Ο “Αρίστος” στο Θέατρο Νέου Κόσμου. “Αίμα και σπέρμα” ή οι ενοχές μέσα μας; Αφιέρωμα

Επιμέλεια: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

“Τη δεκαετία του ’50 είχε διαμορφωθεί στη χώρα μας ένα σκηνικό, όπου όποιος πολίτης δεν είχε συμπεριφορά δουλική ή προσαρμοστική τουλάχιστον στις εξουσιαστικές και κοινωνικές νόρμες της εποχής, όφειλε συχνά να λογοδοτεί”, έχει πει ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης.

Με μια νοσταλγική και εξωραϊστική διάθεση μπορεί κάποιοι σήμερα να πιστεύουμε πως τη δεκαετία του ’60 όλα ήταν όμορφα! Πιθανόν να μην έχουμε ακούσει πως η νεογνική και παιδική θνησιμότητα ήταν τεράστια. Σχεδόν δύο στα δέκα παιδιά πέθαιναν πριν ενηλικιωθούν. Πολλές γυναίκες πέθαιναν στον τοκετό. Οι πόλεις και τα χωριά ήταν υπέροχα, γραφικά! Χωματόδρομοι παντού, όπου τα παιδιά έπαιζαν ευτυχισμένα. Έτσι κι αλλιώς λίγα από αυτά πήγαιναν σχολείο. Όταν είχαν να φάνε βέβαια. Ή όταν δεν δούλευαν από 12 χρονών.

Τη δεκαετία του ’50, σχεδόν 70 χρόνια πριν, η Ελλάδα πάλευε – και τότε – να επιβιώσει, ρημαγμένη από τρία καταστροφικά γεγονότα: Τη ναζιστική θηριωδία του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον εμφύλιο σπαραγμό και λίγο αργότερα το τελειωτικό κτύπημα, με το κανόνι της υποτίμησης, στις 9.4.1953.

Κατόπιν, η δεκαετία του 1960 συνιστά τη “σύντομη” δεκαετία της μεταπολεμικής εποχής – μια εύστοχη υπενθύμιση της σχετικότητας του ιστορικού χρόνου, που αναδεικνύει όχι μόνο τη βίαιη ανακοπή των κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών εξελίξεων από τη δικτατορική επιβολή του 1967, αλλά και την έκταση και πυκνότητα αυτών των ίδιων των εξελίξεων σε πολλούς τομείς.

Για την ηθική της εποχής -λίγο πριν από τη δικτατορία των συνταγματαρχών-, ο Αρίστος ήταν το ιδανικό «ρεμάλι» για να του φορτώσουν κάθε πιθανό χαρακτηρισμό και κάθε απίθανη κατηγορία. Άλλωστε ήταν τελείως ανήμπορος να αντιδράσει. Ένα περιθωριακό άτομο, ένας κακομοίρης, ένας ορφανός, χωρίς μόρφωση, χωρίς χρήματα, χωρίς κανένα επιφανές σόι να τον στηρίξει, κανένα κόμμα πολιτικό να τον υπερασπιστεί. Δηλαδή ένας κοινωνικά ανύπαρκτος που εύκολα στοχοποιείται και θυματοποιείται.

 

 

Το παρακράτος

Ο Παγκρατίδης (τον φώναζαν «γουρούνα» γιατί έψαχνε στα σκουπίδια για φαγητό) συλλαμβάνεται λίγο μετά τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη, ενώ είχε προηγηθεί η δολοφονία του δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ και αποδεικνύεται για την Ασφάλεια ένα απρόβλεπτο δώρο ώστε να στραφούν τα βλέμματα του κόσμου από ένα έντονα πολιτικό θέμα σε ένα άκρως κοινωνικό. Το θέμα δεν είναι αν ο Παγκρατίδης ήταν αθώος ή ένοχος αλλά ότι δεν είχε δίκαιη δίκη καθιστώντας την εκτέλεσή του εγκληματική. Μέχρι το 1966, που έγινε η πολύκροτη δίκη του, διεξάγεται ένας αγώνας δρόμου ώστε να μην αμφισβητηθεί η ενοχή του.

“Η πόλη ολόκληρη (η Ουδετερούπολη) ήταν μπλεγμένη στο έγκλημα. Όποια πέτρα κι αν σήκωνες, όποια πόρτα κι αν χτυπούσες, από κάτω ή από πίσω θα έβρισκες ένα νήμα, έναν ιστό που είχε κάποια σχέση με την υπόθεση”, γράφει ο Βασίλης Βασιλικός στο “Ζ”, περιγράφοντας το κλίμα της πόλης την εποχή της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στις 22 Μαΐου 1963.
Η περίοδος αυτή υπήρξε πραγματικά πολυτάραχη και τα πολιτικά εγκλήματα, που συντελέστηκαν μέσα σε αυτή τη δεκαετία, στη Θεσσαλονίκη, αποτρόπαια. Αλλά η πόλη, όπως πολύ σωστά παρατηρούν όλοι σχεδόν οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν, είχε από τις αρχές του 20ού αιώνα εγκαινιάσει μια παράδοση «αίματος».
Για «πτώματα και φαντάσματα» που στοιχειώνουν τους δημόσιους χώρους της γράφει ο σύγχρονός μας, Σάκης Σερέφας. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Γ. Πεντζίκης, ο Νίκος Μπακόλας, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Ισίδωρος Ζουργός αλλά και δημοσιογράφοι, όπως “το δημοσιογραφικό τρίκυκλο” (Βούλτεψης – Μπέτζος – Ρωμαίος), ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο Σπύρος Κουζινόπουλος, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης, ο Χρίστος Ζαφείρης, έχουν αφιερώσει στα δικά τους βιβλία σελίδες, εμπνευσμένες από τις ιστορίες του αίματος, που κύλησε άφθονο στους δρόμους της πόλης.

Ένα αδίστακτο κράτος εν κράτει, ένα σύνολο παράνομων κρυφών μηχανισμών που έστεκαν δίπλα στην πολιτική εξουσία, ή μέρος αυτής, και έπρατταν ακολουθώντας εντολές της, ή και ανεξάρτητα, έκανε τα πάντα για να χειραγωγεί την πολιτική ζωή του τόπου.

Με το παρακράτος υποδηλώνεται, κυρίως, η μυστικά οργανωμένη εξουσία που βρίσκεται πλησίον και παρά του κράτους, δρα έναντι αυτού – ενίοτε δε και εναντίον του – σε κάθε περίπτωση, όμως, εν αντιθέσει του επικρατούντος Συντάγματος. Στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο καθιερώθηκε μετά τον εμφύλιο πόλεμο, κυρίως στις δεκαετίες του ’50 και του ’60.

Κλασική τακτική του μεταπολεμικού παρακράτους τη δεκαετία του ’60 ήταν να τρομοκρατεί τους πολίτες και τις οργανώσεις τους όταν ήθελαν να διαδηλώσουν ή όταν πλησίαζαν οι εκλογές. Επισκέπτονταν σπίτια, κυρίως αριστερών και κεντρώων, και απειλούσαν με διάφορες συνέπειες.

Ο “δράκος” στην τέχνη

Η υπόθεση του «δράκου» Παγκρατίδη έχει γίνει θρύλος, έχει μεταφερθεί στο θέατρο, στον κινηματογράφο, έγινε τραγούδι, ποίηση, ενώ μέχρι και πρόσφατα αρκετοί διανοούμενοι συνεχίζουν να ερευνούν τα μυστικά της. Μια πρωτοφανής αναζωπύρωση για ένα θέμα που ακόμα «καίει», ένα ασίγαστο ενδιαφέρον που ανάγει τον πρωταγωνιστή της, περίπου σε έναν λαϊκό ήρωα.

“Ο γύρος του θανάτου” του Θωμά Κοροβίνη σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη παραστάθηκε στο Βασιλικό Θέατρο στις 5/4/2013. Το 2014-15 η Νένα Μεντή ενσάρκωσε τη λαϊκή τραγουδίστρια στη μουσικοθεατρική παράσταση “Η Σύλβα και ο δράκος”

Το 1989 γυρίστηκε η ταινία «Υπόθεση Παγκρατίδη: Αθώος ή ένοχος», παραγωγής ΕΡΤ, κινηματογραφική μεταφορά της ομότιτλης τηλεοπτικής σειράς, βασισμένη στο βιβλίο – έρευνα του δημοσιογράφου Κώστα Τσαρούχα. Σκηνοθεσία Δημήτρη Αρβανίτη, σενάριο Γιάννη Τζιώτη με πρωταγωνιστές τον Γιώργο Μπέζο και τον Σπύρο Δρόσο. Η ταινία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, το ίδιο έτος. Το 1989 επίσης είχε προβληθεί η τηλεοπτική σειρά 7 επεισοδίων «Αθώος ή ένοχος», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του δημοσιογράφου Κώστα Τσαρούχα. Με καινούριο μοντάζ προέκυψε η κινηματογραφική ταινία.

“Είμαι αθώος”

Η εκτέλεση του «δράκου» του Σέιχ Σου, Αριστείδη Παγκρατίδη, έγινε στις 16 Φεβρουαρίου του 1968. Οι τελευταίες του ώρες στο κελί ήταν δραματικές. Κατά την τελευταία του εξομολόγηση, παραδέχτηκε ότι πουλούσε το κορμί του σε άντρες και ότι έκλεβε αλλά, με δάκρυα στα μάτια, επέμενε ότι δεν ήταν φονιάς. Λίγο πριν τον εκτελέσουν, ζήτησε να μεταφέρουν στη μητέρα του, ότι ήταν αθώος. «Είμαι αθώος. Λυπάμαι μόνο γιατί αύριο, που θα έρθει η μάνα μου στο επισκεπτήριο, δεν θα με βρει εδώ». Η μητέρα του πληροφορήθηκε την εκτέλεση του γιου της από τον δημοσιογράφο Κώστα Τσαρούχα, που έχει γράψει βιβλίο για την υπόθεση του Παγκρατίδη.

Ο συγγραφέας

Ο Θωμάς Κοροβίνης από μικρή ηλικία σφραγίστηκε από το κλίμα απαξίωσης του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης των ανθρώπων. Ήταν κοινή συνείδηση στη Θεσσαλονίκη τότε ότι ο Παγκρατίδης, ο οποίος εκτελέστηκε το 1968 ως «δράκος του Σέιχ Σου», υπήρξε ένα βολικό και εύκολο θύμα του ενοχικού εκείνου καιρού που τον εξέθρεψε. Ένα παιδί της φτώχειας, του πάθους και της μοίρας, που η ιστορία του -όταν την παρακολουθήσεις- σε βασανίζει και σε πονά.

Ο συγγραφέας σκύβει πάνω απ’ τα απολωλότα. Μαζεύει τα τσαλαπατημένα άνθη που απομένουν από το ποδοβολητό και το σάρωμα. Η πλούσια γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιεί δεν είναι φτιαχτή, έτσι μιλούσαν πριν από πενήντα και εξήντα χρόνια οι άνθρωποι. Οι εποχές μοιάζει να αλλάζουν αλλά κατ’ ουσίαν επαναλαμβάνονται.

“Ο βρόχος που μας έπνιγε τον καιρό των Θεσσαλονικιών δράκων και του φονικού του Λαμπράκη, τότε που η κοινή ελληνική πιεζόταν απ’ την καθαρεύουσα αλλά πλουτίζονταν από λαϊκά και αργκοτικά τσαλίμια, ξανασχεδιάστηκε σε νέο λουσάτο ντιζάιν για τον μέχρι χτες επαναπαυμένο και ξεγελασμένο μας σβέρκο», λέει.

Μερικά δημιουργήματα βγαίνουν από μία ανάγκη βαθύτατου χρέους… Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη “O γύρος του θανάτου” είναι ένα δυναμικό δραματικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην πολυτάραχη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη (1940-1968), ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε ως ο Δράκος του Σέιχ Σου.

Ο Κοροβίνης ξεψάχνισε τα δημοσιεύματα της εποχής. Ο Τύπος είχε οργιάσει. Στην υπόθεση Παγκρατίδη είχε βρει μια ιστορία χολιγουντιανών διαστάσεων, με δολοφονίες, βιασμούς, σεξουαλικές διαστροφές, πορνεία, εγκληματίες και κατατρεγμένους, διεφθαρμένους αστυνομικούς και αμείλικτους δικαστές, παιδεραστές, χαφιέδες, κράτος και παρακράτος. Ακόμα και τότε, όταν δηλαδή συνέλαβαν τον Παγκρατίδη και πανηγύριζαν οι χουντικοί τιμητές της δικαιοσύνης ότι αυτή θα αποδοθεί, ο κόσμος δεν είχε πειστεί για την ενοχή του. Την είχε και ο ίδιος ομολογήσει – υποστηρίζουν ότι αναγκάστηκε από το πολύ ξύλο –, αλλά αργότερα την πήρε πίσω. Φημολογείτο, άλλωστε, ότι ο πραγματικός Δράκος ήταν ο γόνος μιας πλούσιας οικογένειας. Η υπόθεση παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές ιστορίες της πόλης της Θεσσαλονίκης.

 

 

Εννέα χαρακτήρες 

Στην παράσταση “Αρίστος”, που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου, μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές αφηγήσεις εννέα χαρακτηριστικών προσώπων που μιλούν διαφορετικές γλώσσες ανάλογα με τα βιώματα, το χαρακτήρα και το ρόλο που διαδραματίζουν, η αφηγηματική δράση παρακολουθεί το σκηνικό που διαμορφώθηκε στη Θεσσαλονίκη μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Οι συγκλονιστικές, ωμές και κυνικές καταθέσεις των αφηγητών σκιαγραφούν την ψυχολογία των ανθρώπων και συσχετιζόμενες συνθέτουν το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής ενώ παράλληλα ο θεατρικός χρόνος παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της τραγικής προσωπικότητας του νεαρού Αριστείδη.

Οι εννέα τελείως διαφορετικοί άνθρωποι που σκόνταψαν πάνω στη ζωή του («ένα φιλαράκι» στην αλάνα, ένας αχθοφόρος, ένας γείτονας παρακρατικός, το αφεντικό του στο γύρο του θανάτου, μια τραγουδίστρια, μια τραβεστί κ.α.) έχουν δει μια πλευρά ο καθένας της πολυτάραχης και ουσιαστικά στερημένης ζωής του πρωταγωνιστή, που καταδικάστηκε κι εκτελέστηκε άδικα, ως εξιλαστήριο θύμα μιας πανικόβλητης από εγκλήματα κοινωνίας. Πέρα όμως από την ενδιαφέρουσα ατομική περίπτωση, βλέπουμε μια τομή της ελληνικής μετεμφυλιακής ιστορίας μέσα από διαφορετικά πρίσματα, και μάλιστα κατά κύριο λόγο από άτομα περιθωριακά.

Συγκλονιστική η παράσταση, που ρίχνει άπλετο φως σ’ ένα γεγονός της νεοελληνικής ιστορίας, για τη στοχοποίηση και την άδικη -όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων- καταδίκη του 28χρονου Αριστείδη Παγκρατίδη, για ειδεχθή κατά συρροήν εγκλήματα με θύματα νεαρές κοπέλες.

Η Θεσσαλονίκη της εποχής

Ο συγγραφέας Σάκης Σερέφας υποστηρίζει: «…Μια τοπική κοινωνία καθαρμάτων μαζί με την αστυνομική και δικαστική εξουσία έβαλαν στη μέση έναν ανθρωπάκο και τον κατασπάραξαν… Έναν αλητάκο που λειτουργούσε ως οπή ηδονής για τα αποβράσματα της πόλης, προερχόμενος από μια οικογένεια που μάτωσε στον Εμφύλιο. Παράλληλα μια ανθρωποφαγική τοπική κοινωνία, το παρακράτος στα ντουζένια του, και η αστυνομία που έβγαζε άφοβα τα νύχια της και που η δικαστική εξουσία με τη σειρά της λίμαρε θωπευτικά».

Την ίδια άποψη ενστερνίζεται και ο συγγραφέας Θωμάς Κοροβίνης: «Η Θεσσαλονίκη της εποχής χαρακτηρίζεται από ένα παρακράτος – απομεινάρια των ταγματασφαλιτών και Χητών- που εκφοβίζει την πόλη με τον αέρα φυσικά που του δίνει η Ασφάλεια. Η οργάνωση «Καρφίτσα», που λύνει και δένει, αποτελείται από ρουφιάνους και μάγκες που αποθρασύνονται και κάνουν ο,τι θέλουν. Στους κόλπους της κυοφορούνται οι δολοφόνοι του Λαμπράκη. Ο Παγκρατίδης συλλαμβάνεται λίγο μετά τη δολοφονία του βουλευτή και αποδεικνύεται για την Ασφάλεια η ιδανική περίπτωση να στρέψουν τα βλέμματα του κόσμου από ένα έντονα πολιτικό θέμα σε ένα κοινωνικό».

Ποιος ήταν ο Αρίστος

Ο Αριστείδης Παγκρατίδης (1940 – 16 Φεβρουαρίου 1968) κατηγορήθηκε από τις αστυνομικές αρχές της Θεσσαλονίκης ως ο υπαίτιος μιας σειράς δολοφονικών και ληστρικών επιθέσεων σε ζευγάρια στην περιοχή του δάσους του Σέιχ Σου το 1959.

Συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1963 ύστερα από την επίθεσή του σε 12χρονη τρόφιμο του ορφανοτροφείου «Μέγας Αλέξανδρος», δικάστηκε τον Οκτώβριο του 1964 και καταδικάστηκε σε εννέα χρόνια φυλάκιση. Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο διαβόητος «Δράκος του Σέιχ Σου», δικάστηκε τον Φεβρουάριο του 1966 καταδικάστηκε σε θάνατο ως άτομο επικίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και δύο χρόνια αργότερα, στις 16 Φεβρουαρίου του 1968 εκτελέστηκε στον τόπο που εγκλημάτησε, στο δάσος του Σέιχ Σου.

Ο Παγκρατίδης γρήγορα ανακάλεσε την ομολογία του ισχυρίστηκε ότι ελήφθη κατόπιν ψυχολογικών πιέσεων και σωματικής βίας και μέχρι τη στιγμή της εκτέλεσής του παρέμεινε σταθερός υποστηρίζοντας την αθωότητά του. Έκτοτε και μέχρι σήμερα, το αν ήταν αθώος ή ένοχος, παραμένει αμφισβητούμενο, με τους περισσότερους να υποστηρίζουν ότι ήταν αθώος, τελικά.

Γεννήθηκε τον Μάιο του 1940 στο χωριό Λαγκαδίκια της Χαλκιδικής, το μικρότερο από τα τρία παιδιά φτωχών αγροτών της περιοχής. Ο πατέρας του, Χαράλαμπος Παγκρατίδης, λοχαγός του ελληνικού στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δολοφονείται από αντάρτες του ΕΛΑΣ, κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, το 1945. Η οικογένεια (ο αδερφός του Παγκράτης, η αδερφή του Μαρίκα, ο ίδιος και η μητέρα τους Ελένη) έχοντας χάσει το βασικό της στήριγμα, φεύγει από τον Λαγκαδά και εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή της Τούμπας. Η μητέρα προσπαθεί να συντηρήσει την οικογένεια, κάνοντας οποιαδήποτε διαθέσιμη δουλειά, αργότερα γνωρίζεται με έναν εισπράκτορα λεωφορείων, τον Ευγένιο Αλεξιάδη, παντρεύονται και κρατάνε μαζί τους, το μικρότερο παιδί, τον Αριστείδη, ενώ τα δύο μεγαλύτερα (ο Παγκράτης Παγκρατίδης και η Μαρίκα Παγκρατίδη) στέλνονται σε συγγενείς τους στον Πειραιά. Ο Αριστείδης ή Αρίστος όπως τον φώναζαν οι γνωστοί, πήγε μόνο στις δυο πρώτες τάξεις του δημοτικού (από τις οποίες, την πρώτη τάξη έκανε τρία χρόνια να την τελειώσει) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γράψει ούτε να διαβάσει με ευκολία. Κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού, από πωλητής λεμονιών μέχρι λούστρος, από ρακοσυλλέκτης μέχρι σερβιτόρος και από χαμάλης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, βοηθός σε λούνα παρκ. Στην ηλικία των δέκα χρονών θα δεχτεί σεξουαλική επίθεση πρώτα από έναν χημικό, τον Απόστολο Λύτη, που ασέλγησε πάνω του με αντίτιμο 50 δραχμές. Από τότε, όταν η πείνα απειλούσε τη ζωή του, κατέφευγε σε αυτόν τον τρόπο προκειμένου να κερδίσει χρήματα.
Ένας από τους πρώτους πελάτες του ήταν και ο σιδηρουργός Βασίλης Μπαρδάζογλου, που στην κατάθεσή του στο δικαστήριο δήλωσε ότι με δέλεαρ τα λίγα χρήματα που του έδινε, ο Παγκρατίδης τον άφηνε να ασελγεί επάνω του: Το παιδί αυτό, τον Παγκρατίδη τον γνώρισα πριν δέκα χρόνια. Πουλούσε το κορμί του για δέκα φράγκα. Ερχόταν και μαζί μου και κάναμε τη δουλειά. Εγώ τον πλησίασα, εγώ είμαι γνωστός ο Βασίλης ο Τενεκετζής. Ήξερα ότι είναι κίναιδος. Πήγαμε στο Ρεντζίκι, του έδωσα 15 δραχμές. Έχω πάει πολλές φορές μαζί του.
Το ίδιο έκαναν και άλλοι άντρες του λιμανιού.
Το 1955 κλέβει από το κυλικείο του γυμναστηρίου του ΠΑΟΚ 120 δραχμές, συλλαμβάνεται και το δικαστήριο τον θέτει υπό την επιμέλεια της «Πρόνοιας Ανηλίκων» Την ίδια χρονιά μαζί με έναν φίλο του κλέβουν δύο ποδήλατα, τα πουλάνε, και με τα χρήματα ξεκινάνε για την Αθήνα. Όμως συλλαμβάνονται, δικάζονται από το Δικαστήριο Ανηλίκων Θεσσαλονίκης και στέλνονται στο Αναμορφωτήριο Ανηλίκων στο Βίδο της Κέρκυρας. Το 1957 βγαίνει από το ίδρυμα, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και ξαναρχίζει τη δουλειά στο λιμάνι. Επίσης θα εργαστεί σαν σερβιτόρος σε εξοχικό κέντρο, σερβιτόρος σε καφενείο και σε οποιαδήποτε δουλειά του ποδαριού βρεθεί. Το 1959, και ενώ δούλευε σε ένα τσίρκο της πόλης, θα πάει στο στρατό. Θα καταταχτεί το 1960, στην 20η μεραρχία τεθωρακισμένων του Ιππικού. Μετά τη λιποταξία του, τον Μάιο του 1961, θα απολυθεί ως ψυχικά διαταραγμένος εξαιτίας της τοξικομανίας του. Αυτήν την περίοδο επισκέπτεται συχνά πόρνες, αλλά εκδίδεται και σε άντρες πρόθυμους να πληρώσουν, σχετίζεται με τραβεστί, καπνίζει χασίς, πίνει πολύ κρασί και διασκεδάζει παρακολουθώντας κρυμμένος παράνομα ζευγαράκια.
Με τον χαρακτηριστικό ξύλινο τρόπο σκέψης εκείνης της εποχής, ο εισαγγελέας Πρωτοδικών της υπόθεσης γράφει:
«Ο Παγκρατίδης, ουδεμίας τυχών επιμελείας και διαπαιδαγωγήσεως, ετράπη εις την οδόν της διαφθοράς, αποκτήσας πολλάς ανωμαλίας χαρακτήρος και διαστροφάς… Ήταν ενεργητικός ομοφυλόφιλος, ηδονοβλεψίας, κλέπτης, υπεξαιρέτης, πότης, λιποτάκτης και καταχραστής χασίς».

Τον Αριστείδη Παγκρατίδη, τον φερόμενο ως «Δράκο του Σέιχ Σου», ο συντηρητικός Τύπος του 1963 (Ελληνικός Βορράς) τον αποκαλούσε «νεαρό ανώμαλο». Το 1966 καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο από το πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης. Η εκτέλεσή του έγινε στο μέρος που ήταν συνδεδεμένο με το όνομά του, το Δάσος του Σέιχ Σου. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε το δύστυχο παιδί ήταν: «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

Η παράσταση

Το βραβευμένο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου» με κεντρικό θέμα τη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «Δράκου του Σέιχ Σου», μεταφέρθηκε στη σκηνή, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου.

Η παράσταση ανέβηκε τον Φεβρουάριο 2018 στον Κάτω Χώρο και λόγω μεγάλης επιτυχίας συνεχίζεται στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, έως την 8η Ιανουαρίου 2019, τουλάχιστον. Πιθανόν και να παραταθεί.

Οι εννέα χαρακτήρες που στο βιβλίο συνδέονται με τον Αριστείδη Παγκρατίδη, Ο φίλος από την Τούμπα, η παραδουλεύτρα μάνα του, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ο παρακρατικός δωσίλογος περιπτεράς, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του σε ένα λαϊκό πανηγύρι, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια – οι δύο έρωτές του, ερμηνεύονται επί σκηνής από τρεις άριστους ηθοποιούς, την Ελένη Ουζουνίδου, τον Μιχάλη Οικονόμου, τον Γιώργο Χριστοδούλου.

Οι ερμηνευτές ζωντανεύουν μια ιστορία που μεταφέρει τους θεατές στις αλάνες της Θεσσαλονίκης, στις σκοτεινές πλευρές του λιμανιού, στα υπαίθρια πανηγύρια και στα υπόγεια μπουζουξίδικα της παλιάς Θεσσαλονίκης, σε ένα σκηνικό χρόνο που φτάνει μέχρι το 1960 όταν γίνεται είκοσι χρονών ο βασικός ήρωας, στον οποίο όλοι αναφέρονται.

Στη σκηνή παρουσιάζεται ένα ψηφιδωτό προσώπων που μεταφέρει τους θεατές στην αχλή ενός νουάρ παρελθόντος, στα ποτισμένα με πάθη σοκάκια της Θεσσαλονίκης και στα μυστικά που κρύβει η πόλη πίσω από το πέπλο του φαινομενικού της προσωπείου.

Μια αστυνομική πλεκτάνη, μια δικαστική πλάνη, μια άδικη εκτέλεση, ένας “δράκος” που διέφυγε;

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου φτιάχνει με το δικό του τρόπο τις εικόνες ενός ντοκιμαντέρ που αναμετράται με τη σκληρότητα της εποχής, του τόπου αλλά και των ανθρώπων του.

Μια ματιά πάνω σε έναν κόσμο σκοτεινό και τραχύ, το περιθώριο στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ‘60. Θεατρική γραφή προσεγμένη και απέριττη, ενδοσκόπηση, ψυχολογική μαρτυρία και στοχασμός δένονται με αξεδιάλυτο και γοητευτικό τρόπο. Ως εκ τούτου, άριστο τον βρήκαμε τον “Αρίστο” οι περισσότεροι θεατές. Με εκπληκτικές και ποιοτικές ερμηνείες, άρτιες εναλλαγές ρόλων και μια δυνατή σκηνοθεσία που ταξίδευε όλο σου το “είναι” σε έναν απίστευτο κόσμο, τις φτωχογειτονιές της Θεσσαλονίκης του ’60. Το πιθανότερο είναι κάποιους από τους μονολόγους να τους θυμάσαι για καιρό!

Οι ερμηνείες και οι συντελεστές

Και οι τρεις ηθοποιοί του “Αρίστου” έχουν άπειρες σκηνικές και υποκριτικές ικανότητες. Τους γνωρίζουμε θεατρικά από χρόνια και τους κατατάσσουμε στο ισχυρό οπλοστάσιο του ελληνικού θεάτρου, γιατί το αξίζουν.

Η Έλενη Ουζουνίδου είχε όλη τη λαϊκή δροσιά, την πηγαία θλίψη, τη συστολή της φτώχειας, τον πνιγμένο πόνο, την αθώα εσωτερικότητα, τον σπαραγμό, το σκοτεινό βυθό μιας ακύμαντης λίμνης, ό,τι ζητούσε ο ρόλος της μάνας. Αλλά και στο ρόλο της άλλης “μάνας” του Αρίστου, της τραγουδίστριας Σύλβας, έδωσε μια απύθμενα πληθωρική και απολαυστική ερμηνεία. Το ταλέντο της μετατρέπεται σε αγαλλίαση του θεατή.

Για τον Μιχάλη Οικονόμου έχω να σημειώσω για άλλη μια φορά τη φυσικότητα και την αλήθεια του, τη βαθιά σύλληψη των χαρακτήρων ως λόγο και ως γλώσσα του σώματος και γενικότερα την εξαιρετική σύνθεση στοιχείων που προέκυψαν από μια βαθιά ανάλυση των χαρακτήρων. Υποδύθηκε τον συμβολαιογράφο, τον ψαρά, τον χωροφύλακα και τη Λολό. Με ανάλαφρο ρεαλισμό, με θυμόσοφη γλαφυρότητα. Αποδεικνύοντας το κωμικό και κωμικοτραγικό του χάρισμα.

Ο Γιώργος Χριστοδούλου, ηθοποιός με ιδανική πληρότητα, ήταν συναρπαστικά πειστικός και αφάνταστα συγκινητικός. Άκρως ενδιαφέρουσες οι ερμηνείες του παρακρατικού και του αφεντικού του Αρίστου. Απογειωτικός ο τελευταίος μονόλογος, έβγαλε όλο το μεδούλι του έργου.

Ο μουσικός Γιώργος Δούσος συμπλήρωνε άξια το επί σκηνής κουαρτέτο με τις μελωδίες του.

Δεν πρέπει να παραληφθεί η εκπληκτική διασκευή και δραματουργική επεξεργασία της Θεοδώρας Καπράλου, που υπήρξε καθοριστική για την παράσταση.

Τα σκηνικά-κοστούμια της Κατερίνας Αριανούτσου, ο σχεδιασμός φωτισμών του Αλέκου Αναστασίου και η επιμέλεια κίνησης της Μαρίζας Τσίγκα πλήρως ενταγμένα στο γενικό παιχνίδι της σκηνοθεσίας του ικανότατου Γιώργου Παπαγεωργίου. Βασικός πυλώνας της παράστασης και η βοηθός σκηνοθέτη Μαρία Προϊστάκη.

Τελειώνοντας αυτό το πόνημα θα ήθελα να συμπληρώσω πως η ιστορία αυτή είναι μια ιστορία πολιτική και κοινωνική. Είναι δημόσια ιστορία και μικροϊστορία και ουδόλως η εύπεπτη υπόθεση ενός σίριαλ κίλερ ή δολοφόνου κατ’ εξακολούθησιν επί το ελληνικότερον, που τρέφει τη νοσηρή περιέργεια των αναγνωστών και των θεατών. Πέρα από τις ειδήσεις για το “αίμα και το σπέρμα” που τη συνοδεύουν και τα θρυλούμενα περί τον Παγκρατίδη, είναι μια υπόθεση για το φόβο, την καταδίκη, την κατακραυγή, την αδικία, τον κόσμο των δύο μέτρων και δύο σταθμών, την ερωτική παραφορά, τα πάθη μας, την τραγικότητά μας, τις ενοχές μας και τη διαφθορά μέσα μας.

«Αν ήταν αθώος ο Αρίστος πρέπει να δικαιωθεί η μνήμη του. Για να βρει ηρεμία η ψυχή του. Αλλιώς δεν θα μας φύγει αυτός ο κόμπος που μας πνίγει χρόνια τώρα. Γιατί πολλοί Θεσσαλονικιοί έχουν πρόβλημα με τον ύπνο τους». Το χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου «Ο γύρος του θανάτου» (εκδ. Άγρα) του Θωμά Κοροβίνη συνοψίζει σε λίγες αράδες μία από τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της Θεσσαλονίκης και μια πληγή που δεν έχει κλείσει έξι δεκαετίες μετά την εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «Δράκου του Σέιχ Σου».

***

 

 

 

Η θανατική ποινή

Η Ελλάδα κατήργησε επισήμως τη θανατική ποινή το 1993. Για την ιστορία, ο πρώτος που γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα και η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια ήταν ο Νίκος Κοεμτζής. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, 99 χώρες έχουν καταργήσει με νόμο ή στην πράξη τη θανατική ποινή, ενώ σε 95 ισχύει ακόμη. Η Ελλάδα ήταν από τις τελευταίες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης που κατήργησαν την έσχατη ποινή, ακολουθούμενη από την Ιταλία το 1994 (τελευταία εκτέλεση το 1947), την Ισπανία το 1995 (1975) και το Βέλγιο το 1996 (1950).

Ο Γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ έγραψε ότι «η ανωτάτη των ποινών είναι ο πιο προμελετημένος φόνος και δεν συγκρίνεται με καμία εγκληματική πράξη, όσο προμελετημένη και αν είναι αυτή. Γιατί, αν θέλαμε να τηρήσουμε τις αναλογίες, η θανατική ποινή θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για να τιμωρήσουμε τους εγκληματίες που είχαν προειδοποιήσει το θύμα τους για την ημερομηνία του θανάτου του ώστε να γνωρίζει ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά βρίσκεται στο έλεος του δολοφόνου του. Τέτοιο τέρας όμως δεν συναντάται στον κόσμο».

«Κέδρινος Λόφος» / Σέιχ Σου

Το Σέιχ Σου, το περιαστικό δάσος της Θεσσαλονίκης, πήρε την ονομασία του από ένα μουσουλμάνο αξιωματούχο, δηλαδή από ένα σεΐχη. Σέιχ Σου σημαίνει «νερό του σεΐχη», από μία βρύση που υπήρχε σε μουσουλμανικό νεκρικό μνημείο, έναν «τουρμπέ», το ερείπιο του οποίου σώζεται ακόμα στην τοποθεσία Χίλια Δέντρα.

Το Σέιχ Σου, που λέγεται και «Κέδρινος Λόφος», εκτείνεται στις νότιες και νοτιοδυτικές πλαγιές του Χορτιάτη μέχρι και το δρόμο Επταπυργίου – Ασβεστοχωρίου. Να πούμε πως σήμερα στο δάσος ευδοκιμούν 277 είδη ανώτερων φυτών, μεταξύ των οποίων και κάποια προστατευόμενα είδη όπως το χελιδονόχορτο. Υπάρχουν εκτεταμένα πευκοδάση, αλλά και κυπαρίσσια, πουρνάρια και πλατάνια. Όλον τον 19ο αιώνα, το Σέιχ Σου ήταν ένα δάσος από βαλανιδιές. Μέσα στον εικοστό αιώνα, σε εξήντα χρόνια αναδάσωσης, φυτεύτηκαν πέντε εκατομμύρια δέντρα, πολλά από τα οποία όμως έγιναν στάχτη στη μεγάλη πυρκαγιά του 1997, που κατέκαψε περισσότερο από το μισό του Σέιχ Σου.

Θωμάς Κοροβίνης / βιογραφικό

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της. Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9,58 FM της Θεσσαλονίκης. Έγραψε τα βιβλία: “Τουρκικές παροιμίες”, “Κανάλ ντ’ Αμούρ”, “Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου”, “Φαχισέ Τσίκα”, “Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες”, “Κωνσταντινούπολη, λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη”, “Ο Μάρκος στο χαρέμι”, “Το χτικιό της Άνω Τούμπας”, “Οι ασίκηδες”, “Οι ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας”, “Όμορφη νύχτα”, “Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία”, “Ο γύρος του θανάτου”, “Το αγγελόκρουσμα” κ.ά. Το 1995 βραβεύτηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί. Το 2011 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του “Ο γύρος του θανάτου”, με θέμα την υπόθεση του “Δράκου του Σέιχ-Σου”, Αριστείδη Παγκρατίδη. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Έχει συνεργαστεί με τα συγκροτήματα “Βόσπορος”, “Εν χορδαίς” και “Λωξάντρα”. Το 2002 δημιούργησε, μαζί με την Τουρκάλα ερμηνεύτρια Ντιλέκ Κοτς, το συγκρότημα παραδοσιακής ελληνικής και τουρκικής μουσικής “Ανατολίτικος Σεβντάς”. Δισκογραφία (σύνθεση-ερμηνεία): “Από έβενο κι αχάτη”, “Φουζουλή: Λεϊλά και Μετζνούν”, “Τακίμια”, “Το κελί”, και συμμετοχή ως στιχουργός σε δίσκους των Νίκου Παπάζογλου, Λιζέτας Καλημέρη, Χρήστου Τσιαμούλη, Βούλας Σαββίδη, Ελένης Βιτάλη, Δημήτρη Κοντογιάννη κ.ά. Συχνά παρουσιάζει συναυλίες με το δικό του ρεπερτόριο ή με θέματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού. Από το 2009, στις αρχές του καλοκαιριού, οργανώνει στο κτήμα του στα Λεχώνια Πηλίου μια βραδιά πανελλήνιας συνάντησης συγγραφέων και αναγνωστών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τη συμμετοχή μουσικών συγκροτημάτων.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Αρίστος»
Παράσταση βασισμένη στο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου»

  • Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος.

Συντελεστές της παράστασης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου
*
Παίζουν οι ηθοποιοί: Ελένη Ουζουνίδου, Μιχάλης Οικονόμου, Γιώργος Χριστοδούλου
*
Διασκευή / Δραματουργική επεξεργασία: Θεοδώρα Καπράλου
Μουσική: Γιώργος Δούσος
Σκηνικά-Κοστούμια: Κατερίνα Αριανούτσου
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Προϊστάκη
Μουσικός: Γιώργος Δούσος
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Μαρία Τσολάκη / mtsolaki@gmail.com

*

Θέατρο Νέου Κόσμου
Κεντρική Σκηνή
Έως 8 Ιανουαρίου 2019
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9.15 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 15 ευρώ, Μειωμένο 12 ευρώ.

*

ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΕΔΩ ΜΕ ΕΝΑ “ΚΛΙΚ”

*

Θέατρο του Νέου Κόσμου
Αντισθένους 7 και Θαρύπου
Αθήνα 11743
Τηλέφωνο 210-9212900
Μετρό σταθμός ΦΙΞ