Θωμάς Κοροβίνης, “O γύρος του θανάτου” (απόσπασμα)

To βιβλίο μιλά για τη ζωή και το θάνατο του Αριστείδη Παγκρατίδη που δικάστηκε και εκτελέστηκε ως Δράκος του Σέιχ Σου. Ο Παγκρατίδης συνελήφθη το 1963 και το 1968 εκτελέστηκε έξω από το Γεντί Κουλέ κλείνοντας τυπικά την υπόθεση του Δράκου του Σέιχ Σου και ξεκινώντας το μύθο του. Οι Θεσσαλονικείς, σοκαρισμένοι από την υπόθεση Λαμπράκη, καχύποπτοι απέναντι στο δικαστικό σύστημα και συνηθισμένοι να ζουν “στον καιρό των μεγάλων ρουφιάνων”, είδαν στον Παγκρατίδη ένα νέο που έζησε στην άκρη της ύπαρξης, ξέχωρα από τον κόσμο και την πραγματική ζωή, οπωσδήποτε ένα περιθωριακό στοιχείο, αλλά πάντως όχι έναν τρομερό δολοφόνο. Ο ίδιος ο Κοροβίνης διηγείται πώς πρωτάκουσε για τον Παγκρατίδη, παιδί ακόμα, στα καφενεία της πόλης και πως κανείς δεν πίστευε ότι ήταν στ’ αλήθεια ένοχος. Ο τρόπος που μιλά ο συγγραφέας για τον Παγκρατίδη είναι χαρακτηριστικός· με τον ίδιο τρόπο – και με την ίδια τρυφερότητα – περιγράφουν οι ήρωές του γύρου του θανάτου τον μυθιστορηματικό Αρίστο: ένα “ανυπεράσπιστο αγρίμι που φιγουράριζε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων”, ένας “καραβοτσακισμένος αλητάκος”, “ένας νεαρός περιθωριακός απόλυτα ευάλωτος, με τον περιπετειώδη και δραματικό βίο του να χρωματίζεται με τα κοινωνικά στίγματα μιας ολόκληρης εποχής”.

Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη “O γύρος του θανάτου” είναι ένα δυναμικό δραματικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην πολυτάραχη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη (1940-1968), ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε ως ο “Δράκος του Σέιχ Σου”. Μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές αφηγήσεις εννέα χαρακτηριστικών προσώπων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες ανάλογα με τα βιώματα, το χαρακτήρα και το ρόλο που διαδραματίζουν, η αφηγηματική δράση παρακολουθεί το σκηνικό που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Οι συγκλονιστικές, ωμές καταθέσεις των αφηγητών σκιαγραφούν την ψυχολογία των ανθρώπων και συσχετιζόμενες συνθέτουν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής ενώ παράλληλα ο μυθιστορηματικός χρόνος παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη.

“Από μόνη της η ζωή και ο θάνατος του νεαρού Παγκρατίδη ακούγεται σαν μυθιστόρημα και ο ίδιος φαντάζει ως ένας ντοστογιεφσκικού τύπου μυθιστορηματικός ήρωας. Αν επρόκειτο για πρωταγωνιστή κινηματογραφικής ταινίας, θα έβλεπα πίσω από την κάμερα τον Παζολίνι. Αποτόλμησε να ασχοληθεί μαζί του ο Θωμάς Κοροβίνης. Πώς όμως; Ο Θεσσαλονικέας συγγραφέας δεν επιλέγει μια ψυχογραφικού τύπου προσέγγιση του Παγκρατίδη, αποφεύγει επίσης να υιοθετήσει την οπτική του παντογνώστη αφηγητή και να τον τοποθετήσει ως ήρωα μιας κλασικότροπης μυθιστορηματικής αφήγησης, κινώντας τον και εμφυσώντας του μυθιστορηματική ζωή με τη μέθοδο μιας ψευδεπίγραφης αληθοφάνειας. Ο Κοροβίνης -ίσως και από σεβασμό για τα πάθη και το τέλος του πανάτυχου αυτού ανθρώπου- προτίμησε να τον προσεγγίσει δια της πλαγίας οδού. Μέσω μιας σειράς άλλων φωνών πλην της δικής του.
Αυτές οι φωνές -που φυσικά επινοεί ο συγγραφέας- με αποσπασματικό τρόπο προσφέρουν στον αναγνώστη τις ψηφίδες για να φτιάξει ο ίδιος πλευρές του πορτρέτου του μυθιστορηματικού ήρωα. Η αποσπασματικότητα είναι ο μόνος τρόπος -μοιάζει να μας λέει ψιθυριστά ο συγγραφέας- που μπορεί κανείς να πλάσει ένα τόσο αμφιλεγόμενο, με τόσες αντιφάσεις, τόσες σκοτεινιές, τόση Κόλαση και τόσο ελάχιστο Παράδεισο, μυθιστορηματικό ήρωα. Υιοθετώντας αυτόν τον πολυφωνικό αφηγηματικό τρόπο, ο Κοροβίνης καταφέρνει να φέρει σε επιτυχημένο πέρας και κάτι σημαντικότατο για το μυθιστόρημα. Να αναβιώσει μια ολόκληρη εποχή, χωρίς το πλούσιο πραγματολογικό υλικό που χρησιμοποιεί να κουκουλώσει το μυθιστόρημα και να το εκτρέψει από τη μυθιστορηματική του στόφα”. (Έλενα Χουζούρη, Αυγή, 3/1/2011)

***

…πόσες δεν τις πετάξανε στα σοκάκια, ξαναγυρίσανε στο πατρικό τους, δεν τις δέχτηκαν οι δικοί τους και γίνανε εξ ανάγκης πρόστυχες! Πόσες δεν τις έβαζε χέρι το αφεντικό κι εκείνες… μούγκα! Κι η κυρά του σπιτιού να τα ξέρει όλα -σχεδόν μπροστά στα μάτια της γίνονταν τα αίσχη- και να κάνει το κορόιδο και να ξεσπάει απάνω στην υπηρέτρια, απ’ το άχτι της, απ’ τη ζήλια της, να την εκδικηθεί. Σε άλλες δεν δίνανε ούτε άδεια εξόδου. Δεν ήταν μόνο η ξακουσμένη Σπυριδούλα που τη σιδερώσανε τ’ αφεντικά. Πόσες άλλες Σπυριδούλες, δούλες-Σπυριδούλες σαν κι αυτήν…
…ήτανε λέει καθισμένος στο κελί του την τελευταία νύχτα πριν τον εκτελέσουν και συλλογιόταν: «τον πατέρα μου τον έσφαξαν μπροστά μου. Κάποιος καπετάν Λεωνίδας. Δεν θέλω να θυμάμαι. Από τότε φοβάμαι το αίμα. και μια σταγόνα να δω, αναγουλιάζω και φεύγω. Τι θα μου κάνουν; Πώς θ’ αντικρύσω το δικό μου αίμα να τρέχει σαν ποτάμι; Ή μήπως εκείνη την ώρα δεν καταλαβαίνεις τίποτα; Μπαμ και κάτω; Η ώρα είναι τέσσερις. Σε δυο ώρες… Χειμώνας είναι. Έξω σφυρίζει ο Βαρδάρης. Ποιος να ‘ναι ξάγρυπνος τέτοια ώρα; Τι ώρα έπλασε ο Θεός τον κόσμο; Οι νυχτοφύλακες, οι φαροφύλακες, οι σκοπιές στον στρατό, στο ναυτικό, στην αεροπορία. Στα σύνορα. Αυτοί που φυλάνε εργοστάσια, δικαστήρια, διοικητήρια. Οι νυχτερινοί στη δουλειά. Που κάνουνε βραδινή βάρδια. Οι φαροφύλακες. Αυτοί ξαγρυπνούν σαν και μένα τον μελλοθάνατο.
…έγινε, λέει, στο Γεντί Κουλέ ανάστα ο Κύριος, την ώρα που τον έπαιρναν. Εκεί δίπλα, λένε, έγινε η εκτέλεση του Αριστείδη, στο βορειοανατολικό τμήμα έξω απ’ τα κάστρα του Γεντί, κοντά στον υπαίθριο χώρο, εκεί που γίνονται σήμερα συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις, στο θεό σου, καρντάση μου. Αχ, δεν με είχε πει λέξη για τα πάθη του, καρντάση. Δεν μπορούσε να πάει άλλο αυτή η δουλειά. Η μοίρα μου το’ χει για. Το τυχερό μου είναι αχ καρντάση! Ποτέ δεν στέριωσα. Έφυγε, χάθηκε κάποια μέρα ο Αρίστος, κι ούτε τον ξανάδα από τότε. Άστραψε σαν κεραυνός, μ’ έκαψε κι ύστερα έσβησε. «Φαρμάκι και μαχαίρι, φαρμάκι κι μαχαίρι ενθύμιο μ’ αφήνεις». Τέτοια τραγούδια τραγουδούσα εκείνο τον καιρό. Κατά βάθος θρήνος ήτανε, τραγουδούσα βαλαντωμένη. Τον είχα αγαπήσει πραγματικά, τον είχα βαθιά πονέσει. Τον ήθελα πολύ καρντάση μου. Τον γύρεψα, έτρεξα σε μοιρατζούδες, μέχρι μια χαρτορίχτρα Μενιδιάτισσα φώναξα, παντρεμένη στα Κάστρα, να με ρίξει τα χαρτιά∙ άφαντος. Ας μην τον ξανάβλεπα, μα να ‘χε προστασία στη ζωή, να ‘βρισκε το παιδί έναν άνθρωπο να τον τραβήξει στον ίσιο δρόμο, ένα βήμα απ’ τον γκρεμό στεκόταν ο δύστυχος. Κάθε χρόνο, 17 Φλεβάρη, μέρα της εκτέλεσής του, τον ανάβω το κεράκι του. Και μ’ έρχονται στο νου τα τελευταία του λόγια τα φαρμακωμένα, καρντάση μου, κι η καρδιά μου σπαράζει, τι να σε πω. «Παιδιά σας παρακαλώ, σκοπεύστε με καλά για να μην τυραννιέμαι». Έπεσε ικέτης στους άντρες του αποσπάσματος. Αυτή ήταν η τελευταία παράκληση. Τι να σε πω! Παλικάρι μου! Θαρρείς και πήρε κάτι απ’ τη δουλειά του, ναι, από κει πήρε, αυτόν τον κυνηγούσε η ζωή, καρντάση μου, όπως κυνηγούσαν οι μοτοσυκλέτες τον κίνδυνο σ’ εκείνο τον τρελό το γύρο του θανάτου.-

 

 

  • Διαβάστε επίσης:

Ο “Αρίστος” στο Θέατρο Νέου Κόσμου. “Αίμα και σπέρμα” ή οι ενοχές μέσα μας; Αφιέρωμα

***

Ο γύρος του θανάτου
Μυθιστόρημα
Συγγραφέας: Κοροβίνης Θωμάς
Εκδότης: Άγρα

  • Αρχική φωτογραφία: Σκηνή από τη δίκη του Αριστείδη Παγκρατίδη