17.1 C
Athens
Σάββατο 18 Μαΐου 2024

«Ριχάρδος III» του Σαίξπηρ. Από τη Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη μια παράσταση συνόλου με ωραίες, δυνατές ερμηνείες

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Η ομάδα Anima και η σκηνοθέτις Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη ανεβάζουν με έναν νέο, ανατρεπτικό τρόπο τον Ριχάρδο III του Σαίξπηρ. Η σύγχρονη «προοπτική» του κλασικού θεάτρου που ενδιαφέρει την ομάδα και η λοξή ματιά, που αντιμετωπίζει τα κείμενα, ενισχύεται από την επίκαιρη διασκευή του Ανδρέα Φλουράκη.

Πρόκειται για τρομακτική αποκάλυψη του «κακού». Στην εποχή μας είναι εύκολο να σκοτώνει κάποιος. Έχουμε δυστυχώς εξοικειωθεί όλοι με το έγκλημα και γινόμαστε απαθείς θεατές του. Η προσωπικότητα του Ριχάρδου ΙΙΙ είναι η προσωποποίηση της ασχήμιας, εσωτερικής και εξωτερικής. Τον διακρίνει μια γκροτέσκο κίνηση, ένα σήκωμα στο ώμο, η καμπούρα του και ένα θράσος, που τον κάνει αντιπαθή.

Είναι εντυπωσιακό πόσο αντιλαμβανόμαστε το έργο του Σαίξπηρ ως ιστορικό και πόσο αυτό βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Στην πραγματικότητα ο Ριχάρδος δεν έχει κάνει τίποτα από αυτά που το έργο του καταλογίζει και δεν είχε ούτε καν αυτό το παρουσιαστικό, που ο Σαίξπηρ του προσδίδει. Στην ουσία αποτελεί την πιο παρεξηγημένη προσωπικότητα της αγγλικής ιστορίας. Το μόνο κοινό που έχει με το έργο είναι ότι, όπως ο Ριχάρδος του έργου συγκεντρώνει πάνω του όλο το μίσος των υπολοίπων, έτσι και ο ίδιος ο Ριχάρδος δέχτηκε όλο το μίσος των ιστοριογράφων της εποχής.

Η ειρήνη και η ευημερία φαίνεται να έχουν επιστρέψει στην Αγγλία, μετά από έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο. Εγγυητής αυτής της ευημερίας είναι ο βασιλιάς Εδουάρδος, της δυναστείας των Γιορκ. Όμως, ο μικρότερος αδελφός του Βασιλιά, ο Ριχάρδος, αν και πολύ πίσω στη σειρά διαδοχής του στέμματος, επιθυμεί την εξουσία. Χωρίς αναστολές και με μια εκμαυλιστική γοητεία, αλλά και με εκβιασμούς, δωροδοκίες και χρησιμοποιεί τη βία, τη διπλωματία, την πειθώ, τη σαγήνη ενώ ενεργοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει, για να υπερπηδήσει όσα εμπόδια του κλείνουν τον δρόμο προς την κορυφή.

Το έργο είναι μια διαδοχή παιχνιδιών εξουσίας, όπως έρωτες, σεξ, η επικράτηση, τα λεφτά, η μυϊκή δύναμη.

Πάρτι, χορός, με καταπληκτική μουσική του Κώστα Νικολόπουλου. Η χειμωνιάτικη δυσαρέσκεια έγινε φωτεινό καλοκαίρι. Τα πολεμικά προσκλητήρια έγιναν προσκλητήρια για πανηγύρια. Ο Ριχάρδος, άχαρος και άσχημος, ακόμα και τα σκυλιά τον γαυγίζουν και αυτός επιδίδεται σε ό,τι άσχημο. Θα βάλει δαιμόνια στον αδελφό του ότι θα δολοφονηθεί από κάποιον που το όνομά του ξεκινά από «Κλ», για να ενοχοποιήσει τον άλλο αδελφό και να μείνει μόνος να αλωνίζει. Θα παντρευτεί τη γυναίκα του αδελφού του, την Άννα. Όλες αυτές οι σκευωρίες καθώς τις διηγείται συνοδεύονται από υπέροχη μουσική και ανάλογη χορογραφία, που διδάσκει η Σοφία Μαρτίου.

Μέσα στο έργο εμπλέκεται με φυσικό τρόπο η ιστορία ενός ηθοποιού, που διηγείται πως έχοντας έρθει από την επαρχία, για να σπουδάσει στη δραματική σχολή, χωρίς τη στήριξη των γονιών του, δούλευε ως σερβιτόρος για να πληρώνει τη σχολή, συγκατοικούσε με έναν συμφοιτητή του και πέρασε οντισιόν από έναν επώνυμο σκηνοθέτη που ανέβαζε τον Ριχάρδο ΙΙΙ και που ο ίδιος είχε τον κεντρικό ρόλο.

Ήταν παθιασμένος για το θέατρο, με ωραία κίνηση, πέρασε τη δοκιμασία του σκηνοθέτη και επέμενε λέγοντάς του να πάρει εκείνον γιατί είναι ο καλύτερος και ήθελε πολύ αυτή τη δουλειά. Ένας άνθρωπος με αξία, αλλά ευάλωτος, μιας και ο ίδιος αγωνιζόταν μόνος του για το όνειρό του.

Ο σκηνοθέτης του δήλωσε ότι θα τον δοκίμαζε σε διάφορους ρόλους. Τον ξεκίνησε από το νεκρό. Εκείνος τον διαβεβαίωνε ότι θα ήταν ο καλύτερος νεκρός που θα είχε δει. Πάντα πρόθυμος και πολύ ταλαντούχος.

Μια τραγική προοικονομία και παράλληλα έμμεση αναφορά σε όλες τις δυστυχώς σύγχρονες περιπτώσεις Me Too, όταν για να ικανοποιήσει τις φαντασιώσεις του ένας σκηνοθέτης, ή ένας σε θέση εξουσίας, όπως στο έργο του Σαίξπηρ, ο Ριχάρδος, εκτονώνει τα άγρια πάθη του και τις διαστροφές του, πάνω στα διαθέσιμα και ευάλωτα θύματά του, αφού πρώτα εκμαυλίσει και εκβιάσει ταλαντούχους ανθρώπους, που αναζητούν ευκαιρία να αποδείξουν το ταλέντο τους μέσα σε μια φιλόδοξη παράσταση, ή μια ανταγωνιστική κοινωνία, ή στον Σαίξπηρ ανθρώπους, που ενδόμυχα έχουν ελπίδες να ανέλθουν σε θέσεις εξουσίας.

Ο σκηνοθέτης τάζει ρόλους και εξέλιξη στο νεαρό (Γιώργης Παρταλίδης), ενώ του ασκεί σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση και εξουσιαστική βία. Ό,τι έκανε και ο Ριχάρδος στο έργο προς ικανοποίηση των σχεδίων του.

Εξαιρετικός ο Γιώργης Παρταλίδης όταν φέρελπις αξιώνει ρόλους, αλλά και όταν καταρρακώνεται από τη βία και την προσβολή. Μια πολυμορφική ερμηνεία, καθώς παράλληλα ερμηνεύει και ρόλους του έργου του Σαίξπηρ.

Ο Άντρας, ενήλικας πια (Σπύρος Κυριαζόπουλος), όσο θυμάται όσα βίωσε είναι κάτι που σίγουρα δεν μπόρεσε να ξεχάσει ποτέ και για να μιλήσει για όλα αυτά χρειάζεται τεράστιο ψυχικό σθένος.

Η Δημοσιογράφος (Δανάη Τάγαρη), που τον εισάγει στη σκηνή και που σκέφτεται να παρουσιάσει την περίπτωσή του στα μέσα ενημέρωσης, είναι κάπως επιφυλακτική και ελπίζει να της επιτρέψουν να το κάνει. Αν είναι δυνατόν, ένα έγκλημα να μην καταδεικνύεται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Ο Άντρας εξανίσταται. Μα βέβαια όταν έχει γίνει μια πανωλεθρία και ο εγκληματίας ζητά μόνο ένα άλογο για να διαφύγει, δίνοντας σε αντάλλαγμα όλο του το βασίλειο, όπως ο Ριχάρδος, ξεπουλώντας δηλαδή ό,τι έχει με δόλο αποκομίσει μπορεί κάποιος να αναλογιστεί την αθλιότητά του.

Μετά την οργανωμένη δολοφονία του Ερρίκου, η γυναίκα του, η Άννα (Ντένια Ψυλλιά) ζητά από τον ουρανό, τη γη, το θεό να εκδικηθούν τον φονιά.

Ο Ριχάρδος ανεπηρέαστος, ανελέητος, αδίστακτος της ζητά μια ευκαιρία. Εκείνη δεν θέλει να τον ακούσει, του λέει συγκεκριμένα ότι αν θέλει να εξιλεωθεί για τα εγκλήματά του να πάει να κρεμαστεί. Και ενώ αποκαλύπτεται η σκευωρία με τον Εδουάρδο και το φονικό, δεν αρνείται ότι σκότωσε τον ευγενικό Ερρίκο και εν συνεχεία ανερυθρίαστα φλερτάρει τη χήρα του, που τον φτύνει ευχόμενη το σάλιο της να είχε δηλητήριο αυτή τη στιγμή και να τον σκότωνε. Επιμένοντας της προτείνει το σπαθί του για να τον σκοτώσει. Επιμένοντας της δίνει δακτυλίδι, και τη φιλά. Εύχεται το πένθος να βαρύνει εκείνον που θα τον θάψει με τιμές.

Ο Ριχάρδος θριαμβολογεί, κέρδισε τη γυναίκα του νεκρού αδελφού του, της οποίας είχε σκοτώσει και τον πατέρα. Ποιος άλλος θα είχε ένα τέτοιο τρόπαιο με το τίποτα, μόνο με την τέχνη του υποκριτή. «Εγώ που δεν αξίζω ούτε το μισό του άνδρα της, την κέρδισα!».

Ο Ορέστης Τζιόβας στο ρόλο του Ριχάρδου, αλλά και του Σκηνοθέτη, κατορθώνει με περισσή δεξιοτεχνία να γίνεται αντιπαθής με διαφορετικό τρόπο, όταν υποκρίνεται και μηχανορραφεί σαν Ριχάρδος, αλλά και όταν παρενοχλεί, θωπεύει, ξεγυμνώνει, ασκεί τα ηδονοβλεπτικά του βίτσια και τις παράλογες απαιτήσεις του, κακοποιώντας τους ηθοποιούς του ψυχικά, όταν τους λέει άρρυθμους στην πρόβα, ενώ η κινησιολόγος τους δηλώνει ευχαριστημένη.

Ο Ριχάρδος σταδιακά ξεκάνει όλους τους συγγενείς του και τα παιδιά του αδελφού του με δυσφημήσεις χρησιμοποιώντας τον Μπάκιγχαμ, τους πολίτες και τους υπηρέτες σαν προπομπούς. Η ταρτούφικη τακτική του αποδίδει. Τους λέει κιόλας ότι αν τον κατηγορήσουν ότι αυτός τα υποκινεί όλα αυτά, να τον υπερασπιστούν. Ευθύς ζητωκραυγάζει το πλήθος για τον άξιο βασιλιά Ριχάρδο και ζητούν άμεσα την στέψη του μαζί με την βασίλισσά του την Άννα, που όμως γρήγορα ξεφορτώνεται καθώς διαδίδει ότι η Βασίλισσα είναι άρρωστη.

Για να σταθεροποιηθεί στην εξουσία, θα πρέπει να παντρευτεί την ανιψιά του, που έχει το θράσος να ζητήσει από τη χήρα του αδελφού του Βασίλισσα Ελισάβετ (Μαρία Καρακίτσου), της οποίας έχει τους δύο γιους και τον άνδρα. Εκείνη πραγματικά ταπεινώνεται από την ανηθικότητά του.

Σε μια σπαρακτική σκηνή, με υπέροχο φωτισμό (Γιώργος Αγιαννίτης) ο πληρωμένος δολοφόνος περιγράφει στον Ριχάρδο κατόπιν αιτήματός του τη δολοφονία των γιών του αδελφού του και αδελφών της Ελισάβετ. Φεύγοντας ο δολοφόνος του φιλά το χέρι και μετά σκουπίζεται, σιχαίνεται τη βρωμιά του, που αναβλύζει από παντού.

Η σκηνοθέτις Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη.

Η μελετημένη και αναλυτική σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη μαζί με την ελεύθερη και πραγματικά πολύ στοχευμένη διασκευή του Ανδρέα Φλουράκη δημιουργούν μια ολοκληρωμένη παράσταση που θέτει σύγχρονους προβληματισμούς για όσα συμβαίνουν γύρω μας, αλλά και για την ευθύνη αυτών που τα υφίστανται ή που επιτρέπουν αμέτοχοι να γίνονται.

Σε αυτό συνεπικουρούν η δραματολόγος, Ξένια Γεωργοπούλου, η πρωτότυπη μουσική του Κώστα Νικολόπουλου, η παραστατική, μοντέρνα και εκφραστική κίνηση και οι χορογραφίες της Σοφίας Μαρτίου, τα λειτουργικά, απλά σκηνικά και τα ευφάνταστα κοστούμια της Χαράς Κονταξάκη, ενώ δυναμιτίστηκαν με επιτυχία από τους φωτισμούς του Γιώργου Αγιαννίτη.

Όσα βαραίνουν την ψυχή του νεαρού ηθοποιού, από τα οποία και στην ενήλικη ζωή του δεν μπόρεσε να απαλλαγεί, άλλα τόσα βαρύνουν τον κάθε Ριχάρδο. Όλα τα φαντάσματα κάθονται πάνω στην ψυχή του ώστε να πεθάνει αγκαλιά με την απελπισία.

Μια παράσταση συνόλου με ωραίες, δυναμικές ερμηνείες. Αναλυτικά: – Ορέστης Τζιόβας: Ριχάρδος, σκηνοθέτης. – Γιώργης Παρταλίδης: νεαρός, νεκρός, Μπάκιγχαμ, πρίγκιπας, πολίτης. – Γιώργος Δεμελίδης: Μπάκιγχαμ, πολίτης, υπηρέτης, τσιράκι, φάντασμα. – Ντένια Ψυλλιά: Λαίδη Άννα, Ιερωμένη, φάντασμα. – Δημήτρης Καραβιώτης: Βασιλιάς Εδουάρδος, Πολίτης, Δήμαρχος, φάντασμα. – Μαρία Καρακίτσου: Βασίλισσα Ελισάβετ, Ιερωμένη. – Σπύρος Κυριαζόπουλος: Άντρας. – Δανάη Τάγαρη: Δημοσιογράφος.

Έρχεται πάντα η μάχη της ήττας, όπου αυτός που αδικεί εκλιπαρεί για έναν τρόπο διαφυγής, αλλά δυστυχώς δεν βρίσκεται πια τίποτα.

Ο «Ριχάρδος ΙΙΙ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ από τη Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη στο Σύγχρονο Θέατρο

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -