Ο Σταύρος Νιάρχος και το άρωμα Σανέλ Νο 5…

Του Δημήτρη Λιμπερόπουλου (*)

 

…Του γαργαλούσε τη μύτη το Σανέλ νάμπερ φάιβ…
— Σανέλ, νάμπερ φάιβ; τη ρώτησε.
— Μάλιστα, σερ, απάντησε φοβισμένη, γιατί είχε βρει το μπουκαλάκι στο λουτρό που χρησιμοποιούσαν παλιά οι καλεσμένες του Νιάρχου…
Ο γέρος είχε μαλακώσει…
-«Τι μου θυμίζεις, μανούλι μου», ψιθύρισε κι έκλεισε τα μάτια.
Η νοσοκόμα ευχήθηκε ν’ αρχίσει να τη χαϊδεύει, γιατί όσο γέρος κι αν ήταν, δεν έπαυε να είναι ένας ζάπλουτος, που όχι μόνο μπορεί να της έκανε δωράκια, αλλά να τη θυμότανε και στη διαθήκη του…

***

 

Ο Σταύρος Νιάρχος με την πέμπτη γυναίκα του, Αθηνά – Τίνα Λιβανού.

 

Αλήθεια, αυτός τι έβαζε εκείνη την εποχή; Μπορούσε να το ξεχάσει;
Ποτέ: Χαβί ρουζ του Γκερλέν!
Τράβηξε αδύναμα την παλάμη του από το χεράκι της νοσοκόμας, έγειρε πίσω κι εκείνη αποτραβήχτηκε στη θέση της…
«Τομ, βρε Τομ», ψιθύρισε…
«Πολύ αργεί εκείνο το ελιξίριο, γι’ αυτό φέρε μου λίγο νέκταρ να βρέξω τα χείλη μου, που ξεραθήκανε»…
-Μάλιστα, κύριε, το ηδύποτό σας…
-Ώστε εδώ είσαι;
-Για πάντα, κύριε Σταύρο, δεν θα σας εγκαταλείψω ποτέ.

 

Η δεύτερη γυναίκα του Σταύρου Νιάρχου, η Μελπομένη Κάπαρη.

«Θα σας εγκαταλείψω όλους εγώ», σκέφτηκε ο γέρος, καθώς ο παλιός μπάτλερ έφτιαχνε τη δόση κι ο νέος τόλμησε να σκύψει και να του ψιθυρίσει:

***

«Ξέρετε, κύριε Τομ, ο γιατρός μου είπε ούτε γουλιά ποτό στον σερ».
… Ο Τομ τον αγριοκοίταξε κι έμεινε με το δίσκο στο χέρι, γιατί ο Μεγάλος ροχάλιζε… Διέταξε με ένα νεύμα τον Φελίξ να καθίσει στον καναπέ.
«Αν ξυπνήσει, να με φωνάξεις», είπε σιγά και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του…
Κάθισε στο γραφειάκι του και για μια ακόμη φορά έβγαλε από το συρτάρι τα ντοσιέ του…
Τον δυσκόλευε, τον μπέρδευε όλο αυτό το υλικό και δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει… Βρήκε μια σημείωση του εκδότη του: «Μπλέξε όλους τους μεγαλοεφοπλιστές και παρουσίασε τους σκληρούς και βίαιους, όχι μόνο στις δουλειές τους, αλλά σε όλες τους τις εκδηλώσεις… Παρομοίασέ τους με θαλάσσια κήτη που βουτάνε σε ανήλιαγα βάθη, εκεί που δεν φτάνουν τα αφρόψαρα… Ανέλκυσε την απληστία, τον ακόρεστο πόθο τους για πλούτο και ηδονή, σε μεγέθη που εντυπωσιάζουν τα αφρόψαρά-αναγνώστες»…
-Τέτοιου είδους βιβλίο, δηλαδή «τσόντα», αποκλείεται να γράψω.
Είχε απαντήσει στον εκδότη κι εκείνος τον συμβούλεψε: «Τότε μην παιδεύεσαι άδικα, γιατί ούτε δημοσιογράφος, ούτε συγγραφέας είσαι… Το μόνο που μπορείς να προσφέρεις είναι κουτσομπολιό και καυτές ερωτικές σκηνές των κροίσων, που υπηρέτησες και γνώρισες από κοντά»…
-Καλό σκυλόψαρο είσαι κι εσύ, που θέλεις να κατασπαράξεις τα θύματά σου, έκανε να του πει, αλλά προτίμησε να μουρμουρίσει: «Καλά, θα προσπαθήσω».

***

Ο Κεφαλλονίτης, όμως, δεν παράτησε την προσπάθεια κι άρχισε να ταξινομεί το υλικό του, κατά κεφάλαια κι ίσως αργότερα να εύρισκε άλλο σοβαρότερο εκδότη…
Ο ερασιτέχνης συλλέκτης και ίσως, μελλοντικός βιογράφος, είχε καταλάβει από το Σεν Μόριτς ότι ο Μεγάλος ξανάβλεπε σαν κινηματογραφική ταινία τη ζωή του κι όχι μόνο στο ξύπνιο του, αλλά και στον ύπνο του…
Και τι δεν θα ‘δινε ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος, αν μπορούσε να τοποθετήσει ένα μηχάνημα στο κεφάλι του Νιάρχου, που να μπορεί να καταγράφει τις αναμνήσεις και τις σκέψεις του…
Αυτό θα αποτελούσε μια συνταρακτική αυτοβιογραφία κι όχι φανταστική που θα επιχειρούσαν – μετά το θάνατό του – να γράψουν κάποιοι. Πραγματικά ο Σταύρος Νιάρχος, τόσο τελευταία στην Ελβετία, όσο και τώρα στην Αμερική, έφερνε διαρκώς στη σκέψη του συμβάντα από το παρελθόν…
Τίποτα καινούριο δεν τον ενδιέφερε πλέον. Ποιον; Αυτόν τον δαιμόνιο και προχωρημένο εφοπλιστή και επιχειρηματία, που οι ρηξικέλευθες αποφάσεις του χάραζαν νέους δρόμους, που οι άλλοι εφοπλιστές ακολουθούσαν μετά…
Κι όμως, μέσα στο βραχυκυκλωμένο από το χρόνο μυαλό του, έκανε και ορισμένες σκέψεις, που πήγαζαν από κάποιες εκπομπές της γαλλικής τηλεόρασης, με πνευματικούς ανθρώπους…
Φώναζε, λοιπόν, τον Τομ και του υπαγόρευε:
«Το καταραμένο κομπιούτερ, που έχω στο γραφείο μου, συγκεντρώνει το έργο μου, τον πλούτο μου, αλλά εξουδετερώνει την ατομικότητά μου, τις μεμονωμένες ιδέες μου»…
Γράφε, Τομ:
«Η νέα τεχνολογία δημιουργεί καινούριους μηχανισμούς, που εξαφανίζουν την ελευθερία και τη βούληση του ατόμου»…
Γράφε, Τομ:
«Η μετριότητα των Μedia αποσυναρμολογεί και αποπροσανατολίζει τα ταλέντα – δημοσιογραφικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά – και τα κατεβάζει από τα ύψη του πνεύματος στον πάτο του λαϊκισμού»…
Γράφε, Τομ:
«Το καινούριο σύστημα καταβροχθίζει τα εκλεκτά παιδιά του και ξερνάει στη δημοσιογραφία, στην τέχνη, στην πολιτική – παντού – τα σκάρτα»…

***

 

Ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος στην πρώτη γνωριμία του με τον Σταύρο Νιάρχο, τον Μάιο του 1959, στη Βουλιαγμένη. —Τι συμβαίνει παιδιά; Ρεπορτάζ στα κατσάβραχα; — Δυο λόγια κύριε Νιάρχο. Ποιος καλός άνεμος σας έφερε ως εδώ; Με κοίταξε με τη φιδίσια ματιά του, πάνω από τη γερακίσια μύτη, πήρε μια αναπνοή και μου έδωσε την εντύπωση ότι με έβλεπε σαν… σκουλήκι.

Ο Τομ, [κατά τη λαϊκή ρήση, “δώσε θάρρος στο χωριάτη, να σ’ ανέβει στο κρεβάτι”], τον διέκοπτε:
«Αυτά είναι χωρίς σημασία, γιατί δεν μου υπαγορεύετε σημαντικά γεγονότα της ζωής σας;».
Ο γέρος τον κοίταζε με υποψία, έτοιμος να εκραγεί, γιατί ο υποτακτικός του δεν τον είχε προσφωνήσει σερ… Αλλά δεν είχε άλλον να ξεσπάει και να του αποκαλύψει αυτό που κατέτρωγε τα σωθικά του και είχε αρνηθεί να το εκμυστηρευθεί ακόμη και στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο, που είχε σπεύσει να τον εξομολογήσει και να τον μεταλάβει… Δίσταζε, αλλά έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον, να του φύγει το βάρος που ένιωθε μέσα του, αφού ακόμη και τα παιδιά του δεν τον έπαιρναν πια στα σοβαρά. Ή μήπως δεν καταλάβαινε ότι κι η πιστή του γραμματέας βαριότανε τις φλυαρίες ενός ετοιμοθάνατου γέρου…
Γι’ αυτό ρωτούσε τον Τομ:
-Δεν μου λες, Άγγελε ή Διάβολε, – που εσύ μόνο ξέρεις τι είσαι – μήπως κρατιέμαι στη ζωή, για να ξεκαθαρίσω μερικές πράξεις μου, για τις οποίες με έχουν κατηγορήσει αυτά τα ανίκανα και ζηλόφθονα μερμηγκάκια, οι άνθρωποι;
-Λες να μην έκανα σωστά που αρνήθηκα να εξομολογηθώ στο δεσπότη που ήρθε, μυρίζοντας λιβάνι, αλλά και κολόνια, τις αμαρτίες μου;
-Ποιος ρε να εξομολογηθεί και σε ποιους αναμάρτητους; αγρίεψε ο γέρος.
-Εγώ που βλέπεις, μια ολόκληρη ζωή δεν έδωσα λόγο σε κανένα, γιατί δεν φοβήθηκα ποτέ κανένα… Ούτε κυβερνήσεις, ούτε κρατικά όργανα, ούτε νόμους… Μόνο τώρα φοβάμαι τον ξεπεσμό μου… Κατάντησα άβουλο κι αδύναμο γεροντάκι στα χέρια των γιατρών κι όλων αυτών των υποτακτικών που κουμαντάρουν τη ζωή μου, από το κρεβάτι ως την πολυθρόνα μου…

***

(*) Το παραπάνω είναι απόσπασμα από κείμενο του Δημήτρη Λιμπερόπουλου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εικόνες», του Αλέκου Φιλιππόπουλου, του Ανδρέα Μπόμη και της Πέλλης Κεφαλά.

***

 

Ο Σταύρος Νιάρχος με την τέταρτη γυναίκα του, Σαρλότ Φορντ.

 

 

Ο Σταύρος Νιάρχος γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1909, στην Αθήνα. Είχε πατέρα τον Σπύρο Νιάρχο, έμπορο ελαιολάδου. Μητέρα του ήταν η Ευγενία Κουμάνταρου, κόρη του αλευροβιομήχανου Σταύρου Κουμάνταρου. Ο Σταύρος Νιάρχος σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ήταν εφοπλιστής, επιχειρηματίας, συλλέκτης έργων τέχνης και ιδρυτής του ομωνύμου Ιδρύματος.

***

-Ο Σταύρος Νιάρχος σε ηλικία 21 χρόνων, το 1930, συνάπτει τον πρώτο του γάμο με την Ελένη Σπορίδη, κόρη ναυάρχου, με την οποία χωρίζει ένα χρόνο αργότερα.

-Το 1939 παντρεύεται με την 20χρονη Μελπομένη Κάπαρη, κόρη πλοιοκτήτη από τη Σύρο και χήρα διπλωμάτη.

-Το 1947 χωρίζει από τη γυναίκα του Μελπομένη και η γνωριμία του με τον εφοπλιστή Σταύρο Λιβανό θα τον βάλει στα μεγάλα σαλόνια. Φλερτάρει με τη 14χρονη κόρη του Τίνα και όταν ο πατέρας της αρνείται να του δώσει το χέρι της, λόγω της μικρής της ηλικίας, παντρεύεται τη μεγαλύτερη αδελφή της Ευγενία [στη βασική φωτογραφία του θέματος], με την οποία κάνει τέσσερα παιδιά: Τον Φίλιππο, τον Σπύρο, τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία – Ειρήνη.

-Το 1965 ο Νιάρχος, που τρελαινόταν για το σκι, γνωρίζεται στο σαλέ του στην Ελβετία με τη Σαρλότ Φορντ, εγγονή του θρυλικού αυτοκινητοβιομήχανου Χένρι Φορντ. Η νεαρή Αμερικανίδα μένει έγκυος και το σκάνδαλο ξεσπάει. Η Ευγενία ζητά και παίρνει διαζύγιο. Ο Νιάρχος παντρεύεται με πολιτικό γάμο τη Φορντ, η οποία φέρνει στον κόσμο το πέμπτο παιδί του, την Έλενα – Άννα.

-Ο Νιάρχος ξεπερνά γρήγορα τον τραγικό χαμό της Ευγενίας και το 1971 παντρεύεται την αδελφή της Τίνα Λιβανού, που φαίνεται να είναι ο μεγάλος του έρωτας. Η Τίνα είχε χωρίσει το 1959 με τον Ωνάση, αφού του είχε χαρίσει τα δύο παιδιά του, Αλέξανδρο και Χριστίνα. Το 1974 η Τίνα θα πεθάνει και αυτή από βαρβιτουρικά, εξαιτίας του χαμού του γιου της Αλέξανδρου σε αεροπορικό δυστύχημα. Οι φήμες οργιάζουν και πάλι. Η Τίνα πέθανε στο ξενοδοχείο «Ντε Σαντελιέ» του Παρισιού και ο Νιάρχος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.

***

 

Ο Σταύρος Νιάρχος με την πριγκίπισσα της Ιορδανίας Φριάλ.

 

 

 

Ύστερα από 22 χρόνια και έπειτα από αμέτρητα προβλήματα με την υγεία του, ο Σταύρος Νιάρχος πέθανε στις 15 Απριλίου 1996 στη Ζυρίχη από πνευμονία, σε ηλικία 87 ετών.
Η κηδεία του τελευταίου Χρυσού Έλληνα έγινε στη Λοζάνη. Η νεκρώσιμη ακολουθία ετελέσθη στον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Γερασίμου, στο ύψωμα που βλέπει στη λίμνη Λεμάν. Περίπου πενήντα συγγενείς και στενοί φίλοι και συνεργάτες του, παραβρέθηκαν. Ανάμεσά τους ο πρώην βασιλιάς της Ελλάδος Κωνσταντίνος, η οικογένεια του βιομηχάνου Τζιάνι Ανιέλι και η πριγκίπισσα της Ιορδανίας Φριάλ.
Ο χοροστατήσας στη νεκρώσιμη ακολουθία αρχιεπίσκοπος Ελβετίας Δαμασκηνός είπε μπροστά στο φέρετρο του μεγαλοεφοπλιστή:

«Χάσαμε ένα μεγάλο Έλληνα, έναν άνδρα που ενσάρκωνε το μύθο της Μεγάλης Ελλάδας».

Ο ενταφιασμός έγινε στο κοιμητήριο Μπουά ντε Βο, δίπλα στη σύζυγο του Ευγενία και κοντά στην επίσης, τελευταία, σύζυγο του και αδερφή της προηγούμενης, την Αθηνά – Τίνα.