Cat Is Art

“Το Δεκαήμερο” ή πώς ο Τζιοβάνι Μποκάτσο υμνούσε τον έρωτα στα ζοφερά χρόνια της πανώλης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Ο Τζιοβάνι Μποκάτσο (1313-1375), που εμείς τον έχουμε εξελληνίσει σε Βοκάκιο, έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στα ιταλικά γράμματα, ιδίως στο πέρασμά της από τη λατινική στη νεότερη ιταλική γλώσσα. Είναι γνωστός κυρίως για το «Δεκαήμερο», γραμμένο στη Φλωρεντία την περίοδο 1350-1355.

«Όμως δεν θα ήθελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχιστεί μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς».
(Βοκάκιος, Το Δεκαήμερο)

 

 

Στα μέσα του 14ου αιώνα η Ευρώπη βίωσε μια δοκιμασία από εκείνες που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική μνήμη. Ήταν η επιδημία της βουβωνικής πανώλης, ο μαύρος θάνατος που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την ήπειρο, ερημώνοντας πόλεις και χωριά και προκαλώντας μια σειρά από κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις. Πολλές από αυτές αξιολογήθηκαν αργότερα ως θετικές: τα δυσεύρετα εργατικά χέρια απέκτησαν μεγαλύτερη αξία, το φαινόμενο της δουλοπαροικίας μαράζωσε, το βιοτικό επίπεδο για τους επιζώντες βελτιώθηκε, οι επιστήμες της ιατρικής και της φαρμακευτικής εξελίχθηκαν… Ακόμη, ο φόβος του θανάτου ξύπνησε σε μεγάλο μέρος του υγιούς πληθυσμού την αγάπη για τη ζωή. Οι γεννήσεις πολλαπλασιάστηκαν, τα αυστηρά ήθη χαλάρωσαν και, όταν πέρασε το πρώτο κύμα της επιδημίας, παρατηρήθηκε μια ροπή προς τις τέχνες και γενικά τις γήινες απολαύσεις.

Μέσα σε αυτήν την ταραγμένη -γεμάτη με θρήνο αλλά και αναδημιουργία- περίοδο, ένας Φλωρεντινός ονόματι Τζοβάνι Μποκάτσο, έφερνε στο φως ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά έργα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Το βιβλίο που ολοκληρώθηκε το 1353 είχε τον τίτλο “Decameron” και ήταν μια μεγάλη συλλογή μικρών ιστοριών, οι περισσότερες από τις οποίες προϋπήρχαν στην προφορική παράδοση. Ο Βοκάκιος τις συγκέντρωσε, τις ξεσκαρτάρισε και τις επαναδιατύπωσε, όχι στη γερασμένη και δυσκίνητη λατινική γλώσσα αλλά στην ολοζώντανη και γεμάτη χυμούς και χάρη φλωρεντινή διάλεκτο της εποχής.

Σαν συνδετική ύλη ανάμεσα στα διηγήματα, επινόησε μια κεντρική ιστορία: Δέκα πρόσωπα, επτά όμορφες νέες και τρεις χαριτωμένοι νέοι, αφήνουν τη χτυπημένη από την επιδημία Φλωρεντία και καταφεύγουν σε μια έπαυλη στους μαγευτικούς λόφους του Φιέζολε. Ήδη έχει δημιουργηθεί μια λογοτεχνικά ερεθιστική αντίστιξη. Από τη μία μεριά το μεγάλο θανατικό, που ο Βοκάκιος περιγράφει συγκλονιστικά στην αρχή και από την άλλη η ζωντάνια και η ευθυμία της νιότης. Πώς όμως θα περάσουν τον χρόνο τους στην απομόνωση οι δέκα νέοι; Θα αφηγούνται ιστορίες. Κάθε μέρα το κάθε πρόσωπο θα διηγείται από μία. Στις δέκα λοιπόν μέρες που θα μείνουν εκεί, θα ειπωθούν εκατό σύντομες ή λιγότερο σύντομες αφηγήσεις με επίκεντρο τον έρωτα. Άλλες είναι κωμικές και άλλες συγκινητικές. Άλλες διακρίνονται από τόλμη και ελευθεριάζουσα διάθεση και άλλες περιγράφουν ευφάνταστες φάρσες και κατεργαριές. Όλες όμως ξεχειλίζουν από ρυθμό, γοητεία και αυθεντικότητα, προσφέροντάς μας μια πάλλουσα, πολύμορφη και αρκετά διαφορετική από εκείνη που οι περισσότεροι έχουμε στο μυαλό μας εικόνα για τη ζωή στην προαναγεννησιακή Ιταλία.

Πέμπτη Ημέρα – IV Το κλουβί του αηδονιού

Η Ελίζα σώπασε ανάμεσα στις εγκωμιαστικές εκδηλώσεις της συντροφιάς, και η βασίλισσα πρόσταξε τον Φιλόστρατο να πάρει τον λόγο. Ο Φιλόστρατος, γελώντας, άρχισε να λέει:

Το γεγονός πως σας υποχρέωσα να χειριστείτε ένα ζοφερό θέμα, δημιούργησε τόσες έχθρες μεταξύ σας και άκουσα τόσες τσουχτερές παρατηρήσεις, που, για να αντισταθμίσω κάπως αυτές τις θλιβερές στιγμές, θεωρώ υποχρέωσή μου να σας διηγηθώ κάτι που να βάλει στο χείλια σας ένα χαμογελάκι: θα σας διηγηθώ λοιπόν μια πολύ σύντομη ερωτική ιστορία, που ύστερα από μερικές στιγμές θυμού και ντροπής, ανάκατης με φόβο, τελειώνει με γάμους και χαρές.

Δεν πάει πολύς καιρός, αξιότιμες κυρίες μου, που ζούσε στη Ρομανία ένας ιππότης πλούσιος κι από αρχοντική γενιά, ο μεσέρ Λίτσιο ντα Βαλμπόνα, που κοντά στα γερατειά του πια, του έδωσε μια κόρη η γυναίκα του, η ντόνα Τζακομίνα. Αυτή η κόρη, μεγαλώνοντας, έγινε η πιο χαριτωμένη και όμορφη κοπέλα του τόπου, κι όπως είχε μείνει μοναχοπαίδι, το αντρόγυνο την υπεραγαπούσε και την είχε μη στάξει και μη βρέξει, με την ελπίδα πως θα της βρισκόταν κάποιος σπουδαίος γαμπρός.

Στο σπίτι του μεσέρ Λίτσιο σύχναζε τακτικά, σαν δικός τους άνθρωπος, ένας νέος, ωραίος και δροσάτος, από την οικογένεια των Μανάρντι ντα Μπρετινόρο, που τον έλεγαν Ριτσιάρντο και που ο μεσέρ Λίτσιο και η γυναίκα του τον επέβλεπαν περισσότερο απ’ ό,τι θα επέβλεπαν ένα γιό τους. Μα ο Ριτσιάρντο πρόσεξε την ομορφιά της, τους γοητευτικούς τρόπους και τη χάρη της, κι όπως η κοπελίτσα ήταν σε ηλικία γάμου, την ερωτεύτηκε τρελά, μα έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει κρυφό τον έρωτά του. Η κοπέλα όμως το πήρε είδηση, δεν έκανε τίποτα για να τον αποθαρρύνει, και μάλιστα τον αγάπησε κι αυτή, προς μεγάλη χαρά του Ριτσιάρντο. Πολλές φορές ήταν στο νυν και αεί να της ξομολογηθεί τον έρωτά του, μα όλο δίσταζε και σώπαινε. Μια μέρα, ωστόσο, μάζεψε όλο το θάρρος και της είπε:

«Κατερίνα, σε ικετεύω, μη με κάνεις να πεθάνω από αγάπη».

Κι εκείνη του αποκρίθηκε αμέσως:

«Ο Θεός να δώσει να μη με κάνεις εσύ να πεθάνω».

Αυτή η χαριτωμένη απάντηση ενθάρρυνε πολύ τον Ριτσιάρντο, που της είπε:

«Τίποτα δεν υπάρχει που να μην το κάνω για το χατίρι σου, μα είναι στο χέρι σου να βρεις τον τρόπο για να σώσεις τη ζωή σου και τη δική μου».

«Ριτσιάρντο» του λέει τότε, «βλέπεις πόσο με επιτηρούν. Με τις δικές μου δυνατότητες, δε βλέπω με ποιο μέσον θα μπορούσες να ‘ρθεις στην κάμαρά μου. Αν βρεις όμως κάποιο τρόπο ν’ ανταμώσουμε δίχως να χάσω την υπόληψή μου, πες μου τον, και θα συμμορφωθώ».

Ο Ριτσιάρντο , που στριφογύριζε πολλά σχέδια στο νου του, είπε ξαφνικά:
«Γλυκιά μου αγάπη, έναν τρόπο βλέπω μονάχα: θα χρειαστεί να κοιμάσαι ή, τουλάχιστον, ν’ ανεβαίνεις στην ταράτσα που είναι προς το μέρος του κήπου. Όταν θα ξέρω πως θα ‘σαι εκεί, θα τα καταφέρω να σκαρφαλώσω, όσο ψηλά κι αν είναι».

«Αν έχεις το θάρρος να σκαρφαλώσεις, νομίζω πως θα βρω τον τρόπο να κοιμάμαι εκεί πάνω».

Ο Ριτσιάρντο της το επιβεβαίωσε. Τότε, φιλήθηκαν μονάχα μια φορά στα κλεφτά και χώρισαν.

Την κατοπινή μέρα – πλησίαζε κιόλας να τελειώσει ο Μάης – η Κατερίνα άρχισε να παραπονιέται στην μητέρα της πως την περασμένη νύχτα η ζέστη δεν την είχε αφήσει να κοιμηθεί.

«Κόρη μου» είπε αυτή, «για ποια ζέστη μου μιλάς; Δεν κάνει καθόλου ζέστη».

«Μητέρα» αποκρίθηκε η Κατερίνα, «θα ‘πρεπε να ‘χετε προσθέσει: όπως μου φαίνεται. Και τότε θα ‘χατε δίκαιο. Γιατί πρέπει να σκεφτείτε πως οι κοπέλες ζεσταίνονται πιο εύκολα από τις ηλικιωμένες».

Κόρη μου, αυτό είναι αλήθεια. Μα δεν μπορώ να κανονίσω τη ζέστη και το κρύο κατά το κέφι μου, όπως φαίνεται να θέλεις. Πρέπει να υπομένεις τη θερμοκρασία της κάθε εποχής. Ίσως απόψε να κάνει πιο δροσιά και να κοιμηθείς καλύτερα».

«Ο Θεός να δώσει!» είπε η Κατερίνα. «Μα οι νύχτες δε συνηθίζουν να δροσίζουν όσο πάμε προς το καλοκαίρι».

«Και λοιπόν, τι θέλεις να κάνω;»

«Αν είχα την άδεια του πατέρα μου και τη δική σας, θα ‘λεγα να μου βάλουν ένα κρεβατάκι στην ταράτσα που είναι πλάι στην κάμαρα του πατέρα μου, προς το μέρος του κήπου. Εκεί θα κοιμόμουν και θ’ άκουγα να κελαηδάει το αηδόνι Θα ‘ταν πιο δροσιά και θα κοιμόμουν καλύτερα απ’ ό,τι μέσα στην κάμαρά σας».

«Ησύχασε, κόρη μου» είπε η μητέρα της. «Θα μιλήσω του πατέρα σου και θα κάνουμε ό,τι πει εκείνος».

Σαν έμαθε την επιθυμία της κόρης του από τη γυναίκα του, ο μεσέρ Λίτσιο, που εξαιτίας της ηλικίας ήταν λιγάκι παράξενος, γκρίνιαξε:

«Τι είναι πάλι αυτή η ιστορία με το αηδόνι, που της χρειάζεται να το ακούει για να κοιμηθεί; Εγώ θα την κάνω να κοιμάται το απομεσήμερο με το τραγούδι του τζίτζικα».

Σαν το ‘μαθε η Κατερίνα, δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα – περισσότερο απ’ τη φούρκα της, παρά εξαιτίας της ζέστης – και το χειρότερο, δεν άφησε ούτε τη μητέρα της να κοιμηθεί, απ’ το παράπονό της πως πήγαινε να σκάσει. Η μητέρα της, που την άκουγε όλη νύχτα, πήγε το πρωί στον μεσέρ Λίτσιο και του είπε:

«Μεσέρ, δεν την αγαπάτε όσο πρέπει την κόρη σας. Τι σαν πειράζει να κοιμάται στην ταράτσα; Όλη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι της – τόσο πολύ ζεσταινόταν. Κι έπειτα, γιατί σας φαίνεται παράξενο πως της αρέσει ν’ ακούει το αηδόνι; Είναι νεαρούλα. Τους νέους τους τραβάει ό,τι του μοιάζει».

«Καλά, λοιπό:» είπε ο μεσέρ Λίτσιο. «Ας της βολέψουμε ένα κρεβάτι εκεί πάνω, ας βάλουν μια κουρτίνα ολόγυρα, κι ας ακούει όσο θέλει το αηδόνι να κελαηδάει».

Σαν έμαθε την πατρική απόφαση, η Κατερίνα έβαλε να στήσουν βιαστικά ένα κρεβάτι, κι όπως θα κοιμόταν εκεί την ίδια νύχτα, περίμενε να δει τον Ριτσιάρντο, και του ‘κανε το συμφωνημένο νόημα για να του δώσει να καταλάβει πως έπρεπε να ετοιμαστεί.

Ο μεσέρ Λίτσιο, σαν είδε πως η κόρη του πήγε να κοιμηθεί, έκλεισε την πόρτα της κάμαράς του που έβγαζε στην ταράτσα, και πλάγιασε κι ο ίδιος. Ο Ριτσιάρντο, βλέποντας πως παντού βασίλευε ησυχία, ανέβηκε στον τοίχο με μια σκάλα, και από κει, χρησιμοποιώντας τις πέτρινες προεξοχές άλλου τοίχου, με μεγάλο κόπο και με κίνδυνο να γκρεμοτσακιστεί, έφτασε στην ταράτσα. Η κοπέλα τον δέχτηκε δίχως να βγάλει μιλιά, αλλά με τη μεγαλύτερη χαρά, κι αφού αντάλλαξαν πολλά φιλιά, χώθηκαν στο κρεβάτι και πέρασαν ολόκληρη σχεδόν τη νύχτα παραδομένοι στην αμοιβαία ηδονή τους, κάνοντας πολλές φορές να κελαηδήσει το αηδόνι.

Η ηδονή τους ήταν μεγάλη, μα οι νύχτες μικρές. Πλησίαζε να ξημερώσει δίχως να το πάρουν είδηση, κι όπως είχαν ζεσταθεί από τα κουνήματα και τα γλυκά τους αγκαλιάσματα – ήταν κι ο καιρός ζεστός – αποκοιμήθηκαν ξεσκέπαστοι, με την Κατερίνα να ‘χει περασμένο το δεξί της μπράτσο κάτω απ’ το λαιμό του Ριτσιάρντο, και με ο ζερβό της χέρι να κρατάει σφιχτά εκείνο το πραγματάκι που ντρέπεστε, κυρίες μου, να ονοματίσετε μπροστά στους άντρες. Σ’ αυτή τη στάση τους βρήκε κοιμισμένους η μέρα, δίχως να τους ξυπνήσει.

Στο μεταξύ, σηκώθηκε ο μεσέρ Λίτσιο, θυμήθηκε πως η κόρη του είχε περάσει τη νύχτα στην ταράτσα, κι άνοιξε αθόρυβα την πόρτα… (συνεχίζεται)

Μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης

***

Ο Ιταλός ποιητής του «Δεκαήμερου», ο Βοκάκιος, είναι ο αναγεννησιακός ουμανιστής που τραγούδησε τον έρωτα στα ζοφερά χρόνια της πανώλης.

Ο μέγας ανατόμος των ανθρώπινων παθών περιλαμβάνεται στο πάνθεον των αναγεννησιακών ποιητών και συγγραφέων, από κοινού με τον Δάντη και τον Πετράρχη.

Μεγάλος ανθρωπιστής και πένα από τις λίγες, έβαλε σκοπό να υμνήσει τον έρωτα και τη χαρά της ζωής σε μια εποχή που ο άνθρωπος ενθαρρυνόταν ανοιχτά να εγκαταλείψει τις επίπλαστες επίγειες απολαύσεις.

Ανατρεπτικός καθώς ήταν, απέρριψε ανοιχτά την κατεστημένη σκέψη αλλά και το σύνολο της παραδοσιακής γραφής, μιλώντας τολμηρά για τα ανθρώπινα πάθη. Μέσα από το περιβόητο «Δεκαήμερό» του, αφηγήθηκε εκατό παραβολές για το θείο δώρο της ζωής σε μια εποχή που θέριζε μάλιστα η πανώλη και ο θάνατος.

Δέκα ημέρες, δέκα πρόσωπα, εκατό ιστορίες: ένα πλήθος περιστατικών και μια ατελείωτη σειρά μορφών από όλες τις κοινωνικές τάξεις παρελαύνουν από τις σελίδες του «Δεκαήμερου», με τις τολμηρές και σατιρικές ιστορίες που διηγούνται οι δέκα αφηγητές να φιλοτεχνούν μια σαγηνευτική ωδή στη ζωή. Η μοναδική αυτή άσκηση ύφους του Βοκάκιου έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για την παγκόσμια λογοτεχνία, με τη μετουσίωση του θανάτου σε ζωή να παραμένει φάρος λογοτεχνικής μετωνυμίας.

Μέσα στον όλεθρο που άφησε πίσω της στη Φλωρεντία η επιδημία πανώλης του 1348, ο Βοκάκιος καταβυθίστηκε στην τέχνη για να μας χαρίσει μια ευχάριστη και πολυσύνθετη αφήγηση, η οποία θα τον ενθρόνιζε ως έναν από τους σημαντικότερους λογοτέχνες όλων των εποχών…

Πρώτα χρόνια

Ο Τζιοβάνι Μποκάτσο (Βοκάκιος εξελληνισμένα) γεννιέται πιθανότατα το 1313 στη Φλωρεντία ή σε κοντινό χωριό ως νόθος γιος Τοσκανού εμπόρου, αν και για τη χρονιά γέννησής του δεν υπάρχουν μητρώα και ιστορική συναίνεση. Ακόμα και η βιολογική του μητέρα είναι άγνωστη (είτε παριζιάνα αριστοκράτισσα είτε κοπέλα ταπεινής καταγωγής), ο ευκατάστατος πατέρας τον αναγνώρισε πάντως και τον πήρε μαζί του παρά τις αντιρρήσεις της νόμιμης συζύγου του, μιας κοντέσας της περιοχής.

Ο έμπορος Μποκάτσο ντι Τσελίνο είχε μετακομίσει στη Φλωρεντία το 1312 για να δουλέψει στην πανίσχυρη τράπεζα Μπάρντι και Περούτζι και απέκτησε πλούτη και υψηλόβαθμες διασυνδέσεις. Ο Τζιοβάνι πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Φλωρεντία, αν και σύμφωνα με τις αυτοβιογραφικές αναφορές του, δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένα, καθώς αγάπησε από μικρός τη λογοτεχνία (ήδη από τα εφτά του χρόνια) και ήθελε να ακολουθήσει τον δρόμο του Δάντη και του Πετράρχη, αν και ο πατέρας δεν ήθελε να ακούσει καν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Το 1321, ο Τζιοβάνι θα βρεθεί να μαθαίνει λατινικά, αν και ο πατέρας θα έχει τον τελικό λόγο παίρνοντάς τον μαζί του στη Νάπολη το 1327 για να μαθητεύσει στην οικονομία και τους νόμους της αγοράς. Έπειτα από έξι χρόνια άγονης προπαρασκευής στο υποκατάστημα της τράπεζας, μια περίοδο που μίσησε όσο τίποτα ο Βοκάκιος, ήταν πια ώρα να ακολουθήσει την καρδιά του.

Η περίοδος αυτή δεν πήγε μάλιστα ολότελα χαμένη, αφού μέσω των διασυνδέσεων του πατέρα του (που είχε γίνει εν τω μεταξύ οικονομικός σύμβουλος του βασιλιά Ροβέρτου της Νάπολης) έγινε δεκτός στη σοφιστικέ αυλή που τόσο αγαπούσε τις τέχνες και τα γράμματα. Κι έτσι παράλληλα με τη δουλειά του ως τραπεζικός υπάλληλος, μαθήτευε δίπλα σε αστρονόμους, δικηγόρους και λογοτέχνες, οι οποίοι θα τον φέρουν σε επαφή με τα γραπτά της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας, της λατινικής γραμματείας αλλά και της γαλλικής μεσαιωνικής πεζογραφίας.

Μέσα στο καλλιεργημένο αυτό περιβάλλον αποφασίζει ο Βοκάκιος να στραφεί αποκλειστικά στη γραφή βρίσκοντας ταυτοχρόνως τη μούσα του: το Μεγάλο Σάββατο του 1336 γνωρίζει στον καθεδρικό της Νάπολης μια όμορφη νεαρή αριστοκράτισσα που αποκαλεί στα έργα του Φιαμέτα (πιθανότατα την κόρη του βασιλιά της πόλης), η οποία για ένα διάστημα ανταποκρίθηκε στον έρωτά του και μετατράπηκε έτσι στην απόλυτη έμπνευση για όλα του τα πρώιμα ιταλικά έργα…

 

 

Πρώτα έργα

Τα πρώτα ποιήματα του Βοκάκιου απαθανάτιζαν τον έρωτά του για τη Φιαμέτα και περιέγραφαν τα τεκταινόμενα στη ναπολιτάνικη βασιλική αυλή μέσα από αλληγορίες και φανταστικά περιστατικά. Ξεκινώντας από το 1334, άρχισε να δημοσιεύει τις πρώτες του ερωτικές συνθέσεις, μεταξύ των οποίων και δύο ιστορίες που θα επανεμφανίζονταν αργότερα στο «Δεκαήμερο».

Στα ποιήματα της εποχής κατάφερε να αγορεύσει ακόμα και λαϊκά ιταλικά ρητά σε μορφή τέχνης, εκφράζοντας συναισθήματα με μια πρωτοφανή για την εποχή τολμηρότητα. Ο «Φιλόστρατος» μάλιστα ενέπνευσε αργότερα μέχρι και τον Σέξπιρ, την ίδια στιγμή που τα πρώτα του αυτά ποιήματα βρήκαν μεγάλη απήχηση στη ναπολιτάνικη αριστοκρατία. Ξεχωρίζουν το μικρό ποίημα «Το κυνήγι της Άρτεμης», ο «Φιλόκαλος», ο «Φιλόστρατος» φυσικά, το ειδυλλιακό παραμύθι «Νυμφαίος του Αμέτο», το αλληγορικό ποίημα «Ερωτικό όραμα», το ερωτικό διήγημα με μορφή ερωτικού έπους «Φιαμέτα» και το μυθολογικό ειδύλλιο «Νυμφαίος του Φιέζολε».

Το 1340, ο πατέρας του έχασε τα πάντα από την πτώχευση της τράπεζας και ανακάλεσε τον Βοκάκιο πίσω στη Φλωρεντία, κάτι που ανέτρεψε τη λογοτεχνική καριέρα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ότι θα έκανε στη Νάπολη. Για την περίοδο αυτή ελάχιστα είναι γνωστά ή ιστορικά επιβεβαιωμένα, αν και τα έργα μεταξύ 1341-1346 αποκαλύπτουν μια στροφή στις συγγραφικές του αναζητήσεις, καθώς πλέον στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά στις αλληγορίες, με την ώριμη τώρα γραφή του να προοιωνίζεται το «Δεκαήμερο».

Ξέρουμε πάντως ότι το 1346 βρίσκεται στη Ραβένα, καλεσμένος στην εκεί βασιλική αυλή, και την επόμενη χρονιά θα βρεθεί για σύντομο διάστημα στην αγαπημένη του Νάπολη. Το 1348 ήταν στα σίγουρα στη Φλωρεντία όταν χτύπησε η επιδημία πανώλης που έσπειρε την καταστροφή στην πόλη και θα απαθανατιζόταν στο «Δεκαήμερο», όπως και το 1349, τη χρονιά θανάτου του πατέρα του, όταν η φήμη του άρχισε να προηγείται εντός των τειχών της πόλης. Μέχρι τότε είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει το «Δεκαήμερο», το οποίο ολοκληρώθηκε το 1353 (ή 1355, κατά άλλες πηγές)…

 

 

Το «Δεκαήμερο»

Το μεγάλο αριστούργημα του Βοκάκιου γράφτηκε στα σκοτεινά χρόνια της πανώλης και πρόκειται για ένα πολυσύνθετο έργο που συνεχίζουν να αναλύουν οι φιλόλογοι σε όλους αυτούς τους αιώνες. Ο Βοκάκιος διηγείται μέσα σε 850 σελίδες πώς εφτά νέες γυναίκες και τρεις νεαροί άντρες εγκαταλείπουν την πόλη και καταφεύγουν σε μια μακρινή εξοχική κατοικία περιμένοντας να κοπάσει η συμφορά. Η παρέα αποφασίζει για να σκοτώσει την ώρα της να αφηγηθεί διάφορες ιστορίες κατά τη διάρκεια του δεκαημέρου που κρατάει η εκδρομή. Οι πηγές του έργου πολλές και διάφορες, από αρχαίες και ανατολικές παραδόσεις, Ιταλούς προδρόμους και εκκλησιαστικούς θρύλους μέχρι και χρονικά πόλεων και ηγεμόνων, λαϊκά ρητά, ανέκδοτα και ελάχιστα εφευρήματα του συγγραφέα.

Η λογοτεχνική αξία του αριστουργήματος αυτού της παγκόσμιας γραφής δεν έγκειται λοιπόν στην όποια πρωτοτυπία των θεμάτων του, αλλά αποκλειστικά στην απόδοσή τους, την καλλιτεχνική παραλλαγή γνωστών μοτίβων και τον ασυνήθιστα παιγνιώδη τρόπο της καταγραφής τους. Ο Βοκάκιος αναπαριστά τη ζωή με τρόπο «γήινο», μακριά από ηθοπλασίες και διδάγματα. Τίποτα δεν είναι ιερό ώστε να μην μπορεί να περιγραφεί («Δεν υπάρχει πράγμα τόσο άτιμο που να προσβάλει εάν αυτό λέγεται με τίμια λόγια: και αυτό μου φαίνεται ότι εδώ το έχω κάνει αρκετά καλά») και ο συγγραφέας αποκαλύπτει με τόλμη τα ανθρώπινα πάθη, κάτι που θα ωθήσει πολλούς συγχρόνους του να το χαρακτηρίσουν «έκφυλο» και «πρόστυχο». Ο ίδιος ο Βοκάκιος μετάνιωσε στα τελευταία του που το είχε δημοσιεύσει, αν και μέχρι τότε το «Δεκαήμερο» ήταν γνωστό στα πέρατα της μεσαιωνικής Ευρώπης, ως πρότυπο ιταλικής λογοτεχνίας…

 

 

Άλλα έργα και κατοπινά χρόνια

Το φθινόπωρο του 1350, ο Βοκάκιος υποδέχεται ως καλεσμένο του στη Φλωρεντία τον εθνικό ποιητή της Ιταλίας, Πετράρχη (Φραντσέσκο Πετράρκα), τον λογοτεχνικό του «δάσκαλο», όπως τον αποκαλούσε ο νεότερός του Βοκάκιος. Αυτή θα ήταν η αρχή μιας παντοτινής φιλίας, η οποία έφτασε ως εμάς μέσα από την ελάχιστη μεν, δηλωτική δε επιστολογραφία τους.

Ο Πετράρχης μύησε τον Βοκάκιο στον αναγεννησιακό ουμανισμό και περαιτέρω στη λατινική και αρχαιοελληνική λογοτεχνία, κάτι που εκφράζεται στις λατινικές πραγματείες του καιρού: «Περί της γενεαλογίας των θεών» (η πρώτη ταυτόχρονα μυθολογική εγκυκλοπαίδεια), «Βουκολικό άσμα», «Περί των ενδόξων ανδρών», «Περί ορέων και δασών» και το magnum opus του στη δοκιμιακή του φαρέτρα, το «Περί διασήμων γυναικών».

Μεταξύ 1350-1354 τιμήθηκε από το βασίλειο της Φλωρεντίας με κρατικά αξιώματα και στάλθηκε σε πλήθος διπλωματικών αποστολών ως προβεβλημένο μέλος της τοπικής κοινωνίας. Από το 1355-1360 συνέχισε να συντάσσει τις λατινικές του πραγματείες, σε πλήθος τόμων η καθεμιά, που περιλαμβάνουν από πλήρη κατάλογο των γεωγραφικών προσωνυμίων που συναντάμε στους κλασικούς συγγραφείς μέχρι και βιογραφίες 104 γνωστών γυναικών (από τη βιβλική Εύα μέχρι και πριγκίπισσες της εποχής του).

Κάτω από τις δικές του υποδείξεις μεταφράστηκαν στα ιταλικά τα ομηρικά έπη και έβαλε τους μαθητές του να αρχίσουν να διδάσκουν ελληνικά στη Φλωρεντία και την Τοσκάνη, με την οικία του να έχει μετατραπεί σε αιχμή του δόρατος του αναγεννησιακού ανθρωπισμού.

 

 

Το 1362 ένας μοναχός τον προσέγγισε και τον ενημέρωσε για την προφητεία του για τον άμεσο θάνατο του Βοκάκιου, συνιστώντας του να εγκαταλείψει άμεσα τις επίγειες ασχολίες του και να αφιερωθεί στον Θεό. Βαθύτατα συγκλονισμένος, ο Βοκάκιος αποκήρυξε τα έργα του και θέλησε να τα καταστρέψει και χωρίς τη σωτήρια παρέμβαση του Πετράρχη, η εργογραφία του μπορεί να ήταν παρελθόν.

Με τα οικονομικά του για άλλη μια φορά σε κακή κατάσταση, πήγε στη Νάπολη ψάχνοντας υποστήριξη από τους αριστοκράτες θαυμαστές του, αν και έφυγε σύντομα καθώς κανείς δεν τον χρηματοδότησε. Αφού πέρασε ένα τρίμηνο δίπλα στον Πετράρχη στη Βενετία (1363), λειτούργησε άλλες δύο φορές ως πρεσβευτής της Φλωρεντίας στον πάπα Ουρβανό Ε’ (1365 και 1367) και προσπάθησε για άλλη μια φορά να βρει τη θέση του στη ναπολιτάνικη κοινωνία (1370).

Αποθαρρυμένος, αποσύρθηκε σε χωριουδάκι στα περίχωρα της Φλωρεντίας, όπου παρά την κακή κατάσταση της υγείας του διάβαζε καθημερινά αποσπάσματα της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη στον καθεδρικό της πόλης. Εκεί έμαθε αργοπορημένα τα νέα για τον θάνατο του καλού του φίλου Πετράρχη το 1374 και στις 21 Δεκεμβρίου 1375 ο Βοκάκιος άφησε την τελευταία του πνοή ως ένας από τη σπουδαία συγγραφική τριανδρία της αναγεννησιακής Ιταλίας…

 

  • Φωτογραφίες από την ταινία “Δεκαήμερο” του Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου“Το Δεκαήμερο” ή πώς ο Τζιοβάνι Μποκάτσο υμνούσε τον έρωτα στα ζοφερά χρόνια της πανώλης

Related Posts