ιδικού τους και εφοβέριζαν και τον κόσμον και ήθελαν να συμβουλεύσουν και τούς άλλους και να δείχνονται στον κόσμο φρόνιμοι και έμπειροι σε όλα, οι νήπιοι και ανόητοι, και αγωνίζονταν να πλουτίσουν με την ατιμίαν τών ιδικών τους οι τρελλοί· και οι τίμιοι βλέποντες τα παρόμοια, ή έπρεπε διά να μην κινδυνεύσουν, να δαμάσουν την γλώσσαν τους, ή να τούς λεν καν ότι έχουν δίκιο σ’ εκείνα που λεν. Ταλαίπωρη ανθρωπότητα σε πόσα άτοπα κατανταίνεις από κάτω από μια τυραννική κυβέρνηση…».
Η Φροσύνη, «εκτιμώντας» το πανάκριβο δώρο τού εραστή της, όχι μόνο δεν το έκρυψε, αλλά το πούλησε για να αποκομίσει κέρδη. Στο τέλος, το παιχνίδι τής τύχης, έφερε τον χρυσοχόο που το είχε στην κατοχή του, μέσα στο σαράι, όπου διαπραγματευόταν την πώλησή του στην απατημένη σύζυγο τού Μουχτάρ. Έτσι, η σύζυγος τού Μουχτάρ πληροφορήθηκε έκπληκτη, μ’ αυτόν τον τρόπο, την απιστία του Μουχτάρ με τη Φροσύνη. Αυτή με τη σειρά της, απαίτησε από τον πεθερό της, δραστικά μέτρα και λύσεις, έτσι ώστε να λάβει ηθική ικανοποίηση και να δημιουργηθεί αντίβαρο στον διασυρμό που υπέστη. Σε διαφορετική περίπτωση, απείλησε να εγκαταλείψει τον Μουχτάρ και το σαράι και να επιστρέψει στον πατέρα της -μαζί και η αδελφή της, η οποία φέρονταν να είχε ερωτικές σχέσεις με τον πεθερό της. Το όλο συμβάν, καταγράφεται και στο βιβλίο τού Τρύφωνα Ευαγγελίδη «Η ιστορία τού Αλί πασά» (1896). Παρομοίως, κι ο Φίνλεϊ, κάνει αναφορά στα παράπονα της συζύγου του Μουχτάρ, αναφέροντας ωστόσο και τη φήμη, που έφερνε τον Αλί πασά, να είναι αυτός που ζητούσε την εκδίκηση, ως αποτυχημένος εραστής ο ίδιος. Ο Αλί πασάς είχε νυμφεύσει τούς δυο γιους του, Μουχτάρ και Βελή, με τις δύο κόρες τού πασά τού Βερατίου, Ιμπραΐμ. Ήταν δύο γάμοι, με σαφώς πολιτικοστρατιωτικά κριτήρια, όπου το συναίσθημα κι ο έρωτας είχαν δευτερεύουσα σημασία. Αν λοιπόν, οι δύο αδελφές πραγματοποιούσαν την απειλή τους, θα επρόκειτο για ένα βαρύ πλήγμα για τον Αλί, καθώς θα έχανε έναν στρατηγικό και σημαντικό σύμμαχο, όπως επιβεβαιώνει κι ο γραμματέας του, Αθανάσιος Ψαλίδας. Έτσι, ο Αλί πασάς, αν και διστακτικός αρχικά, διέταξε τον πνιγμό της Φροσύνης στη λίμνη Παμβώτιδα τών Ιωαννίνων. Ίσως για να ρίξει στάχτη στα μάτια του γιου του Μουχτάρ, αλλά και στις όποιες τυχούσες αντιδράσεις, διέταξε και τον ταυτόχρονο πνιγμό άλλων δεκαεπτά μοιχαλίδων και γυναικών «ελευθέρων ηθών» τών Ιωαννίνων (μεταξύ αυτών και μουσουλμάνων). Παράλληλα, διέταξε και τη δήμευση τών περιουσιών τους, ενώ τα δυο μικρά παιδιά τής Φροσύνης έμειναν στον δρόμο, χωρίς κανένας να τολμάει να αναλάβει την προστασία τους. Αξίζει να σημειωθεί, πως τη Φροσύνη, τη συνέλαβε προσωπικά ο ίδιος ο Αλί πασάς.

 

Έμπνευση

 

Σύμφωνα με τον Τρύφωνα Ευαγγελίδη, ο Αλί πασάς φερόταν να ήταν εξοργισμένος κι από το γεγονός ότι είχαν ανακαλυφθεί κάποιες επιστολές της Φροσύνης, στις οποίες τον εξύβριζε (η γνησιότητά τους πάντως, ήταν αμφισβητήσιμη).
Ίσως πάλι το πραγματικό πρόβλημα της γυναίκας του Μουχτάρ ήταν ο ανταγωνισμός στην επιρροή και στα ρουσφέτια της εποχής και όχι το δαχτυλίδι ή η ερωτική αντιζηλία.
Πάντως, αν δεν ήταν παθιασμένος και απαγορευμένος ο έρωτας της Φροσύνης και του Μουχτάρ δεν θα ήταν άξιος να εμπνεύσει τόσους δημιουργούς.

 

Έρωτας και πολιτική

 

Ο μονόλογος είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος θεατρικού έργου. Η «Φροσύνη» μιλάει για ένα υπαρκτό πρόσωπο, μία γυναίκα φιλελεύθερη, ευφυή, μια γυναίκα που φημιζόταν για την ομορφιά της, το γένος της και πιθανόν τη μόρφωσή της. Το έργο έχει πολλαπλά επίπεδα, αφού μιλά για ένα πρόσωπο που ήταν μπροστά από την εποχή του, ενώ παράλληλα είχε πολλές ακόμα ιδιότητες. Είναι η σύζυγος, η μητέρα, η ερωμένη, η εταίρα (;), η Ελληνίδα που πήγε με τον Τούρκο κατακτητή στη συντηρητική κοινωνία των Ιωαννίνων εκείνης της εποχής, η γυναίκα που πεθαίνει με τον τραγικότερο τρόπο. Αναφέρεται μάλιστα ότι η Φροσύνη επηρέαζε τον Μουχτάρ σημαντικά και ίσως αυτή να ήταν και η αιτία του διωγμού της.
Έρωτας, αισθησιασμός, θάνατος, ελευθερία, διπλωματία, πολιτική, κοινωνία, γάμος, οικογένεια. Όλη αυτή η πολυεπίπεδη θεματική γύρω από τη Φροσύνη αγγίζει βαθιά το θεατή. Το φρικτό επεισόδιο με τον πνιγμό της παρέχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά της ρομαντικής λαϊκής τραγωδίας: τη φρίκη από τη βαρβαρότητα του τυράννου, την υπέρ της πίστεως, τιμής και πατρίδας θυσία μιας Ελληνίδας χριστιανής, και το εξωτικό σκηνικό της ακίνητης Γιαννιώτικης λίμνης με τα χιονοσκεπή βουνά της Ηπείρου και τους μιναρέδες του σεραγιού του κάστρου του Αλή Πασά, που πλάθει η φαντασία.

 

Η Σύνθια Μπατσή με τον Λάζαρο Βαρτάνη και τον Στέφανο Παπατρέχα.

Η παράσταση

Η παράσταση δίνει μια σύγχρονη αλλά και ρομαντική άποψη για την προσωπικότητα της κυρα-Φροσύνης και διαβάζει την ιστορία με σημερινό τρόπο. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο της είναι το νερό, με τη διαύγεια και την κίνηση του του οποίου “παίζει” η σκηνοθεσία. Το φινάλε είναι εξαιρετικά εύστροφο και πρωτότυπα ευρηματικό. Επαναφέρει τον θεατή στο παρόν με έναν απρόβλεπτο τρόπο.

Από τη Σύνθια Μπατσή είδαμε το πάθος της ερμηνείας, μιας ερμηνείας που μαγνήτισε το κοινό. Με ευκινησία αίλουρου, ζωογόνο ενέργεια, αφοπλιστική αθωότητα και αλλαγές υποκριτικής θερμοκρασίας, αξιοποίησε το λόγο του συγγραφέα και, κυρίως, ό,τι αυτός υποβάλλει μέσα από τις γραμμές.

Η σκηνοθεσία των Λάζαρου Βαρτάνη – Στέφανου Παπατρέχα είχε φροντίδα, συνέπεια και την ποιητική ατμόσφαιρα που έδωσε στην παράσταση την αναγκαία πνοή της.

Για τα θαυμάσια σκηνικά – κοστούμια της Έλλης Εμπεδοκλή, αυτό που έχουμε να σημειώσουμε είναι πως το θέατρο κερδίζει πλέον μια σοβαρή εργάτρια.

Η ποίηση υπήρχε παντού στην παράσταση. Στο μεστό κείμενο, στην αξιόλογη μουσική της Σίσσυς Βλαχογιάννη, στους έξοχους φωτισμούς του έμπειρου Λευτέρη Παυλόπουλου.

Η «Φροσύνη» έχει ευθυμία, έχει μεγάλη συγκίνηση και αφόρητο πόνο. Είναι ο θρύλος του κάλλους, είναι η γυναίκα που δεν δίστασε σε μια αντίξοη εποχή να δοκιμάσει την ομορφιά της ζωής. Μια παράσταση που σε αγγίζει βαθιά μέσα σου, αρκεί να αφήσεις έξω από το θέατρο τον εγωισμό της ατομικότητάς σου.

Η σημαντική αυτή κατάθεση, που έχει τις ρίζες της σε μία αληθινή ιστορία, ταυτόχρονα υπερασπίζεται τα δικαιώματα της γυναίκας σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Μιας γυναίκας, μάλιστα σαν τη Φροσύνη, που υπήρξε σύμβολο ελεύθερου πνεύματος.

 

Σκηνικά – Κοστούμια με την υπογραφή της Έλλης Εμπεδοκλή.

 

Συντελεστές

 

Κείμενο: Στέφανος Παπατρέχας
Σκηνοθεσία: Λάζαρος Βαρτάνης – Στέφανος Παπατρέχας
Σκηνικά – Κοστούμια: Έλλη Εμπεδοκλή
Μουσική: Σίσσυ Βλαχογιάννη
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Φωτογραφίες – Trailer – Σχεδιασμός αφίσας: Ναταλία Β.
Βοηθός σκηνοθέτη: Αλέξανδρος Καναβός
Επικοινωνία παράστασης: Μαριάννα Παπάκη

Στην παράσταση ακούγεται η φωνή του Αιμίλιου Χειλάκη

Ερμηνεύει η Σύνθια Μπατσή

  • Θέατρο Άβατον
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΗ Σύνθια Μπατσή είναι το σύγχρονο και ρομαντικό πρόσωπο της κυρα – “Φροσύνης”

Related Posts