Cat Is Art

Πλάτων Ροδοκανάκης, “Το βυσσινί τριαντάφυλλο” και ο αισθητισμός

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr

Ωραιοπαθής και ωραιολόγος, πιστός του δόγματος “η τέχνη για την τέχνη”, ο Πλάτων Ροδοκανάκης διεκδικεί, περισσότερο ίσως από τον Χρηστομάνο, τον τίτλο του κατεξοχήν εκπροσώπου του αισθητισμού στην πεζογραφία μας. Ιδιοσυγκρασία δραματικά διχασμένη ανάμεσα στον ασκητισμό και τον άκρατο αισθησιασμό, βρίσκει διέξοδο στη λυρική εξομολόγηση, που δεν κρυσταλλώνεται πάντοτε ούτε σε διήγημα ούτε σε ποίηση ούτε τελικά σε οποιαδήποτε μορφή τυπικά αναγνωρίσιμου λόγου για τα μέτρα της εποχής.

Παραμένει μια “κατάσταση γραφής” επίμονα αντιρρεαλιστική όπου κυριαρχεί το όνειρο, η λυρική μέθη, η απροσδόκητα κάποτε εκφραστική τόλμη, αλλά συχνά και ή υπερβολική γλυκερότητα και ή λεκτική υπερεκζήτηση.

Στο “Βυσσινί τριαντάφυλλο” κάποιες απόπειρες “ρεαλιστικότερης” μυθοπλασίας δεν καταλήγουν παρά σε μια σειρά από λυρικές πρόζες με κυρίαρχο και πάλι το στίγμα του αισθητισμού: ο διάκοσμος αντί της ουσίας.

“Το βυσσινί τριαντάφυλλο”, εμπνευσμένο από την αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου, είναι μία συλλογή αφηγημάτων, που κυκλοφόρησε το 1912. Ιστορίες ανθρώπων που παλεύουν, ερωτεύονται, πονούν, ονειρεύονται. Άνθρωποι που ζουν με πάθος όλες τις εκφάνσεις της πολυκύμαντης ζωής τους. Μία ζωή, που άλλοτε σε έντονο κόκκινο και άλλοτε σε σκοτεινό μαύρο χρώμα, δεν σταματά ποτέ να τους εκπλήσσει και να τους συνταράζει.

“Το βυσσινί τριαντάφυλλο” του Ροδοκανάκη είναι το τελευταίο αντιπροσωπευτικό φανέρωμα της νεοελληνικής πεζογραφίας του αισθητισμού, που δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα “Ακρόπολις” στις 12, 13 και 14 Φεβρουαρίου 1909, και έπειτα εκδόθηκε σε βιβλίο το 1912. Το έργο αρθρώνεται σε τρία μέρη: στο ομώνυμο διήγημα, στις «Παιδιάτικες αγάπες», ερωτικές αναμνήσεις του συγγραφέα από τη ζωή της παιδικής ηλικίας, και στις «Ιστορίες», αποσπάσματα από τη ρεαλιστική καθημερινότητα.

 

 

“Ω, εκείνη η ευωδία που αναδίνεται από γυναίκιο λαιμό, όπως από το βερίκοκο το καμωμένο, σταλαγματιά σταλαγματιά, η γλύκα πάνω στα κλαδιά λαμποκοπά… όταν η Βέρα γλυκοδρωμένη ανεβάζει από το χυτό κορμί της παρθενικές ευωδίες, φαντάζομαι πως μεθώ με το άρωμα που εσκόρπιζε σε τόπο και καιρούς λησμονημένους, όταν ανοιγότανε η ύπαρξή της σε μια μεγάλη μαγνόλια ρόδινη…”.

“Μου ξεσκίζεται η καρδιά όταν από τα μάτια της κυλιόνται τα δάκρυα. Και κλαίει τόσον όμορφα, τόσο γλυκά. Μπορώ να βεβαιώσω πως αισθάνομαι μια ηδονή σαν την κοιτώ να κλαίει”.

Το “Βυσσινί έχει ως θέμα την ερωτική ιστορία του νεαρού ζωγράφου Γιώργου και της Βέρας. Στο πρώτο μέρος του διηγήματος, μέσα από τις σκόρπιες αισθαντικές ημερολογιακές εγγραφές του Γιώργου, που καλύπτουν τη διάρκεια ενός χρόνου, ο αναγνώστης συνενώνει τα διάσπαρτα στοιχεία της πλοκής η οποία υφαίνεται γύρω από τον σφοδρό, αλλά και πλατωνικό ερωτικό αίσθημα των δύο νέων. Στο δεύτερο μέρος του διηγήματος ένας φίλος του Γιώργου αφηγείται τον θάνατο του ζευγαριού το δειλινό της ίδιας ημέρας που οι δύο εραστές ενώθηκαν με τα δεσμά του μυστικού τους αρραβώνα. Παραδομένοι στον διονυσιακό παγανισμό τους ο Γιώργος και η Βέρα περιδιαβάζουν έφιπποι την ακτή της Ελευσίνας. Η Βέρα, όταν βλέπει να πλησιάζει μια τρομερή καταιγίδα, καταλαμβάνεται από ιερή μανία και ορμά στα κύματα για να βρεθεί στον κυκλώνα του φυσικού φαινομένου και να το ζήσει, αντιμέτωπη με αυτό, όσο πιο κοντά μπορεί. Ο Γιώργος προσπαθεί μάταια να τη σώσει, ως τη στιγμή που βυθίζονται και οι δύο στον υδάτινο τάφο τους. Πρόκειται για ατύχημα ή για αυτοκτονία;

Ο Γιώργος και η Βέρα, ζώντας μέσα στη χλιδή και στην ευμάρεια των αριστοκρατικών τους οικογενειών, απαλλαγμένοι από βιοτικά προβλήματα, έχουν μια έντονη έφεση ζωής. Η μόνιμη ευπάθειά τους τούς οδηγεί σε νοσηρότητα. Όσο φουντώνει η αγάπη τους γίνονται σαν τις πεταλούδες που καίγονται από την ολέθρια δύναμη του φωτός, που εδώ εκπέμπει ο μεγάλος έρωτας.

 

John William Waterhouse – The soul of the rose, 1908

 

Στο “Βυσσινί τριαντάφυλλο” ο αισθητισμός του Ροδοκανάκη κορυφώνεται μεγαλειωδώς. Η περιγραφή της καταιγίδας είναι μεγαλειώδης. Ο λυρισμός και ο αισθησιασμός του ύφους, ιδιαίτερα στις ερωτικές σκηνές, οδηγούν σε κορυφώσεις που πλημμυρίζουν τον αναγνώστη από ερωτική, ανυπέρβλητη μαγεία. Από την άλλη όμως πλευρά τα πρόσωπα μένουν αποκομμένα από την εξωτερική πραγματικότητα και η αφηγηματική οργάνωση είναι χασματική.

Ανεπιφύλακτα το στοιχείο εκείνο που κάνει τα έργα του Ροδοκανάκη αξιανάγνωστα είναι η περιγραφική-διακοσμητική τέχνη του η οποία μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε κάτι το αδαμάντινο, σε κάτι κρυστάλλινο. Έτσι στις σελίδες του Πλάτωνα Ροδοκανάκη παγιδευόμαστε σε ανεπανάληπτες στιγμές σπάνιας γλωσσικής μαγείας που αναβλύζει μέσα από τις περιγραφές και αντίστροφα.

“Ω βραδυά αλησμόνητη. Κάθε αστέρι σου και μια καινούργια νότα των ερωτικών μου τραγουδιώνε, κάθε αχτίδα του φεγγαριού σου και ένα μαγεμένο δάχτυλο επάνω στης ψυχής μου τις χορδές. Ήτανε η βασίλισσα μεσ’ στις κερένιες ομορφιές των κοριτσιώνε. Με τι χάρη το χομόγελό της μοιραζότανε σα νέκταρ στις ματιές που το ρουφούσαν με ηδονισμό…”.

 

 

Η αρρώστια της ηρωίδας, η πνευματική διαταραχή της, δεν είναι έμφυτη, αλλά μεταδίδεται ή «κληρονομείται» κατά τύχη από τη μητέρα της που πεθαίνει από ψυχική ασθένεια: μια νύχτα γεμάτη ερωτική και αισθησιακή ατμόσφαιρα, όταν οι δύο ερωτευμένοι βρίσκονταν στον κήπο, μια νυχτερίδα, πετώντας χαμηλά, χτύπησε στο μέτωπο τη Βέρα, η οποία λιποθύμησε αμέσως. Έπειτα διαπιστώθηκε ότι η νυχτερίδα είχε μπερδευτεί πάνω σε κάποιο βυσσινί τριαντάφυλλο, που ξεφυλλίστηκε πάνω στη Βέρα σαν σταλαγματιές από αίμα. Η Βέρα το θεώρησε κακό σημάδι για τη ζωή τους· νόμιζε εξάλλου πως η νυχτερίδα ήταν η ψυχή της πεθαμένης μητέρας της. Από τότε αρχίζει η μεταστροφή της Βέρας προς την ψυχική ασθένεια, που οδηγεί στην απόφαση των ερωτευμένων να αυτοκτονήσουν.

 

 

Πλάτων Ροδοκανάκης (1883-1919). Γιος του δικηγόρου Παναγιώτη Σουλιώτη και της Δέσποινας Ροδοκανάκη, γεννήθηκε στη Σμύρνη και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Κορδελιό. Φοίτησε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του για να έρθει στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αρχικά στην “Ακρόπολι” και στη συνέχεια σε άλλες εφημερίδες. Διευθυντής επιδομάτων για τα θύματα του πρώτου Βαλκανικού Πολέμου από το 1913, προσχώρησε τρία χρόνια αργότερα στη βενιζελική παράταξη και το 1917 ανέλαβε τη διεύθυνση του βυζαντινού τμήματος στο Υπουργείο Παιδείας. Είχε νωρίτερα δημοσιεύσει διηγήματα βυζαντινής θεματικής στην εφημερίδα “Εστία” και ολοκληρώσει τη μελέτη “Η βασίλισσα και αι βυζαντιναί αρχόντισσαι”. Πέθανε στην Αθήνα.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1908 με την έκδοση της συλλογής πεζοτράγουδων “De profundis” ενώ παράλληλα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την “Ακρόπολι” δημοσίευσε σε συνέχειες το αυτοβιογραφικό κείμενο “Το φλογισμένο ράσο”. Ακολούθησαν εκδόσεις ποιημάτων και πεζών του, ενώ ασχολήθηκε και με τη θεατρική γραφή. Το 1912 ο θίασος της Κυβέλης Αδριανού ανέβασε τα μονόπρακτα έργα του “Ο Πιερότος – Η θεατρίνα” και “Το Τσακάλι” και πέντε χρόνια αργότερα ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη ανέβασε τον “Άγιο Δημήτριο”.

 

Szinyei Merse, Pál – Lovers, 1869

 

Ο Πλάτων Ροδοκανάκης τοποθετείται χρονικά στο τέλος της λεγόμενης λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Η γραφή του κινείται στα πλαίσια του αισθητισμού, με αναφορές στο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, του Ντ’ Αννούντσιο, του πρώιμου Νίκου Καζαντζάκη, του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε. Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, κατηγορήθηκε για λογοκλοπία από τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο για το βιβλίο του “Το βυσσινί τετράδιο” και απέφυγε την καταδίκη με την παρέμβαση του Κωστή Παλαμά. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

***

O Αισθητισμός (αγγλικά: Aestheticism) είναι ένα κίνημα συνδεδεμένο με την τέχνη και τη λογοτεχνία στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία. Γενικά, αναπαριστά την ίδια τάση που έδωσε ο Συμβολισμός και η Παρακμή στη Γαλλία και μπορεί να θεωρηθεί το αγγλικό παρακλάδι του ίδιου κινήματος. Αποτελούσε ένα είδος διαμαρτυρίας κατά της ιδέας ότι η τέχνη πρέπει να υπηρετεί κάποιον απώτερο σκοπό και έχει ρομαντικές ρίζες.

Έλαβε χώρα στα τέλη της Βικτωριανής περιόδου, περίπου από το 1868 μέχρι το 1901, και θεωρείται ότι τελείωσε με τη δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ. Ωστόσο υπήρξε ένα αναπτυσσόμενο αισθητιστικό κίνημα σε πολλές πόλεις της Ευρώπης, περισσότερο στις Βρυξέλλες, υπό την ηγεσία του Μάθιου Έλιοτ (Matthew Elliott).

Ο αισθητισμός έχει σχέση με την ομορφιά στην τέχνη, με την ωραιολατρεία και την ωραιολογία: είναι η αντίληψη που δέχεται το ωραίο ως γενικό και παγκόσμιο κριτήριο, όπως γράφει ο R. V. Johnson. Το κίνημα του αισθητισμού, του οποίου η πιο σαφής και η πιο ευκρινής ανάπτυξη υπήρξε η θεωρία “της τέχνης για την τέχνη”, δεν πίστευε μόνο στην αυτονομία της τέχνης, στην ανεξαρτησία των αισθητικών αξιών από τις ηθικές, όπως γενικότερα νομίζεται· αλλά πρέσβευε και κήρυττε με κάθε τρόπο την αδιαφορία και την αποξένωση της τέχνης γενικά και της λογοτεχνίας ειδικότερα από την ηθική, από την κοινωνία, από τη ζωή.

Οι εκπρόσωποι του αισθητισμού ζήτησαν να υψώσουν την τέχνη πάνω από τη ζωή, την ομορφιά πάνω από την ηθική, γιατί νόμιζαν πως η ομορφιά και η τέχνη αξίζουν περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο· για ορισμένους μάλιστα ακραίους οπαδούς του κινήματος η τέχνη υποκαθιστούσε τη ζωή.

Απόλυτο και μοναδικό ιδεώδες βίου για τους εκπρόσωπους του αισθητισμού είναι η ομορφιά, η λατρεία της ομορφιάς, η αποκλειστική καλλιέργεια της ομορφιάς. Έτσι καταλήγουμε σε έναν αυστηρό διαχωρισμό ή, καλύτερα, σ’ έναν πλήρη αποχωρισμό της λογοτεχνίας από τα ηθικά και τα κοινωνικά προβλήματα· σ’ έναν αποκλεισμό του λογοτέχνη από την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. (…)

Ο αισθητισμός και η θεωρία “της τέχνης για την τέχνη” ξεκίνησαν στη Γαλλία ως αντίδραση κατά των ωφελιμιστών, των σαινσιμονιστών και των ηθικολόγων, και στην Αγγλία ως αντίδραση κατά του βικτωριανισμού και της βικτωριανής ηθικής, αλλά ακολούθησαν κατόπι τη δική τους εσωτερική νομοτέλεια στη χρονική διαδοχή των διαφόρων πνευματικών ρευμάτων και κινημάτων της δυτικής Ευρώπης.

 

 

«Τι ωραία που είναι η ζωή. Ό,τι βλέπω τριγύρω μου το αγαπίζω και το ποθώ. Από όλα τ’ άψυχα κτίσματα και ομιλία μυστικιά ανεβαίνει κ’ έρχεται να μου ξομολογηθή λόγια αλλόκοτα που με μαγεύουν. Τα μάτια μου αισθάνονται ατελείωτον έναν ηδονισμό, που κυκλοφορεί σαν γλυκό δηλητήριο μέσα μου· Σήμερα το απόγευμα ανέβηκα στην κορφή ενός βράχου και από εκεί εκύτταζα τον κάμπο τον ανθόσπαρτο, όλο χρώματα, σαν ένα υγρό ρεύμα από λουλούδια, το νέκταρ της άνοιξης σκορπισμένο. Κείνη την ώρα, θέλησα να γινόμουν γίγαντας, να υψωνόμουν στο κυανό του ουρανού και παίρνοντας το μαλαματένιο ποτήρι της ζωής, τον ήλιο, να κατέβω και να ρουφήξω όλη την άνθηση της γης. Και το ατίμητο υγρό να καταβαίνη και να μου περιτριγυρίζει την καρδιά με γιασεμιά, βιολέττες και γαρύφαλα. Τότε το στήθος μου θενά βρισκότανε πολύ μικρό για μια καρδιά τόσο μεγάλη. Επάνω στο μεθύσι μου θα τώσκιζα και παίρνοντας αυτή την ανθοδέσμη τη λαχταριστή, θα την πετούσα μπρος στα πόδια της ωραίας μου».

“Σαν χωριζόμαστε τη νύχτα στο σκοτάδι και την αισθάνομαι να γέρνει ολότελα συντριμιασμένη από τον πόθο, νιώθω μέσα μου μια βάρβαρη δύναμη, που μου δίνει την εντύπωση πως όλα μου τα μέλη σκληραίνονται και γίνονται σαν από πέτρα σκληρά και αιώνια”.

(Το βυσσινί τριαντάφυλλο – Πλάτων Ροδοκανάκης)

  • Αρχική εικόνα: “The Crimson Rambler”, Philip Leslie Hale

Διαβάστε ακόμα:

Αναζητώντας τη λύση στον γρίφο της οικογένειας Ροδοκανάκη πέριξ της Κυψέλης

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΠλάτων Ροδοκανάκης, “Το βυσσινί τριαντάφυλλο” και ο αισθητισμός

Related Posts