Cat Is Art

Αναζητώντας τη λύση στον γρίφο της οικογένειας Ροδοκανάκη πέριξ της Κυψέλης

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Φτάσαμε νωρίς στον πεζόδρομο της Αγίας Ζώνης, γύρω στις 7.30, την ώρα που το τελευταίο γλυκό σεπτεμβριάτικο φως της μέρας περνούσε ανάμεσα από τα αιωνόβια πλατάνια και τις αθηναϊκές μουριές. Ένας δρόμος που διατηρεί τις αρετές της παλιάς αθηναϊκής γειτονιάς με τα καταπράσινα παρτέρια, τα ψηλά δέντρα, τα καφενεία και τα μικροκαταστήματά του είναι η Αγίας Ζώνης.

Αριστερά είναι τα σπίτια και οι πολυκατοικίες με τα ψηλοτάβανα, αρχοντικά, ευρύχωρα διαμερίσματα. Δεξιά, το περίφρακτο, καταπράσινο οικόπεδο του Ασύλου των Ανιάτων Κυψέλης, που χαμηλώνει μέσα στην καρδιά της Κυψέλης, με τα πεύκα του, τα άνθη του και τη συμμετρική πυραμοειδή αροκάριά του, και αφήνει το φως του ήλιου να ευεργετεί τους περίοικους.

Το Άσυλο ήταν και ο προορισμός μας για να παρακολουθήσουμε την site-specific παράσταση της Ιόλης Ανδρεάδη, στηριγμένη στο έργο “Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού” της ίδιας της σκηνοθέτιδας και του Άρη Ασπρούλη.

Η ιστορία του κτηρίου

Το κτήριο που στεγάζει το Άσυλο Ανιάτων ως και το 1901 αποτελούσε την τελευταία αθηναϊκή κατοικία των Ροδοκανάκηδων. Βρίσκεται στο σημείο ακριβώς όπου έστησε το αντίσκηνό του ο Κιουταχής κατά την πολιορκία της Ακρόπολης και εκεί όπου, λίγα χρόνια μετά, έχτισε την έπαυλή του ο αρχηγός του βρετανικού στόλου της Μεσογείου, ναύαρχος σερ Μάλκολμ, γοητευμένος από το κλίμα της Αθήνας, από το εξωτικό και έρημο περιβάλλον.

Στην πρόσοψη ενός από τα κτήριά του διατηρείται μέχρι σήμερα μια μαρμάρινη σκαλιστή επιγραφή, χωρίς ημερομηνία ή όνομα. «Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού» γράφει. Αυτή έδωσε και τον τίτλο στο έργο των Ιόλης Ανδρεάδη και Άρη Ασπρούλη. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν οι δύο συγγραφείς φτάνοντας εκεί.

Η έπαυλη κτίστηκε το 1831 από τον Βρετανό ναύαρχο Πότνεϊ Μάλκολμ, αντικαταστάτη του Κοδριγκτώνος στη διοίκηση της αγγλικής ναυτικής μοίρας της Μεσογείου. Τα σχέδιά της εκπόνησαν οι αρχιτέκτονες Σταμάτιος Κλεάνθης και Έντουαρντ Σάουμπερτ.
Στον Μάλκολμ άρεσε το κλίμα και τα τοπία της Αθήνας. Γι’ αυτό αγόρασε ένα μεγάλο κτήμα δέκα στρεμμάτων από Τούρκους γαιοκτήμονες κοντά στο «χωριό Πατήσια, μισή ώρα μακριά από την πόλη». Στην έκταση αυτή αποφάσισε να κτίσει την έπαυλή του, πάνω σε ύψωμα για να μπορεί να επιβλέπει άνετα τον αγγλικό στόλο, ο οποίος ήταν αραγμένος στο Φάληρο. Η περιοχή ήταν τότε ερημική και η ανασφάλεια μεγάλη. Έτσι, οι εργάτες που δούλευαν για την κατασκευή της έπαυλης και οι αρχιτέκτονες που επέβλεπαν τις οικοδομικές εργασίες πήγαιναν οπλισμένοι λόγω του φόβου των ληστών. Τα οικοδομικά υλικά μεταφέρονταν με δύο δίτροχα κάρα, πρωτοφανή μεταφορικά μέσα για την εποχή εκείνη, τα οποία ο Μάλκολμ είχε φέρει από τη Μάλτα. Για το κτίσιμο της έπαυλης ξόδεψε ένα τεράστιο για την εποχή ποσό (3.000 λίρες), θέλοντας με την ενέργεια αυτή να εκφράσει τα φιλελληνικά του αισθήματα, αλλά και την αισιοδοξία του για το μέλλον της Ελλάδας.
Ο Μάλκολμ έμεινε στην έπαυλη μέχρι το 1842. Στη συνέχεια αυτή κατοικήθηκε από επιφανείς ενοίκους, όπως από τον Ρώσο πρέσβη στην Αθήνα Αλέξανδρο Οζερόφ, τον Γάλλο πρέσβη Πισκατορί, τη Δούκισσα της Πλακεντίας Σοφία Λεμπρέν και τον ιστορικό της Επανάστασης Σπυρίδωνα Τρικούπη. Ο γιος του τελευταίου, ο πολιτικός και πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης, την πούλησε στον Συριανό λογοτέχνη και φιλότεχνο Δημήτριο Ροδοκανάκη. Για ένα διάστημα στέγαζε ακόμα και τη Γαλλική Πρεσβεία.

 

 

“Η Καλή Προαίρεσις”

Το 1902 η έπαυλη νοικιάστηκε και στέγασε το Άσυλο Ανιάτων, το οποίο είχε δημιουργηθεί από τον Σύλλογο Κυριών “Η Καλή Προαίρεσις” και μέχρι τότε στεγαζόταν σε ανεπαρκές κτήριο. Το καταστατικό και ο εσωτερικός κανονισμός του Ασύλου επικυρώθηκαν τον Ιούνιο του 1893 με βασιλικό διάταγμα και όριζαν ότι στο Άσυλο θα γινόταν δεκτός «πας ασθενής πάσχων εξ ανιάτου νόσου, εντελώς άπορος και πάσης εθνικότητος πλην των φρενοβλαβών, των πασχόντων εκ μεταδοτικών νοσημάτων, των φυματιόντων και των νηπίων».

Στο διοικητικό συμβούλιο συμμετείχαν πολλές Αθηναίες γνωστές για τη φιλανθρωπική τους δράση. Πρόεδρος ήταν η Ναταλία Σούτσου, ταμίας η Ζωή Βαλτινού, γραμματέας η Μπέση Μάσσωνος και σύμβουλοι η Καλλιρρόη Παρρέν, αρχισυντάκτρια της «Εφημερίδος των Κυριών», η Μαρία Α. Πάλλη, η Ελένη Μητσάκη, η Ερμιόνη Ιορδανοπούλου και πολλές άλλες.

 

 

Η Αικατερίνη Λασκαρίδου

Μεταξύ αυτών και η Αικατερίνη Λασκαρίδου, κόρη του Κωνσταντίνου Α. Χρηστομάνου, εμπόρου από το Μελένικο και αδελφή του καθηγητή και ιδρυτή του Γενικού Χημείου, Αναστασίου Χρηστομάνου.

Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1842 και σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε το 1859 τον Λάσκαρη Π. Λασκαρίδη, Λονδρέζο έμπορο εκ Τραπεζούντος. Σπούδασε παιδαγωγικά στη Βιέννη και έπειτα μετακόμισε στην Ελλάδα.

Το 1864 ιδρύει στην Καλλιθέα το ελληνικό παρθεναγωγείο, στο οποίο έλαβαν την πρώτη τους μόρφωση χιλιάδες Ελληνίδες. Η Αικατερίνη Λασκαρίδου επιθυμεί να εισαγάγει το Φροεβελιανό σύστημα στην Ελλάδα και πηγαίνει στη Δυτική Ευρώπη για σπουδές. Όταν επιστρέφει, διαθέτει όλη την περιουσία της, προκειμένου να διαδοθεί η Φροεβελιανή μέθοδος, ενώ οργανώνει για πρώτη φορά τη γυμναστική για γυναίκες, στην Ελλάδα, σύμφωνα με το σουηδικό σύστημα. Το 1897 ιδρύει νηπιαγωγείο, με πρότυπο παιδικό κήπο, απ’ όπου αποφοιτούν χιλιάδες γυναίκες νηπιαγωγοί και στη συνέχεια διδάσκουν στην ελεύθερη Ελλάδα και στον απανταχού ελληνισμό.

Με τον Λασκαρίδη απέκτησαν δύο κόρες: τη Σοφία (1878-1965) που ήταν ζωγράφος και την Ειρήνη (1882-1958), που ίδρυσε τον Οίκο Τυφλών στην Καλλιθέα και εισήγαγε στην Ελλάδα τη μέθοδο ανάγνωσης Braille για τους τυφλούς. Πέθανε το 1916.

 

 

Στο Άσυλο

Το 1905 η έπαυλη αγοράστηκε με χρήματα φιλάνθρωπων και έγινε ιδιοκτησία του Ασύλου. Με την πάροδο του χρόνου, το κτήριο υπέστη προσθήκες και αλλοιώσεις και σήμερα στεγάζει τις διοικητικές υπηρεσίες του Ασύλου. Καθώς οι αιτήσεις των ασθενών αυξάνονταν, ανοικοδομήθηκαν στο βάθος του κήπου δύο μεγάλες πτέρυγες που σταδιακά επεκτάθηκαν και έτσι δόθηκε η δυνατότητα για περισσότερες κλίνες. Σήμερα το Άσυλο Ανιάτων είναι φιλανθρωπικό σωματείο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από 15μελές συμβούλιο και οι πόροι του προέρχονται από μισθώματα και πωλήσεις ακινήτων, δωρεές και κληρονομιές φιλάνθρωπων. Στο Άσυλο απασχολούνται 110 εργαζόμενοι και φιλοξενούνται περίπου 180 ασθενείς. Διανύει τον δεύτερο αιώνα της κοινωνικής προσφοράς του στους χρονίως πάσχοντες, για την οποία άλλωστε έχει βραβευτεί πολλές φορές από τον πολιτεία.
Στα δυτικά της έπαυλης Μάλκολμ (σημερινή συμβολή της Νάξου με την Καλλιφρονά) προπολεμικά υπήρχε βουστάσιο, οι ιδιοκτήτες του οποίου μοίραζαν γάλα στα σπίτια της περιοχής. Σήμερα, στο ίδιο σημείο αναπτύσσεται ο κήπος του Ασύλου με σιντριβάνι και πανύψηλα Τζακαράντα, που με τα μοβ φίνα άνθη τους σηματοδοτούν κάθε χρόνο τον ερχομό της άνοιξης.

Η οικογένεια Ροδοκανάκη

Η οικογένεια Ροδοκανάκη υπήρξε μία αρχοντική οικογένεια της Χίου, από τα βυζαντινά χρόνια μέχρι και τον εικοστό αιώνα, ένας κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στη Μασσαλία στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ μέλη αυτού διακρίθηκαν κυρίως στον χώρο των επιχειρήσεων. Η μεταγραφή του ονόματος στο λατινικό αλφάβητο διεθνώς είναι Rodocanachi, γεγονός που αντανακλά την επίδραση από το γενουατικό σύστημα.
Η οικογένεια Ροδοκανάκη συγκαταλέγεται ανάμεσα στις παλαιότερες οικογένειες ευγενών της Χίου. Οι αναφορές για την παλαιότητα αλλά και για τη σημαίνουσα οικονομική και κοινωνική θέση της οικογένειας είναι πολλές και ποικίλες. Μάλιστα κάποιες από αυτές της αποδίδουν μέχρι και βυζαντινή καταγωγή· πιο συγκεκριμένα, τους αποδίδεται ότι προέρχονται από οικογένεια βυζαντινών αξιωματούχων του θέματος Θρακησίων του 12ου αιώνα, των οποίων το αρχικό όνομα ήταν Ραβδοκανάκη.

Παρ’ όλα αυτά το σίγουρο είναι ότι οι Ροδοκανάκηδες αναφέρονται ήδη από τη γενοβέζικη περίοδο ως μία από τις οικονομικά και κοινωνικά ισχυρές οικογένειες, οι οποίες επέκτειναν τις επιχειρήσεις τους πέρα από τα όρια του νησιού, μια εδραιωμένη πρακτική για τις περισσότερες χιώτικες οικογένειες της εποχής, που είχαν κερδίσει μεγάλο μέρος του πλούτου τους από την εκμετάλλευση των προϊόντων των γειτονικών εύφορων περιοχών της Μικράς Ασίας. Περαιτέρω επιβεβαίωση της σημασίας και της θέσης των Ροδοκανάκηδων στην οικονομική και κοινωνική ελίτ του νησιού κατά τη γενοβέζικη περίοδο αποτελεί η συμμετοχή της οικογένειας (ανάμεσα σε άλλες) στη Μαόνα, την εταιρεία της Γένουας που διοικούνταν από ευγενείς και διαχειριζόταν τον πλούτο της Χίου.

 

 

Στον προαύλιο χώρο

Οι θεατές εισέρχονται στον προαύλιο χώρο του Ασύλου και οδηγούνται ανά δύο στις θέσεις τους. Ο χώρος αποπνέει μυστήριο και σεβασμό. Έχει μια ιερότητα. Είναι ιδιαιτέρως φορτισμένος γιατί αποτελεί την τελευταία κατοικία του κεντρικού ήρωα του έργου. Καθόμαστε σε καθίσματα – αντίκες διαφόρων τεχνοτροπιών πριν αρχίσει αυτή η μοναδική παράσταση που μας ταξίδεψε με τη μαγεία και τη δύναμή της. Το πρώτο που μας μαγνητίζει είναι η φωτισμένη επιγραφή “Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού”, που μαζί με τον προαύλιο χώρο και τα παρτέρια με τις τριανταφυλλιές αποτελούν και το κυρίως σκηνικό της παράστασης.

“Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο”

“Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο”, εμπνευσμένο από την αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου, είναι μια συλλογή αφηγημάτων, που κυκλοφόρησε το 1912. Ιστορίες ανθρώπων που παλεύουν, ερωτεύονται, πονούν, ονειρεύονται. Άνθρωποι που ζουν με πάθος όλες τις εκφάνσεις της πολυκύμαντης ζωής τους. Μια ζωή, που άλλοτε σε έντονο κόκκινο και άλλοτε σε σκοτεινό μαύρο χρώμα, δεν σταματά ποτέ να τους εκπλήσσει και να τους συνταράζει.

Το “Βυσσινί τριαντάφυλλο” παρουσιάζει τον αμοιβαίο έρωτα ενός ζωγράφου, του Γιώργου, προς την όμορφη Βέρα. Στο τέλος, οι δύο ερωτευμένοι επιλέγουν την αυτοκτονία και πνίγονται στη θάλασσα καλπάζοντας πάνω σε άλογα. Η τραγική κάθαρση είναι ανελέητη. Ωστόσο, το κείμενο, που αποκλίνει από τα παραδοσιακά ερωτικά αφηγήματα, δεν είναι η ιστορία του έρωτα ενός άντρα για μια γυναίκα αλλά η έκφραση αυτού του έρωτα. Ολόκληρο το κείμενο είναι ένας λόγος, ένας ερωτικός λόγος. Η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται μέσα από γεγονότα αλλά μέσα από τις αισθήσεις που αυτά τα γεγονότα εμπνέουν. Σ’ αυτό το σημείο διακρίνεται ο αισθητισμός από άλλα λογοτεχνικά ρεύματα: ο αισθητισμός μάς παρουσιάζει έναν κόσμο των αισθήσεων, κι όχι τον πραγματικό ή τον ιδανικό κόσμο.

 

 

Μια αστυνομική ιστορία φαντασίας 

Το έργο που παρακολουθήσαμε ήταν μια αστυνομική ιστορία φαντασίας που εκτυλίσσεται στο παρόν, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν πριν από έναν αιώνα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του έργου με τρόπο συνειρμικό.

Το “Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού”, μια παράσταση site-specific, βασίστηκε σε δεκαετή έρευνα πάνω σε πραγματικά γεγονότα και χρησιμοποιεί τη συγγραφική φόρμα της μυθοπλασίας και του αστυνομικού θρίλερ για να εξιστορήσει τα ευρήματά της. Μια σειρά από φόνους στο σήμερα οι οποίοι ερμηνεύονται αποκλειστικά με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν, καθώς όλα τα στοιχεία για την εξιχνίασή τους βρίσκονται εκεί.

Η ιστορία του έργου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που χάραξαν την αθέατη πλευρά της καλλιτεχνικής Αθήνας του 1910 και τα οποία έρχονται στο φως ως αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας σε ιστορικά αρχεία, δημοσιεύματα της εποχής και πλειστηριασμούς παλαιών βιβλίων.

Γεγονότα όπως η μνημειώδης αυτοκτονία του έφιππου ποιητή Περικλή Γιαννόπουλου στη θάλασσα του Σκαραμαγκά για τα μάτια της μποέμισσας ζωγράφου Σοφίας Λασκαρίδου και η τελετουργική σχέση της αυτοχειρίας του με τον συγγραφέα Πλάτωνα Ροδοκανάκη, τη μυστηριώδη μεσαιωνική προέλευση της οικογένειάς του και τους κωδικοποιημένους αποκρυφιστικούς συμβολισμούς που εντοπίζονται στα γραπτά του -τα οποία υπέγραφε ζωγραφίζοντας έναν λαγό (!).

Περικλής Γιαννόπουλος

Ο Περικλής Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1871 και τέλεσε την ηρωική του έξοδο από τη ζωή στη θάλασσα του Σκαραμαγκά τη Μεγάλη Πέμπτη, 8 Απριλίου 1910. Υπήρξε ελληνολάτρης διανοητής, λογοτέχνης, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, αισθητικός και φυσιολάτρης, ρομαντικός οραματιστής, μαχητικός και διαπρύσιος κήρυκας της αναγέννησης τού Ελληνισμού μέσα από την αναζήτηση και ανάδειξη της γνήσιας ελληνικότητας, όπως αυτή πηγάζει από την Ελληνική Φύση και εκφράζεται διαχρονικώς στη λαϊκή παράδοση και Ιστορία. Δριμύς κατήγορος της ξενομανίας και του συμπλέγματος μειονεξίας απέναντι στη Δύση, της δουλοπρέπειας και της διαφθοράς, όπου αυτές εκδηλώνονται, από τις τέχνες έως την πολιτική.

Χαρακτηρίστηκε πατέρας του πνευματικού κινήματος του ελληνοκεντρισμού και του ελληνικού εθνικισμού στις τέχνες, την αισθητική, τη φιλοσοφία, την πολιτική, «προφήτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ», «ὁ ἐξοχώτερος τῶν νέων Ἑλλήνων», «ὁ μεγαλείτερος, ὁ εὐγλωττότερος καὶ ὁ φωτεινότερος ἀπόστολος τοῦ κατὰ φύσιν ἑλληνικοῦ ζῆν», «ἅγιος τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας», «ἀηδόνι τῆς ἑλληνικῆς γῆς», «μάγος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας», ή ακόμη, απλά και πάνω απ᾿ όλα, «ὁ Ἕλλην». Και ακόμη, αισθητικός της ελληνικότητας, σουρεαλιστής πριν από τον σουρεαλισμό, οικολόγος πριν από το οικολογικό κίνημα, αρχαιολάτρης αλλά και Ορθόδοξος και Βυζαντινός μαζί, «ξανθός ἱππότης», μποέμ, χίπης και δανδής μαζί, ρομαντικός, ιδιόρρυθμος, δριμύς κατήγορος της κοινωνίας της εποχής του.

Ενέπνευσε και επηρέασε, άμεσα και έμμεσα, συχνά αποφασιστικά, διανοητές, ποιητές και καλλιτέχνες, πολιτικούς. Ο Ίων Δραγούμης έγραψε για τον Γιαννόπουλο: «…μοῦ φάνηκε σὰν τὸν βοριὰ τὸν παγωμένο ποὺ μανιασμένος σαρώνει τοὺς βρώμιους ἀπὸ μικρόβια ἀέρηδες καὶ ἀπὸ κάθε βρώμα ἢ σκουπίδι καθαρίζει τὸν κόσμο… Σ᾿ αυτοῦ τὸν ρυθμὸ τὴ ζωή μου τονίζω.» Ποιητές και καλλιτέχνες τον ύμνησαν όπως ο Κωστής Παλαμάς («ὁ Ἀντίνοος ἔφηβος, ὁ πιὸ λαμπρὸς ποὺ ζοῦσε»), ο Άγγελος Σικελιανός («Κι ἔφερε ἡ φήμη … μοναχὸ κριτὴ τὸν Ἥλιο»), ο Μιλτιάδης Μαλακάσης («σ᾿ εὐλάβεια μνήμης, ὦ Ἀπολλώνιε ζῆσε, Νέος μαζὶ κι Ἀρχαῖος»), η Μυρτιώτισσα («Εὐγενικέ μας φίλε…») και εμπνεύστηκαν από αυτόν, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης και ολόκληρη η Γενιά του ᾿30, ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Άρης Κωνσταντινίδης, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Κώστας Φέρρης, ο Λίνος Καρζής, οι Κ. και Γ. Κατσίμπαλης, η Αγγελική Χατζημιχάλη κ.α.

Σοφία Λασκαρίδου

Η Σοφία Λασκαρίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1876. Κόρη του Λάσκαρη Λασκαρίδη (1820 – 1899) και της Αικατερίνης Χρηστομάνου, (1842 – 1916) πρωτοπόρου παιδαγωγού, μεγάλωσε μαζί με τις δύο ακόμα αδερφές της Ειρήνη (1882-1958) και Μελπομένη σε οικογενειακό περιβάλλον που ενθάρρυνε τις καλλιτεχνικές της κλίσεις. Έπειτα από ιδιωτικά μαθήματα ζωγραφικής στην Αθήνα, φοίτησε στο Παρίσι, στην Académie Julian, με δασκάλους τους B. Constant και J. P. Laurens. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, κατατάχθηκε στο Σχολείο Καλών Τεχνών της Αθήνας, ύστερα από δική της δυναμική παρέμβαση προς τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄, υπέρ της εισδοχής γυναικών στο Σχολείο Καλών Τεχνών και διακρίθηκε για τον αγώνα της υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών στο Σχολείο Καλών Τεχνών. Εκεί υπήρξε μαθήτρια, μεταξύ άλλων, των Νικηφόρου Λύτρα και Γεώργιου Ιακωβίδη. Ακολούθως, έφυγε στη Γερμανία, όπου φοίτησε σε διάφορες σχολές ζωγραφικής (Dachau, Künstlerinnenverein), και πάλι στο Παρίσι, στην Académie de la Grande Chaumière, την Colarossi κ.α. Επηρεασμένη από το ρεαλισμό του J. Millet, τον ιμπρεσιονισμό των κύκλων του Honfleur και της Barbizon, αλλά και των πρώτων της δασκάλων Οδυσσέα Φωκά και Γεώργιου Ροϊλού, άντλησε στοιχεία για τον εκφραστικό της προσανατολισμό και από την προσωπική της επαφή με τη γαλλική τέχνη. Χαρακτηριστικά του έργου της αποτελούν επίσης το υποκειμενικό στοιχείο και μια ρομαντική διάθεση. Το έργο της Λασκαρίδου, αρκετά εκτεταμένο, ποσοτικά και θεματολογικά, είναι τοπιογραφικό στο μεγαλύτερο μέρος του, ενώ περιλαμβάνει και συνθέσεις με σκηνές της καθημερινής ζωής, όπου κυριαρχούν οι γυναικείες μορφές, προσωπογραφίες και νεκρές φύσεις.

Το έργο της Κοιμωμένη Πόρου (Τροιζήνας) ανήκει στη Συλλογή Πινάκων του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός. Είναι φτιαγμένο από λάδι σε κοντραπλακέ, διαστάσεων 0,28 x 0,42 μ. και ανήκει στις τοπιογραφίες.

Έργο ρεαλιστικού προσανατολισμού με έντονες επιρροές από τον ιμπρεσιονισμό της γαλλικής τέχνης των αρχών του 20ου αιώνα, όπου κυριαρχεί το υποκειμενικό στοιχείο και μια έντονη ρομαντική διάθεση. Ενδιαφέρουσα η αφαιρετική οπτική μέσα από την οποία αποδίδεται το θαλασσινό τοπίο και η ιδιαίτερη χρωματική γκάμα που αποτυπώνει την ώρα του σούρουπου.

Το σπίτι όπου μεγάλωσε στην Καλλιθέα, το οποίο έχτισαν οι γονείς της με βάση τα σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα Έρνεστ Τσίλερ, στεγάζει σήμερα τη Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας. Εκεί μπορεί κανείς να δει φωτογραφίες της, έργα της και προσωπικά της αντικείμενα.

Μια μεγάλη αγάπη

Ο ποιητής Περικλής Γιαννόπουλος, επονομαζόμενος και «αυτόχειρας του Σκαραμαγκά» και η Σοφία Λασκαρίδου έζησαν μια μεγάλη αγάπη. Οι δύο τους ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα και βαθιά. Όσο εκείνη ήταν στο Μόναχο, κυνηγώντας το όνειρό της ως ζωγράφος, εκείνος αυτοκτόνησε: καβάλα σε ένα άσπρο άλογο, μπήκε στη θάλασσα του Σκαραμαγκά και φύτεψε μια σφαίρα στον κρόταφό του.

Πλάτων Ροδοκανάκης

Ο Πλάτων Ροδοκανάκης (1883 – 1919 ή 1920) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, ιστορικός ερευνητής και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στη Σμύρνη, όπου είχαν εγκατασταθεί οι Χιώτες προγόνοι του, ενώ ήταν συγγενής εξ αίματος του Κάλβου. Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, καθώς προοριζόταν για κληρικός. Μεταστράφηκε όμως προς τη δημοσιογραφία, την οποία εξάσκησε αρχικά στη Σμύρνη και μετά στην Αθήνα, εργαζόμενος στις εφημερίδες Ακρόπολις και Εστία, κυρίως ως χρονογράφος.

Ωραιοπαθής και αισθησιακός, ο Πλάτων Ροδοκανάκης έγραψε σε κομψό ύφος ποιήματα, πεζά (όπως «De profundis» (1908), «Το φλογισμένο ράσο» (1911, αυτοβιογραφικό αφήγημα), «Το βυσσινί τριαντάφυλλο» (1912, αφηγήματα), ιστορικές μελέτες («Βυζαντινά πολύπτυχα» – 1916), «H βασίλισσα και αι βυζαντιναί αρχόντισσαι» (1920), καθώς και το ποιητικό δράμα «Άγιος Δημήτριος», που παίχτηκε από τον θίασο της Μαρίκας Kοτοπούλη το 1917. Στη σκηνή ανεβάστηκαν και τα μονόπρακτά του «H θεατρίνα», «O πιερόττος» και «Tο τσακάλι» (1912), καθώς και το ιστορικό δράμα «H Kλυταιμνήστρα». Ρομαντικός και ταυτόχρονα παρνασσικός, συνοδοιπόρος του καβαφικού αισθητισμού ενώ κατά τον Nάσο Bαγενά ο Pοδοκανάκης είναι «ένας συγγραφέας που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος των υπερρεαλιστών μας». Ο Πλάτων Ροδοκανάκης διετέλεσε επίσης έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών.

  • Το 2008 ανέβηκε η θεατρική διασκευή του «Βυσσινί τριαντάφυλλου» από την ομάδα «Όχι παίζουμε», σε σκηνοθεσία Γιώργου Σαχίνη και δραματουργική έρευνα του κοινωνιολόγου Άρη Ασπρούλη.

Πιστός του δόγματος “η τέχνη για την τέχνη”, ο Πλάτων Ροδοκανάκης διεκδικεί, περισσότερο ίσως από τον Χρηστομάνο, τον τίτλο του κατεξοχήν εκπροσώπου του αισθητισμού στην πεζογραφία μας. Ιδιοσυγκρασία δραματικά διχασμένη ανάμεσα στον ασκητισμό και τον άκρατο αισθησιασμό, βρίσκει διέξοδο στη λυρική εξομολόγηση, πού δεν κρυσταλλώνεται πάντοτε ούτε σε διήγημα ούτε σε ποίηση ούτε τελικά σε οποιαδήποτε μορφή τυπικά αναγνωρίσιμου λόγου για τα μέτρα της εποχής. Παραμένει μια “κατάσταση γραφής” επίμονα αντιρεαλιστική όπου κυριαρχεί το όνειρο, η λυρική μέθη, η απροσδόκητα κάποτε εκφραστική τόλμη, αλλά συχνά και η υπερβολική λεκτική υπερεκζήτηση.

Ο λαγός ως σύμβολο

Ο Πλάτων Ροδοκανάκης υπέγραφε τα κείμενά του ζωγραφίζοντας έναν λαγό. Λαγό συναντάμε συχνά και στους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος. Είναι σεληνιακό ζώο. Σχετίζεται με τη θυσιαστήρια φωτιά και τη ζωή μέσω θανάτου. Παγκοσμίως θεωρείται σύμβολο γονιμότητας και δηλώνει τη θηλυκή περιοδικότητα. Το κεφάλι ή το πόδι του λαγού είναι αντίδοτο κατά της μαγείας, αλλά ο λαγός είναι συχνά υπηρέτης ή σύντροφος των μαγισσών. Σαν σύμβολο της γονιμότητας, της αφθονίας και της αναπαραγωγής άψυχων και έμψυχων, εμπεριέχει και τα γονίδια της αποχαλίνωσης, του καταναλωτισμού και της λαγνείας. Στους μύθους του Αισώπου συμβολίζει την συγκροτημένη σκέψη και την εξυπνάδα. Επίσης την υπερηφάνεια, που του βγαίνει σε κακό.

 

 

Μια ωραία παράσταση

Τι είδαμε εκείνο το βράδυ του Σεπτεμβρίου στο Άσυλο Ανιάτων; Μια ωραία παράσταση, γεμάτη ωραία αντικείμενα, ωραίες αισθήσεις, ωραία λόγια. Εκτός από την έξοχη τεχνική του κειμένου, είδαμε μέσα από τις άλλες τέχνες, κυρίως τη ζωγραφική και τη μουσική, να δημιουργείται υποβλητικά, μια ατμόσφαιρα λεπταισθησίας, ένας τόπος ονείρων, ένα θερμοκήπιο με πολλά εξωτικά λουλούδια.

Το “Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού” αποτελεί ουσιαστικά έναν βαθύτατο φιλοσοφικό στοχασμό σε ένα πλήθος υπαρξιακών ερωτημάτων, προκαλώντας τις προκαθορισμένες απόψεις μας για την αγάπη, την αλήθεια, την επιστήμη αλλά και για την ίδια την ανθρωπότητα.

Οι σκηνές της παράστασης θύμιζαν πίνακες ζωγραφικής, παίζοντας καίριο κι απόλυτα συμβολικό ρόλο στην εξέλιξή της. Μετέδιδαν βαθύτατα συναισθήματα στο θεατή, τον οποίο οι δημιουργοί και οι συντελεστές κατάφερναν και μαγνήτιζαν με τον ώριμο λυρισμό τους που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τις μουσικές επιλογές της παράστασης.

Ένας ποταμός από υπέροχες εικόνες που παρασύρουν, μαγεύουν, βυθίζουν σ’ έκσταση. Το βαλς, η μυστηριώδης ιεροτελεστία, οι επιγραφές που δηλώνουν τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Τα δάκρυα – πετράδια της Κόμισσας, το μαλακό κι αθόρυβο ανοιγόκλεισμα των παραθύρων, το παιδικό αλογάκι, η χαρτονένια νυχτερίδα. Το χιόνι που ρίχνει απαλά η Κόμισσα ενώ ακούγεται εκκλησιαστική μουσική, το νυφικό, ο άνδρας με τα βήματα του λαγού, οι ερωτευμένοι στο παράθυρο, οι αλλεπάλληλοι φόνοι των Ροδοκανάκηδων και τα τηλεφωνήματα που τους αναγγέλλουν. Το αυστηρό και οικείο ύφος της Παιδαγωγού, η Βέρα που ραίνεται με ροδοπέταλα. Ο Μέγας Μύστης και οι στίχοι που συνοδεύουν τα θύματα του δολοφόνου. Οι παράξενες συμπτώσεις, το Ιερό Θηλυκό, η χρυσόσκονη, οι χαρακτήρες που αλλάζουν, η αναζήτηση των επόμενων θυμάτων παράλληλα με την αναζήτηση του παράξενου δολοφόνου. Βλέμματα και χαμόγελα ανεξιχνίαστης πολυσημίας.

Το έργο αναμειγνύει με μαεστρία, ποίηση, λογοτεχνία, υπαρξισμό. Η ήρεμη απλότητα της αφήγησης μαζί με την αινιγματικότητα που την περιβάλλει επιτρέπουν στον θεατή την πλήρη πρόσβαση στον ατμοσφαιρικό πλούτο της παράστασης, αιχμαλωτίζοντας το κοινό σε ανεπανάληπτες στιγμές σπάνιας γλωσσικής μαγείας που αναβλύζει μέσα από τις περιγραφές.

Ένα κείμενο κρυπτικό, πειραματικό, υβριδικό, απόλυτα συνειρμικό, ελπιδοφόρο, παρηγορητικό, μια απρόσμενη επιδρομή της μνήμης, αιωρούμενο ανάμεσα σε ποίημα, πεζό, βιογραφία και στοχασμό. Με μιαν αντίληψη περί χρόνου που τρέχει και διαστέλλεται τόσο απρόβλεπτα αφήνοντας τον χώρο στη μνήμη να εισβάλει δραματικά στο παρόν. Μια παράσταση έντιμη, αγαπητική και διαβασμένη, αφιερωμένη σε αυτό που συνεχώς διαφεύγει, η οποία υπόσχεται μια βήμα βήμα μύηση στους τρόπους γραφής και στο σύμπαν του Πλάτωνα Ροδοκανάκη.

Μπορεί κανείς να αναγνώσει με πολλούς τρόπους το ιδιαίτερο αυτό δημιούργημα με τον τίτλο “Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού”, που έγραψαν οι Άρης Ασπρούλης και Ιόλη Ανδρεάδη και σκηνοθέτησε δεξιοτεχνικά η Ιόλη Ανδρεάδη. Αρκεί να μην αγνοήσει την υπέροχη αλληγορία που κρύβεται στον πυθμένα του. Εκείνη που αναζητά το νόημα και τη μεταβλητότητα της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα από την περίπτωση δύο ανθρώπων που, επιστρέφοντας σε μια πρωτογενή κατάσταση, παλεύουν να μην αφομοιωθούν, να μην αφανιστούν από το αδυσώπητο περιβάλλον τους. Να μην αφήσουν την ύλη να νικήσει το πνεύμα.

Είναι αυτές οι βαθιές αναφορές σε αρχετυπικές συλλήψεις του αρσενικού και του θηλυκού, άραγε; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η συγκινητική ωδή με την κομψότητα και τον απρόσμενο σουρεαλισμό της κατάφερνε να βρει μια δίοδο προς την καρδιά των θεατών.

Οι συντελεστές

Σκηνογραφικά και ενδυματολογικά προσεγμένη δουλειά έκανε η Πηνελόπη Ασλάνογλου.
Δημιουργικά συμμετείχε στη σκηνική σύνθεση, οριοθετώντας χώρους, δημιουργώντας ατμόσφαιρα και συναισθήματα, η Στέβη Κουτσοθανάση με τους επιμελημένους φωτισμούς της.
Αρμονική η μουσική επιμέλεια του Αλέξανδρου Γκόνη, που έντυνε με ρυθμό τα δρώμενα της παράστασης.

Στις ερμηνείες των ηθοποιών πρέπει να σταθεί με σεβασμό η κριτική. Δυνατή η προσπάθεια του καθενός και άθλος η πραγματοποίησή της. Θερμή επιδοκιμασία και για τους τρεις ηθοποιούς.

Θα σπεύσουμε για άλλη μια φορά να εξάρουμε με ενθουσιασμό την καλλιτεχνική προσωπικότητα της εξαίσιας κυρίας Πατεράκη που δεν κακοποιεί το λόγο ούτε καταφεύγει σε εξωτερικά εφέ για να εντυπωσιάσει.

Στη γραμμή της υποβλητικής λιτότητας κινήθηκε ο πολλά υποσχόμενος Κώστας Νικούλι, δίνοντάς μας μια ακόμη επιβεβαίωση του ταλέντου του.

Με ενάργεια και αυτοσυγκέντρωση έπαιξε και η “μικρή χορεύτρια του Ντεγκά”, αυτή η θαυμάσια ύπαρξη που ακούει στο όνομα Δέσποινα Σαραφείδου και έχει τιμηθεί με το Βραβείο Ερμηνείας Κάρολος Κουν 2018.

Η ακροστιχίδα

Αξίζει να σημειώσουμε και την ξεχωριστή στιγμή της παράστασης που πέφτει στην πρόσοψη του κτηρίου σαν μεσαιωνικός πάπυρος το ύφασμα που γράψει τον γρίφο του έργου και τη λύση του ως ακροστιχίδα:

Γίνε όπερα με κύκνους

Και ξεκίνα με θανάτους

Ρώτα για το μέγα μύστη

Αν το βρεις ξεκλείδωσέ το

Αν δεν το βρεις

Λάτρεψέ το.

Το Γκράαλ

Το Γκράαλ, είναι το μυθικό αντικείμενο, που ουδείς γνωρίζει αν υπήρξε ποτέ, δηλαδή το κύπελλο από το οποίο ήπιαν ο Ιησούς και οι Απόστολοι στον Μυστικό Δείπνο, το ίδιο εκείνο κύπελλο με το οποίο μάζεψε ο Ιωσήφ ο εξ Αριμαθαίας το αίμα που έβγαινε από τις πληγές του σταυρωμένου Χριστού, συνδέεται με τη θρησκευτική και τη μυθιστορηματική παράδοση των καθολικών, και μάλιστα με τη σκοτεινή πλευρά της. Στην Ορθοδοξία ουδείς ασχολήθηκε με την αναζήτηση του Ιερού Γκράαλ. Στη Δύση όμως ξέσπασε ένα λυσσαλέο ενδιαφέρον. Αφού πέρασαν πάνω από 1.000 χρόνια από την εποχή του Μυστικού Δείπνου, στη διάρκεια του Μεσαίωνα και μέσα από τους θρύλους που θέριευαν τότε παρουσιάστηκε το Γκράαλ ως μυστηριώδες, ιερό αντικείμενο της χριστιανοσύνης. Θεωρείται πιθανόν η λέξη να είναι εμπνευσμένη από κελτικές μυθολογικές παραδόσεις όπου συναντούμε κέρατα της Αμαλθείας, χύτρες με το ελιξίριο της ζωής και άλλα παρόμοια και να προέρχεται από το λατινικό cratalis που με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνικό κρατήρ, δηλαδή δοχείο, ποτήριο.

Οι χώροι

Η επιλογή των χώρων που πραγματοποιείται η Site-specific παράσταση σχετίζονται ιστορικά με την παράξενη και ξακουστή Οικογένεια Ροδοκανάκη:
– το Άσυλο Ανιάτων αποτελεί την τελευταία αθηναϊκή οικία της οικογένειας Ροδοκανάκη έως και το 1901, χρονιά όπου το οίκημα της Αγίας Ζώνης θα περάσει στα χέρια του Ασύλου.
– το Λονδίνο είναι ο τόπος όπου έζησε ο Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης (1635 – 1685) και εργάστηκε ως ποιητής, αλχημιστής και προσωπικός γιατρός του Βασιλιά της Αγγλίας Καρόλου Β’, συνεισφέροντας και στην ανακάλυψη του φαρμάκου ενάντια στην πανούκλα.

Η παράσταση πραγματοποιείται 100 χρόνια από τον θάνατο του Πλάτωνα Ροδοκανάκη, με την ευγενική παραχώρηση του προαύλιου χώρου από το Άσυλο Ανιάτων και την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.

Σημαντικό είναι επίσης να αναφερθεί ότι η παράσταση «Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού» είναι η τρίτη τής ομάδας 1+1=1 που θα παρουσιαστεί στο εξωτερικό, μετά τους μονολόγους «Kassandra» και «Μήδεια· μηδέν στο κόκκινο» που έχουν ταξιδέψει σε πολυάριθμα φεστιβάλ σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία.

  • Η συνέχεια της παράστασης θα δοθεί στις 14 Οκτωβρίου 2019 στο Λονδίνο, στο University of Roehampton με αγγλικούς υπέρτιτλους.

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία – Κίνηση: Ιόλη Ανδρεάδη
Κείμενο: Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης
Έρευνα: Άρης Ασπρούλης
Σκηνογραφία – Κοστούμια: Πηνελόπη Ασλάνογλου
Φωτισμοί: Στέβη Κουτσοθανάση
Μουσική Επιμέλεια: Αλέξανδρος Γκόνης
Επιμέλεια Έκθεσης: Ίρις Κρητικού
Φωτογραφίες Παράστασης: Σταύρος Χαμπάκης
Φωτογραφίες Promo: Θάνος Χόνδρος
VideoTrailer: Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου
Επικοινωνία: Άρης Ασπρούλης
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου 1+1 = 1

Παίζουν: Ρούλα Πατεράκη, Δέσποινα Σαραφείδου (Βραβείο Ερμηνείας Κάρολος Κουν 2018), Κώστας Νικούλι.

Έκθεση

Παράλληλα, με αφορμή την παράσταση, στον χώρο του Ασύλου Ανιάτων παρουσιάζεται ομαδική εικαστική έκθεση με θέμα τον Πλάτωνα Ροδοκανάκη και τίτλο «Αισθάνομαι να έχω μέσα μου κατιτί το πολύ ξανθό…», σε επιμέλεια Ίριδας Κρητικού. Στην έκθεση συμμετέχουν με έργα τους μεταξύ άλλων οι: Γιάγκος Ανδρεάδης, Νεκτάριος Αποσπόρης, Νίκος Βατόπουλος, Βασίλης Γαρυφαλλάκης, Ανδρέας Γεωργιάδης, Έλενα Κυρκιλή, Δήμητρα Λιάκουρα, Αλέξανδρος Μαγκανιώτης, Περικλής Πραβήτας, Γιώργος Τσόπανος, Άννα Χαρακτίνου, Θάνος Χόνδρος, Βιργινία Φιλιππούση και Γιώργος Φλωράκης.

  • Το έργο «Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από την Κάπα Εκδοτική.

 

 

Τι ξέρουμε για τον Πλάτωνα Ροδοκανάκη;

Μια προσωπική εργοβιογραφία

Γραμμένη από τον Άρη Ασπρούλη και την Ιόλη Ανδρεάδη (Αθήνα, 17 Απριλίου 2019)

Ξέρουμε πως γεννήθηκε στη Σμύρνη, αλλά η ασθενική του κράση οδήγησε την οικογένειά του να εγκατασταθεί στο Κορδελιό. Ξέρουμε πως μεγάλωσε μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του Δέσποινας Ροδοκανάκη, ανιψιάς του Κάλβου, από την οποία και προτίμησε να κρατήσει το επώνυμό του, αλλά και με τα χάδια της γιαγιάς του, της Σινιόρας Κατίνας με τ’ αψηλά τακούνια, από την οποία μάθαινε -μωρό ακόμα- για τα κατορθώματα των θαυμαστών προγόνων του. Ξέρουμε πως μισούσε τα βιβλία του σχολείου. Ξέρουμε πως ένιωθε ότι είχε μέσα του κατιτί το πολύ ξανθό. Ξέρουμε πως η τρυφερή του φύση τον ώθησε να σπουδάσει για να γίνει παπάς και είναι η ίδια που τον ανάγκασε να αποχωρήσει πρόωρα από την προσπάθεια αυτή. Ξέρουμε πως μετά την Κωνσταντινούπολη, ήρθε στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Ξέρουμε ότι έγραψε ποιήματα, διηγήματα, θέατρο. Ξέρουμε πως υπήρξε ένας από τους ελάχιστους γνώστες της αισθητικής, της καθημερινότητας και των μυστικών του καλλωπισμού των γυναικών στο Βυζάντιο. Ξέρουμε ότι υπήρξε δηλωμένος βενιζελικός. Ξέρουμε ότι διετέλεσε Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στη Θεσσαλονίκη, διορίστηκε από την κυβέρνηση στη θέση του Διευθυντή Επιδομάτων για τα θύματα του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου, ότι ανέλαβε τη Διεύθυνση του Βυζαντινού Τομέα του Υπουργείου Παιδείας και πως υπήρξε εκ των ιδρυτών του Βυζαντινού Μουσείου Θεσσαλονίκης και της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών.

Ξέρουμε πως ο πρώτος καταγεγραμμένος πρόγονός του ήταν γελωτοποιός – μίμος στο Βυζάντιο. Και ξέρουμε ότι ο αμέσως επόμενος εντοπίζεται στον 17ο αιώνα και είναι ο Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης, ποιητής και αλχημιστής, προσωπικός γιατρός του Καρόλου Β’, ο οποίος έδρασε στο Σόχο του Λονδίνου και έμεινε γνωστός για τη συμβολή του στην καταπολέμηση της Πανώλης με το μυστικό σκεύασμα που παρήγαγε ονόματι «Alexicacus Spiritus Mundi» / το αλεξίκακο πνεύμα του κόσμου. Ξέρουμε κι άλλους ξακουστούς συγγενείς του. Ξέρουμε τον Πλωτίνο Ροδοκανάκη, τον οραματιστή αναρχικό οδηγητή που έδρασε στο Μεξικό. Ξέρουμε τον Δημήτριο Ροδοκανάκη, τον πρίγκιπα από το Μάντσεστερ με τους αμφιλεγόμενους τίτλους τιμής που ζούσε στη Σύρο και που διετέλεσε πρώτος Μέγας Διδάσκαλος στη ιστορία του Ελληνικού Τεκτονισμού. Ξέρουμε το Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο της Οδησσού και τη Vila Rodocanacchi στο Λιβόρνο της Τοσκάνης. Ξέρουμε πως ο τελευταίος γνωστός συγγενής του Πλάτωνος Ροδοκανάκη ήταν ο Christophe Rodocanachi, ο Γενικός Διευθυντής της Total, ο οποίος έχασε τη ζωή του τον Οκτώβριο του 2014 στη Μόσχα, κατά την απογείωση του εταιρικού του τζετ με προορισμό το Παρίσι. Ξέρουμε πως η φράση που συνοδεύει το εραλδικό οικόσημο της οικογένειας Ροδοκανάκη όλους αυτούς τους αιώνες λέει «Εν ρόδω ανθώ» / Μέσα στο τριαντάφυλλο ανθίζω.

Ξέρουμε πως ο Πλάτων Ροδοκανάκης ξεκίνησε να γράφει στην καθαρεύουσα αλλά τελικά αγάπησε τη δημοτική, πράγμα για το οποίο ο Παλαμάς τον επαίνεσε δημόσια. Ξέρουμε ότι με τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη γνωρίστηκαν σε μια βόλτα στη Σταδίου. Ξέρουμε ότι έφαγε στον Βόλο μια αδέσποτη σφαίρα στο στομάχι από λάθος. Ξέρουμε ότι έγραψε ύμνο στον Σατανά. Ξέρουμε ότι ο τίτλος της πρώτης του ποιητικής συλλογής «De Profundis» είναι ευθεία αναφορά στον Oscar Wilde και πως η φόρμα της γραφής του στο «Βυσσινί Τριαντάφυλλο» αποτελεί ευθεία αναφορά στον Βέρθερο του Γκαίτε: επιστολές σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση έως τη στιγμή της αυτοκτονίας των ηρώων και ξαφνική – αδικαιολόγητη τριτοπρόσωπη αφήγηση σε όλη την περιγραφή της αυτοκτονίας.

Ξέρουμε ότι το Βυσσινί του Τριαντάφυλλο λογοκρίθηκε από την εφημερίδα Ακρόπολη, τυπώνοντας λευκό κομμάτι στη θέση του κειμένου χωρίς να τον ειδοποιήσει, στο τρίτο κιόλας “επεισόδιο” του έργου, επειδή χαρακτήριζε τον Χριστό «γλεντζέ» και τον παρομοίαζε με τον Σωκράτη. Ξέρουμε ότι τον λογοκριτή του ο Πλάτων τον αποκάλεσε αργότερα «μάστορα». Ξέρουμε ότι την πρώτη εκδοχή του Βυσσινιού Τριαντάφυλλου τη διάβασε σε μια στενή ομήγυρη καλλιτεχνών και όσα ξέρουμε για αυτή την ανάγνωση τα ξέρουμε από τον Παλαμά. Ξέρουμε ότι μεταξύ αυτών ήταν και ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο οποίος εμπνεύστηκε από την ανάγνωση της ιστορίας και τον τρόπο της αυτοκτονίας του δύο χρόνια αργότερα.

Ξέρουμε, επίσης, ότι το «Βυσσινί Τριαντάφυλλο» αποτέλεσε και την αφορμή για να φτάσει ως τα δικαστήρια με τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι έκλεψε την ιδέα από το θεατρικό του έργο «Τα τρία φιλιά – τραγική σονάτα σε τρία μέρη». Ξέρουμε πως το σημείο στο οποίο τα δύο κείμενα συγκλίνουν είναι εκεί όπου οι εραστές κάνουν έρωτα μέσα σε εκκλησία -στο δε Βυσσινί Τριαντάφυλλο πάνω στους τάφους των Ναϊτών Ιπποτών της Μονής Δαφνίου- και μετά την ολοκλήρωση της ερωτικής πράξης αυτοκτονούν. Ξέρουμε πως αυτή είναι η πρώτη δίκη στα ελληνικά χρονικά για πνευματικά δικαιώματα. Ξέρουμε, ακόμα, πως η δίκη έληξε χωρίς νικητή καθώς ο Παλαμάς ως μάρτυρας κατέθεσε ότι στην τέχνη και τη δημιουργία αυτού του είδους οι διεκδικήσεις πατρότητας είναι περιττές και πως αν το πολύ-ψειρίσουμε το σημείο της διαμάχης και οι δύο έχετε κλέψει έναν νεαρό από την Κρήτη ονόματι Κάρμα Νιρβαμή (το ψευδώνυμο με το οποίο ο Νίκος Καζαντζάκης υπέγραψε το «Όφις και κρίνο» σε ηλικία 20 ετών). Ξέρουμε πως η τελευταία φράση που ακούστηκε μέσα στο ειρηνοδικείο ανήκει στον Πλάτωνα Ροδοκανάκη: «Στο κάτω κάτω κύριε Χρηστομάνο μου, τι σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους τα έργα μας, εφόσον στο δικό σας οι εραστές δίδουν μόλις τρία φιλιά, ενώ στο δικό μου δίδουν χίλια».

Ξέρουμε, τέλος, πως η τελευταία οικία των Ροδοκανάκηδων -το σημερινό Άσυλο Ανιάτων στην Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη- βρίσκεται στο σημείο ακριβώς στο οποίο είχε στήσει το αντίσκηνό του ο Κιουταχής κατά την πολιορκία της Ακρόπολης. Ξέρουμε ότι εκεί έχτισε, λίγα χρόνια μετά, και την έπαυλή του ο αρχηγός του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου, Ναύαρχος Σερ Μάλκολμ, γοητευμένος από το κλίμα της Αθήνας και το εξωτικό και έρημο χωριό Πατήσια. Ξέρουμε πως το οίκημα αποτελεί έργο των Κλεάνθη και Σάουμπερτ και πως πριν φτάσει στα χέρια των Ροδοκανάκηδων, κατοικήθηκε από τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τη Δούκισσα της Πλακεντίας, στεγάζοντας για ένα διάστημα ακόμα και τη Γαλλική Πρεσβεία.

Ξέρουμε ότι εκεί υπάρχει σήμερα μια μαρμάρινη σκαλιστή επιγραφή, χωρίς ημερομηνία ή όνομα, που απλώς γράφει «Στη μνήμη ενός μικρού παιδιού».

Αυτό που δεν ξέρουμε, είναι γιατί.

***

  • Διαβάστε ακόμη:

Πλάτων Ροδοκανάκης, “Το βυσσινί τριαντάφυλλο” και ο αισθητισμός

 

 

 

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΑναζητώντας τη λύση στον γρίφο της οικογένειας Ροδοκανάκη πέριξ της Κυψέλης

Related Posts