35.9 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

«Ένα σκισμένο ύφασμα», του Κωστή Μεγάλη

«Ένα σκισμένο ύφασμα»
Γράφει ο Κωστής Μεγάλης
(Αφού στον Λαβύρινθο κάθε διάδρομος είναι ίδιος,
κάθε διάδρομος είναι αδιέξοδο…
Τότε γιατί ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει διέξοδο,
αντί να πλάσει τα φτερά του Ίκαρου και να πετάξει;
Κι ας πέσει μετά…
Τελευταία στιγμή πρόλαβα να τρυπώσω στο επόμενο δωμάτιο…
Ήταν εξίσου σκοτεινό με το προηγούμενο: Ένας μακρύς διάδρομος, παντελώς άδειος.
Όπως σε κάθε αρχή, στο βάθος του αχνοφαινόταν ένας Φως- μια ακόμη πόρτα, ήμουν σίγουρος.
Βέβαια, αυτό δεν είχε τόση σημασία. Σημασία είχε πως επιτέλους έβλεπα Φως…
Το πρόβλημα: για μια ακόμη φορά, έτσι απότομα, που είχε κλείσει η ριμάδα η πόρτα του
προηγούμενου διαδρόμου, είχε μαγκώσει την μπλούζα μου…
Προσπάθησα να προχωρήσω. Αλλά, τίποτα. Μια στιγμή γύρισα, για να δω πώς να την ξεκολλήσω, κι αμέσως άκουσα μέσα μου ένα ξαφνικό ουρλιαχτό να σπα τη Σιωπή Απόλυτης Αδυναμίας, που τόσο καιρό (πόσο ακριβώς;) με καταδυνάστευε.
«Όχι! Μπροστά!», ήταν τα λόγια αυτής της φωνής κι αμέσως υπάκουσα γυρίζοντας προς το βάθος του διαδρόμου. Ξαφνικά το Φως είχε αρχίσει να μειώνεται! Ή πόρτα έκλεινε! Απότομα ένιωσα την αδρεναλίνη να ρέει σαν χείμαρρος μέσα σ’ όλο το κορμί μου, σαν να ‘ταν και πάλι ζωντανό(;), κι αμέσως έτρεξα μπροστά σαν τρελός.
Τα πρώτα βήματα χρειάστηκαν λίγη παραπάνω δύναμη, αλλά με πολύ κόπο η μπλούζα ξεχειλώθηκε, σκίστηκε, ελευθερώθηκα (;) και για άλλη μια φορά έδωσα
ό,τι είχα και δεν είχα, για να φτάσω τη ριμάδα την πόρτα. Με κάθε νέο μου βήμα χανόταν και μια ηλιαχτίδα Φωτός, με κάθε χαμένη ηλιαχτίδα ο χτύπος της καρδιάς μου ανέβαινε μια τονική κλίμακα…
Μετά τα κλασικά: απότομο κλείσιμο της πόρτας μια στιγμή πριν τη φτάσω (παγιδευμένος σε φυλακή στην εξώπορτα του παραδείσου), επίμονη προσπάθεια ν’ ανοίξει το χερούλι μέσα σε άρνηση, σε Λήθη των ατέλειωτων προηγούμενων φορών, που το δοκίμασα και δεν έπιασε, μετά α-λήθεια, ανάκληση αυτών των αναμνήσεων, απ-ελπισία, πτώση στο κρύο μάρμαρο, κλάματα, υπερβολική επιβάρυνση των φωνητικών χορδών για βογγητά, γελοίες κραυγές, βρισιές προς την τύχη, τη μοίρα, την πραγματικότητα, μετά κατανάλωση όλων των διαθέσιμων οφθαλμικών υγρών
προς κλάμα, τότε από-γνωση από γνώση ότι βρίσκομαι πάλι στην ίδια ακριβώς ασύλληπτα παράλογη κατάσταση, από γνώση αδυναμίας ελέγχου της πραγματικότητας, αδυναμίας αλλαγής της όσο κι αν το κλάψω ή το σκεφτώ ζαλιζόμενος από σκέψεις στροβιλιζόμενες σα Σβούρες, που έπλασαν δαίμονες, για να μας εξαπατούν (ή να μας βοηθήσουν;)…
Ας μην επαναλαμβάνομαι, αγαπητέ μου εαυτέ. Τόσες και τόσες φορές έχεις ζήσει ακριβώς το ίδιο έργο, τόσες και τόσες φορές το ‘χεις ξεχάσει παρά τα συνεχή σημειώματα, που αφήνεις στον εαυτό σου στο ψυγείο κ’ έτσι τόσες και τόσες φορές, που μόλις πέρασες τη μια πόρτα, έχεις γυρίσει να κοιτάξεις τι σε κρατά πίσω, έχεις δει τη μαγκωμένη μπλούζα, έχεις θυμηθεί ότι κάθε φορά αυτό συμβαίνει, έχεις καταραστεί που πάλι το ξέχασες και μετά έχεις ζήσει την ίδια ακριβώς κατάσταση, που μόλις σου περιέγραψα. Το ελάχιστο, που μπορώ να σου προσφέρω μετά απ’ όλα τα
βασανιστήρια, στα οποία σ’ έχω υποβάλει, είναι να μη φλυαρώ…
Τι κάνω, λοιπόν, όπως κάνω κάθε φορά; Απλώς σηκώνομαι και… δεν ξέρω τι ακριβώς. Ποτέ δεν είναι το ίδιο, αλλά κάθε φορά κάτι, εύκολο ή δύσκολο, απλό ή περίπλοκο, ανοίγει κάποια στιγμή την πόρτα. Ή ίσως και η πόρτα ν’ ανοίγει από μόνη της, όταν επιλέξει η ίδια- ειλικρινά δεν ξέρω…
Πάντως κάθε φορά δεν έχω άλλη επιλογή απ’ τη μάχη, κάθε φορά φοβάμαι να παλέψω, αλλά το κάνω λόγω μιας απύθμενης φλόγας στα βάθη της ψυχής μου, που τρεμοπαίζει σπιρτόζα μόνο και μόνο στην ιδέα ότι μια μέρα ίσως φτάσω στο Φως, ότι μια μέρα ίσως υπάρχει κάτι στο επόμενο δωμάτιο, κ’ έτσι αυτή η απύθμενη φλόγα μ’ αναγκάζει να δώσω έναν ιερό όρκο στη θεά μέσα μου πως θα δώσω μέχρι και την τελευταία μου πνοή σ’ αυτή την παράλογη, άνιση και εκστατική μάχη…
Βέβαια, κάθε φορά αμέσως επανέρχεται η φωνή, που μετά το κλείσιμο της πόρτας με ζάλιζε με σκέψεις-Σβούρες, αυτή τη φορά μου μιλά με τρόπο πιο ειλικρινή, πιο υγιή, μου θυμίζει τις ατέλειωτες φορές, που είδα το Φως, ήλπισα σ’ αυτό, πάλεψα γι’ αυτό, αλλά κάθε, μα κάθε φορά, που τελικά έφτασα στο επόμενο δωμάτιο, ήταν κι αυτό σκοτεινό. Το Φως δεν είχε φανερωθεί ποτέ.
Τσακώνονται για λίγο η φωνή της φλόγας και του πάθους με τη φωνή της μνήμης και της λογικής, μέχρι που κάποια στιγμή επιτέλους δίνουν τα χέρια, συμφωνούν πως Φως δεν θα βρω (βρούμε;) στον επόμενο διάδρομο (επόμενος;), αλλά πως κάποια καλύτερη ιδέα απ’ τη μάχη δεν έχουνε (έχουμε;). Κι όταν δεν πάλεψα, κι όταν δεν έτρεξα προς το Φως κ’ έμεινα ακίνητος, πάλι το ίδιο ήταν…
Η ίδια η μάχη για τη μάχη δεν είναι η λύση, αλλά ίσως η μάχη μπορεί να δείξει κάτι, να γίνει μάχη για το Κάτι. Ίσως μετά από κάποιο αριθμό από πόρτες αυτή η ριμάδα η μπλούζα, που συνεχώς μαγκώνεται και μ’ εμποδίζει, ίσως σκιστεί τόσες φορές, που πια θα καταστραφεί τελείως.
Ίσως τότε βρω το Κάτι. Τι ακριβώς θα ‘ναι; Ποιος ξέρει; Εγώ απλώς πηγαίνω στην πίσω πόρτα, μαζεύω το σκισμένο μου ρούχο, το κρατώ σφιχτά πάνω από την καρδιά μου σαν να κρατώ την καρδιά μου κι αρχίζω την εξερεύνηση του νέου απέραντου κατασκότεινου δωματίου, μέχρι κάτι ν’ ανοίξει την μπροστινή πόρτα. Υποθέτω πάλι το ίδιο θα συμβεί… Υποθέτω…
Κλείνω με μια αυτονόητη ερώτηση, που ελπίζω ότι θα θυμηθώ, αν και αμέσως την ξεχνάω: Μα πώς δε σκέφτηκα ποτέ να βγάλω την μπλούζα μου;
Ένα ακόμη παιδί, που η μπλούζα του ήταν πάντα σκισμένη…
(Εδώ ο Λαβύρινθος ήταν πάντα πήλινος. Αλλά, αν είχες το θάρρος να πνιγείς στον ποταμό της Λήθης, να ξεχάσεις ό,τι τάχα για σένα «γνωρίζεις», και μετά να αναγεννηθείς, να εξερευνήσεις τον ποταμό της Μνήμης, τότε αυτός στον πήλινο Λαβύρινθο θα έρρεε και μεμιάς θα τον έλιωνε.
Και μετά ο άνθρωπος σαν μικρός δημιουργός, σαν ημίθεος, απ’ την αρχή θα τον έπλαθε…).

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -