Η Ιταλίδα ζωγράφος γεννήθηκε το 1532 σε μια φτωχή αλλά ευγενή οικογένεια της Κρεμόνα με επτά παιδιά. Η εκπαίδευσή της περιλάμβανε τις καλές τέχνες και μαθήτευσε με τοπικούς ζωγράφους δημιουργώντας ένα προηγούμενο: να γίνονται δεκτές οι γυναίκες ως μαθήτριες της τέχνης. Και τα έξι κορίτσια της οικογένειας ασχολήθηκαν με τη ζωγραφική παρότι μόνο η Sofonisba ασχολήθηκε επαγγελματικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής της με την τέχνη.

Σε ηλικία 14 ετών πήγε στη Ρώμη και εκεί γνώρισε σημαντικούς ζωγράφους της εποχής, ανάμεσα σε αυτούς και τον Μικελάντζελο, ο οποίος τη βρήκε εξαιρετικά ταλαντούχα και της προσέφερε με μεγάλη προθυμία καθοδήγηση και σκίτσα του να τα αντιγράψει με το δικό της ύφος. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να υπερβεί τους περιορισμούς του φύλου της, έτσι δεν είχε τη δυνατότητα να μελετήσει ανατομία και να κάνει μαθήματα γυμνού ώστε να δημιουργήσει πολυσωματικές συνθέσεις που απαιτούνταν για μεγάλης κλίμακας θρησκευτικούς ή ιστορικούς πίνακες. Μπορεί αυτό να την περιόριζε καλλιτεχνικά, όμως η επίμονη νεαρή αφιερώθηκε στη σπουδή πορτρέτων, ξεκινώντας από την οικογένειά της που χρησιμοποιούσε σαν μοντέλο και συνεχίζοντας με παραγγελίες από ευγενείς και αστούς. Όταν ταξίδεψε στο Μιλάνο προκειμένου να ζωγραφίσει τον Δούκα της Άλμπα, εκείνος, εντυπωσιασμένος από τη δουλειά της, τη σύστησε στον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β’, ο οποίος την κάλεσε στην αυλή του.
Αυτοπροσωπογραφίες:
Από το 1560 μπήκε στην αυλή του Ισπανού βασιλιά και δίδαξε τέχνη στην τρίτη σύζυγό του Ελισάβετ των Βαλουά παράλληλα με τη δημιουργία μιας σειράς έργων που απεικόνιζαν την ισπανική βασιλική οικογένεια. Εκεί, δούλεψε με έναν ακόμα ζωγράφο της αυλής, τον Alonso Sánchez Coello. Οι ιστορικοί τέχνης εξαιτίας της επιρροής που άσκησαν ο ένας στο έργο του άλλου απέδωσαν έργα της Sofonisba στον Coello, αλλά και σε έναν άλλο ζωγράφο της αυλής τον Juan Pantoja de la Cruz.
Παντρεύτηκε τον Don Francisco de Moncada, γιο του αντιβασιλέα της Σικελίας, ο οποίος αγαπούσε τη ζωγραφική της και μαζί εγκαταστάθηκαν έπειτα από οκτώ χρόνια στο Παλέρμο. Όταν πέθανε ο άντρας της ξαναπαντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στη Γένοβα. Εκεί στη γενέθλια πόλη του συζύγου της έγινε η σημαντικότερη ζωγράφος πορτρέτων της πόλης και άρχισε να ζωγραφίζει και πίνακες θρησκευτικού περιεχομένου, οι οποίοι, δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί. Τα τελευταία χρόνια έχασε την όρασή της και παρά το ότι δεν μπορούσε να ζωγραφίζει υποστήριζε μέχρι τέλους ενεργά την τέχνη και τους νέους καλλιτέχνες. Πέθανε το 1625 σε ηλικία 93 ετών στο Παλέρμο. Το παράδειγμα της Sofonisba Anguissola, όσο και το έργο της, είχε μόνιμη επιρροή στις επόμενες γενιές καλλιτεχνών και η μεγάλη της επιτυχία άνοιξε τον δρόμο σε μεγαλύτερο αριθμό γυναικών προκειμένου να χαράξουν σοβαρές σταδιοδρομίες ως καλλιτέχνες.










