Cat Is Art

«Πέρσες»: Ένας ύμνος στην ενότητα, που – κατά τον Αισχύλο – προστατεύει την ανεξαρτησία

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

Τούτη την ώρα που ο πολιτισμένος κόσμος αναμετράται με την οπισθοδρόμηση, τον θρησκευτικό φανατισμό, τον στείρο και αδιέξοδο αλυτρωτισμό, τη μισαλλοδοξία, η τραγωδία «Πέρσες» του Αισχύλου που το Εθνικό Θέατρο και ο Δημήτρης Λιγνάδης μας παρουσίασαν στην Επίδαυρο έρχεται να μας δείξει την αντιπαράθεση ανάµεσα στο σύμπαν του «σκοταδιού» και στο σύμπαν του «φωτός». Ανάμεσα στον κόσμο της νύχτας, της τυφλότητας ηθικής και πολιτικής και της αυγής, της αυτοδιάθεσης ατοµικής και συλλογικής.
Οι «Πέρσες» (472 π.Χ) είναι το παλαιότερο πλήρες δράμα που σώζεται στις μέρες μας και ταυτόχρονα ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τη σημαντικότερη σύγκρουση της δεύτερης περσικής εισβολής στην Ελλάδα, τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Μία από τις πιο καθοριστικές μάχες στην ιστορία της ανθρωπότητας, αποτελεί το θέμα της τραγωδίας του Αισχύλου, ο οποίος πήρε μέρος σ’ αυτήν.

«Γιατὶ ὅταν ἀνθίζει ἡ ὕβρις, μεστώνει τὸ στάχυ τῆς πλάνης,
καὶ τότε θερίζεις θέρος δακρύων».

Δίχως θριαμβολογίες και κομπασμούς και με σεβασμό στην οδύνη των ηττημένων, δίχως να προχωρά σε σχολιασμό για τις αποξενωτικές πολιτιστικές ιδιαιτερότητες μεταξύ των Ελλήνων και των Περσών, ο Αισχύλος παρέδωσε στις επόμενες γενιές έναν ύμνο για την ελευθερία του ατόμου, ο οποίος αντιπαραθέτει τα δημοκρατικά ιδεώδη απέναντι στη δεσποτική μοναρχία και την τυφλή υποταγή στην εξουσία.
Η νίκη στεφανώνει εκείνους που ακολουθούν τη σύνεση ενώ ο μηχανισμός της δικαιοσύνης τιμωρεί όποιον με οδηγό την αλαζονεία ξεπερνάει τα όρια, προσβάλλοντας με την έπαρσή του θεούς και ανθρώπους.

 

Η υπόθεση

 

Στα Σούσα, την πρωτεύουσα των Περσών, οι γέροντες που έχουν παραμείνει στα μετόπισθεν, πιστοί φύλακες των λαμπρών ανακτόρων του Ξέρξη, ανησυχούν για το στρατό τους που έχει εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, καθώς ειδήσεις δεν έχουν φτάσει ακόμα για την έκβαση της πολεμικής επιχείρησης.
Οι εντυπωσιακά πολυάριθμες δυνάμεις που συνθέτουν το περσικό στράτευμα με τα ηχηρά ονόματα των αρχηγών του και τη θεόδοτη δύναμη του βασιλιά τους, δεν αρκούν για να κατευνάσουν την αγωνία των γερόντων, που γνωρίζουν ότι το αδιαπέραστο δίκτυ της Πλάνης ξεγελάει τους ανθρώπους και τους οδηγεί στο χαμό. Η ανησυχία κορυφώνεται όταν η βασίλισσα Άτοσσα, μητέρα του αρχηγού της εκστρατείας Ξέρξη, και γυναίκα του πεθαμένου Δαρείου, εμφανίζεται και αφηγείται ένα άκρως δυσοίωνο όνειρό της. Σ’ αυτό ο Ξέρξης προσπαθούσε να ζέψει στο άρμα του μια Ελληνίδα και μια Ασιάτισσα αλλά η Ελληνίδα έσπασε τα δεσμά και γκρέμισε τον βασιλιά.
Η άφιξη του ασθμαίνοντος αγγελιαφόρου επιβεβαιώνει τα άσχημα προαισθήματα: ολόκληρος ο περσικός στρατός εξοντώθηκε. Οι Έλληνες νίκησαν.
Η διεξοδική αφήγηση της ήττας των Περσών καταλήγει στην εκτενή περιγραφή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, τη φυγή του Ξέρξη και την κακοτυχία του υπόλοιπου στρατού που επιχείρησε να επιστρέψει διά ξηράς.
Το σύμβολο του ένδοξου παρελθόντος, ο βασιλιάς Δαρείος, εμφανίζεται από τον Άδη ως απάντηση στις επικλήσεις των χθόνιων δυνάμεων και τους θρήνους των Περσών. Η ερμηνεία του νεκρού βασιλιά για την καταστροφή, αποδίδει τις ευθύνες στην έπαρση του επιπόλαιου Ξέρξη και την ύβρη του απέναντι στη φύση και τους θεούς.
Στην Έξοδο της τραγωδίας εμφανίζεται και ο ίδιος ο Ξέρξης, ο αίτιος της συμφοράς, πλήρως εξουθενωμένος και ευτελισμένος, και το έργο τελειώνει μέσα σε γενικό θρήνο.

 

Σεβασμός και συμπάθεια

 

Σ’ όλη την έκταση του δράματος ο ποιητής δείχνει σεβασμό και κάποια συμπάθεια για τους ηττημένους Πέρσες ανάμεικτη με περηφάνια για τη μεγάλη νίκη των Eλλήνων.
Η είσοδος του κουρελιασμένου ηττημένου βασιλιά, ολοκληρώνει την εικόνα της πανωλεθρίας. Τα εγκώμια για τα επιτεύγματα του παρελθόντος, μετατρέπονται σε θρήνους και οδυρμούς για το παρόν, και κορυφώνουν την οδύνη στο άλλοτε ένδοξο παλάτι της δυναστείας των Αχαιμενιδών.

Βασίλισσα: Τὶς δὲ ποιµάνωρ ἐπέστι κἀπιδεσπόζει στρατῷ;
Χορός: Οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ’ὑπήκοοι.

“Οι θεοί τη σώζουν την πόλη της θεάς Παλλάδας”. Έτσι είπε ο αγγελιοφόρος. Κι η Άτοσσα ρωτάει και ξαναρωτάει: Πόσα ήτανε αυτά τα καράβια των Ελλήνων, που τόλμησαν ν’ ανοίξουν μάχη με τον περσικό στρατό, εμβολίζοντας πλοία; Είναι ακόμα απόρθητη η πόλη της Αθήνας; «Όσο έχει άντρες, έχει τείχος ακλόνητο», απαντά εκείνος και κάνει αναφορά στον ιερό παιάνα. Μια φωνή μυριόφωνη ακουγόταν: «Ω παίδες Ελλήνων, ίτε, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρῴων έδη, θήκας τε προγόνων· νυν υπὲρ πάντων αγών». Όπως λέει και το Είδωλον του Δαρείου, οι Πέρσες τιμωρήθηκαν επειδή εκστράτευσαν στην Ελλάδα και σύλησαν και έκαψαν ναούς, βωμούς και αγάλματα θεών απ’ το βάθρο τους τα γκρέμισαν συθέμελα, αφήνοντας ένα σωρό ερειπίων πίσω τους. Γι’ αυτό έπαθαν όσα έπαθαν. Και άλλα θα πάθουν. Και να πώς ταιριάζει ο παιάνας με τα λόγια του Δαρείου. Να γιατί εκείνο το «Ίτε παίδες…» τόση ορμή και δύναμη είχε.

 

Παλιός μαραθωνομάχος

 

Τμήμα μιας τετραλογίας που παρουσίασε ο ποιητής το 472 π.Χ., οι «Πέρσες» είναι το πρωιμότερο σωζόμενο έργο του Αισχύλου. Σαν τους περισσότερους από τους πρώιμους ποιητές της Αθήνας, ο Αισχύλος ως παλιός μαραθωνομάχος αποκαλύπτει μέσω των έργων του μια διαρκή έγνοια και αγωνία για την Ελλάδα και την κληρονομιά της.
Ο Αισχύλος με έναν αριστοτεχνικό τρόπο καθηλώνει τον νου του θεατή με την προσμονή της επόμενης αποκάλυψης. Από την αρχή διαφαίνεται η νύξη για την περσική ύβρη, για την τύφλωση του Ξέρξη -θεού επικουρούντος- να θέλει να ξεπεράσει τα όρια της επικράτειάς του και την αμαρτία του να μετατρέψει τη θάλασσα σε στεριά.
Ο Αισχύλος δεν αποδίδει απλώς τιμή στους νικητές παρουσιάζοντας λεπτομερώς τον θρήνο του αντιπάλου των Ελλήνων. Αναλαμβάνοντας τον ρόλο του ιστορικού εξετάζει τα αίτια που οδήγησαν στο αποτέλεσμα, εκφράζοντας ένα διαχρονικό προβληματισμό που αφορά κυρίως την ετερότητα και προειδοποιεί για τον κίνδυνο που επιφέρει η υποτίμηση του «άλλου», η έπαρση, η άκρατη φιλοδοξία και η υπεροψία της εξουσίας.
Στη μακροχρόνια σύγκρουση των Ελλήνων με την υπερδύναμη εξ ανατολών οι Αθηναίοι έγιναν μάρτυρες της πυρπόλησης της Ακρόπολης από τους εισβολείς, κάτι που οδηγεί τον υβριστή και τον ένοχο στην καταστροφή και στην εκπλήρωση του τραγικού πεπρωμένου του.

 

Περηφάνια και ανησυχία

 

Το μέγεθος της δύναμης που χρησιμοποίησε ο Ξέρξης για αυτή την εκστρατεία, καθώς και η ευφυής λύση που επινόησε προκειμένου να περάσει τα στενά του Ελλήσποντου το πολυπληθές του στράτευμα, την προέλευση του οποίου παραθέτει με κάθε λεπτομέρεια ο χορός των γερόντων, μοιάζει τη μια στιγμή να τον κάνει υπερήφανο για την ελληνική νίκη, ενώ την άλλη να τον τρομάζει και να τον ανησυχεί.
Στο προφητικό όνειρό της η Άτοσσα βλέπει ένα βασιλικό αετό και η εικόνα ολοκληρώνεται με την εμφάνιση ενός μικρόσωμου και γοργόφτερου κιρκινεζιού που σαν αστραπή εφορμά στον αετό. Στην πραγματικότητα είναι ένας οιωνός για την τιμωρία που έρχεται ως αποτέλεσμα της αλαζονείας και της ύβρης. Ο Ξέρξης και το πολυάριθμο στράτευμά του συμβολίζονται από τον βασιλικό αετό, αντιπροσωπευτικό δείγμα της ισχύος και της εξουσίας. Εδώ ο αετός και όσα συμβολίζει εμφανίζεται ανυπεράσπιστος στην εφόρμηση του μικρόσωμου πτηνού το οποίο είναι μια αλληγορία του ολιγάριθμου ελληνικού στρατεύματος, αποδίδοντας ποιητική αδεία τον συσχετισμό των δυνάμεων και το αποτέλεσμα της μάχης.

 

Η νέμεση

 

Όπως συμβαίνει γενικότερα στις τραγωδίες του Αισχύλου, έτσι και στους «Πέρσες» οι θεοί και οι άνθρωποι συνυπάρχουν σε έναν ενιαίο κόσμο τον οποίο ο ποιητής αντιλαμβάνεται απλά και ξεκάθαρα. Οι θεοί, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του δίκαιου κριτή, επαναφέρουν την τάξη εκεί που φαίνεται να έχει διασαλευτεί. Η επηρμένη και βλάσφημη συμπεριφορά του Ξέρξη, που έχει υπερβεί τα όρια και έχει διαταράξει την ισορροπία, φέρνει στη συνέχεια τη νέμεση που τιμωρεί τον υβριστή και αποκαθιστά την τάξη των πραγμάτων.

 

Τα ίδια πλοία

 

Ο άγγελος μεταφέρει στον χορό και τη βασίλισσα τα αποτελέσματα της τιμωρίας. Το υγρό στοιχείο που παραβίασε ο γιος της τον καταστρέφει στη Σαλαμίνα όπου τα τριακόσια δέκα ελληνικά καράβια χτύπησαν και αναποδογύρισαν τα χίλια διακόσια επτά περσικά καράβια. Κατά μοιραίο τρόπο πρόκειται για τα ίδια πλοία που έδεσε ο Ξέρξης για να γεφυρώσει τα στενά του Ελλησπόντου, μια απαράβατη γραμμή διαχωρισμού ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη.

 

Το βάθρο της ματαιοδοξίας

 

Οι ατρόμητοι στρατηγοί πέφτουν στη μάχη. Οι άτυχοι στρατιώτες πέφτουν μπροστά στις ξερές κρήνες, αποτελειωμένοι από τη δίψα. Τέλος ο ίδιος ο Ξέρξης κατεβαίνει από το βάθρο της ματαιοδοξίας όπου είχε τοποθετήσει τον εαυτό του. Σχίζει τα ρούχα του, μην αντέχοντας το θέαμα της συμφοράς που ο ίδιος προκάλεσε και παρουσιάζεται συντετριμμένος και περίλυπος μπροστά στους σεβάσμιους γέροντες, από την κριτική των οποίων προσπαθεί να τον γλιτώσει η στοργική μητέρα του Άτοσσα, καθώς ο ίδιος δεν δείχνει να μπορεί να την αντέξει. Ο Ξέρξης των Περσών είναι συγχρόνως φορέας βαριάς πατρικής κληρονομιάς. Είναι παρορμητικός και ανώριμος νέος δεσπότης, εκπρόσωπος των δυνάμεων του χάους και της βίας.

 

Ανθρωπιά και ενσυναίσθηση

 

Η τραγικότητα της μοίρας των Περσών επιτείνεται, όταν συνειδητοποιεί κανείς ότι ο υπαίτιος της καταστροφής ταπεινώνεται μεν, αλλά ο πληγωμένος εγωισμός του είναι η μόνη συνέπεια που τελικά υφίσταται, αν και έχει κενώσει την Ασία από τους άνδρες της. Τα κουρέλια του Ξέρξη είναι τα επίχειρα των επιλογών του, το απόλυτο σύμβολο της ήττας μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας.
Εν τέλει η συγκεκριμένη τραγωδία του Αισχύλου αναπαριστά την ήττα μιας πολύχρυσης αυτοκρατορίας, η οποία σημαίνει και τον θρίαμβο της νεόκοπης αθηναϊκής δημοκρατίας.
Οι «Πέρσες» δεν είναι ακριβώς ένα «ιστορικό δράµα», ούτε μια «τραγωδία επικαιρότητας», μα ούτε κι ένα «πατριωτικό έργο», αλλά έργο βαθύ και τραγικό. Έργο με δίδαγμα ηθικό αλλά και πολιτικό. Ότι η έπαρση, η ματαιοδοξία, η αυθάδεια οδηγούν στην πτώση. Μας υπενθυμίζει δε από πού ερχόμαστε και ποια ιστορική μνήμη φέρουμε.
Πυρήνας του έργου, εκτός από τη δικαιοσύνη, είναι ο αγώνας για ανεξαρτησία, ο αγώνας κατά της καταπίεσης και της μεγαλεπήβολης κυρίαρχης δύναμης. Ο Αισχύλος υποστηρίζει το ελληνικό πνεύμα και την εξασφάλιση της ενότητας ως προστάτιδας της ανεξαρτησίας.
Στους «Πέρσες» όμως, δεν θα βρείτε σε όλο το έργο ούτε μία λέξη εμπάθειας ή περιφρόνησης για τους Πέρσες που είχαν κατακτήσει την Ελλάδα και ιδιαίτερα την Αττική, την πατρίδα του ποιητή, για τους Πέρσες που είχε ο ίδιος ο ποιητής πολεμήσει στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα, που είχαν κάψει τους ναούς των θεών του. Όχι μόνο δεν αναφέρεται τίποτα εναντίον τους, αλλά ο Αισχύλος δείχνει μια μοναδική ανθρωπιά και ενσυναίσθηση, που σημαίνει ότι κατανοεί τον αντίπαλο και πονά μαζί μ’ αυτόν. Πώς εξηγεί την καταστροφή; Την αποδίδει στην ὕβρη του Ξέρξη. Δεν τίθεται θέμα να τη δει ως απόρροια της υποτιθέμενης «βαρβαρότητας» των Περσών. Ωστόσο η τραγωδία γράφτηκε και παίχτηκε στην Αθήνα το 472, δηλαδή επτά χρόνια μετά τη μάχη των Πλαταιών, και πήρε το πρώτο βραβείο, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν στη Μικρά Ασία, στην Κύπρο, στις Φοινικικές ακτές.

 

Σαν νέος θεσμός

 

Η παράσταση της Παρασκευής 24 Ιουλίου 2020 που παρακολούθησα ξεκίνησε με τον καθιερωμένο πλέον περίπατο της επιδαύριας γάτας, που τείνει να γίνει θεσμός.

 

Οι συντελεστές

 

Ο Δημήτρης Λιγνάδης χειρίστηκε με γνώση αυτή την «εξ αντιστρόφου» τραγωδία, για την οποία βέβαια σαφώς δεν προσφέρονται οι πανηγυρισμοί και οι αλαλαγμοί θριάμβου, αναδεικνύοντας το θρήνο των ηττημένων για την πρωτοφανή καταστροφή και παρουσιάζοντας με συγκινητική σαφήνεια το δραματικό υπόβαθρο του έργου.

Η Αλέγια Παπαγεωργίου παρουσίασε στο όμορφο σκηνικό της με λιτότητα τους θρόνους των συμβούλων της αυτοκρατορίας. Αυτοί έμοιαζαν με στασίδια ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας. Ήταν απλές ξύλινες έδρες με στηρίγματα των αγκώνων σαν αυτές που βρίσκονται κατά μήκος των πλευρικών τοίχων των ναών.
Ο μικρός ολόφωτος μαρμάρινος Παρθενώνας, που τοποθετήθηκε αργότερα στην ορχήστρα, μας θύμισε τον Παρθενώνα που έκαψαν οι Πέρσες και συμβόλιζε το ελληνικό πνεύμα, το οποίο θα πρέπει να είναι καθαρό όπως το φως και να καίει σαν τη φωτιά.

Η Εύα Νάθενα, όπως άλλωστε μας έχει συνηθίσει, παρουσίασε μια ιδιαιτέρως αξιόλογη δουλειά, ένα πραγματικό εικαστικό θαύμα, με τα υπέροχα στις λεπτομέρειές τους και τη σημασία τους κοστούμια της παράστασης.

Η εναργής μουσική του Γιώργου Πούλιου, που παρέπεμπε στα ποντιακά ακούσματα και στην ανατολίτικη παράδοση, ήταν οργανικά ενταγμένη στο όλον.

Η χορογραφία – επιμέλεια κίνησης του Κωνσταντίνου Ρήγα προσέδωσε την ξεχωριστή συγκίνηση, τον παλμό, το ρυθμό και το αρμόζον θρηνητικό υπόβαθρο στην παράσταση.

Οι φωτισμοί της ταλαντούχας Χριστίνας Θανάσουλα πλημμύρισαν την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου με αδρές πινελιές ευαισθησίας και μελαγχολικής φόρτισης.

Έξοχη η ρέουσα μετάφραση του Θεόδωρου Στεφανόπουλου με τη διαύγεια των νοημάτων της και την καθαρότητα του λόγου.

Η μουσική διδασκαλία της εξαίρετης Μελίνας Παιονίδου προίκισε τους «Πέρσες» με λυρική φόρτιση, συναίσθημα και ορθοφωνική ευστοχία.

Άξια και η δραματολόγος της παράστασης Εύα Σαραγά. Με ικανότητα στάθηκε και η βοηθός σκηνοθέτη Νουρμάλα Ήστυ, καθώς και όλοι οι βοηθοί των κυρίως συντελεστών.

 

Οι ερμηνείες

 

Ο Χορός των ευγενικής καταγωγής Περσών ανδρών ήταν εντυπωσιακός. Αναφέρω τα ονόματα όλων των ηθοποιών που τον αποτελούσαν καθώς πρόκειται για ορισμένους εκ των αρίστων του ελληνικού θεάτρου. Είναι οι: Βασίλης Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Μιχάλης Θεοφάνους, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννος Περλέγκας, Αλμπέρτο Φάις και ο μουσικός Γιώργος Μαυρίδης.

Το μόνο πραγματικά ανθρώπινο πρόσωπο του έργου είναι η Άτοσσα, η μητέρα του Ξέρξη, μια επιβλητική, διαισθητική, λογική και αξιοσέβαστη γυναίκα.
Η εκλεκτή τραγωδός μας, Λυδία Κονιόρδου, φορώντας το εξαίσιο κοστούμι με τα μαύρα πέπλα του βαθύτατου ψυχικού πόνου, κάτοχος κύρους και τεράστιας εμπειρίας, μας συγκλόνισε ως βασίλισσα, ως μάνα, ως φορέας μιας ηττημένης αυτοκρατορίας. Έμπειρη η Λυδία Κονιόρδου έλεγχε απόλυτα με τα εκφραστικά της μέσα ολόκληρη την ορχήστρα της Επιδαύρου. «Η γαρ Άτοσσα είχε το παν κράτος», και έφερε όλα τα χαρακτηριστικά της θέσης της. Το ίδιο αλαζών και το ίδιο δεσποτική και σκληρή, όπως και ο γιος της. Μεγαλοπρεπής ωστόσο, θεϊκή και σπαρακτική.

Ο Άγγελος ήταν η σπονδυλική στήλη της παράστασης. Ο αξιόλογος Αργύρης Πανταζάρας ως ηθοποιός με μεγάλη υποκριτική εμβέλεια, έπιασε υψηλούς υποκριτικούς τόνους και έδωσε το ύφος και το χρώμα του δράματος παραδίδοντάς μας μια καταλυτική ερμηνεία σε μια από τις πιο μεγαλοπρεπείς αφηγήσεις όλων των εποχών.

Ο Νίκος Καραθάνος απέδωσε ένα Δαρείο πονεμένο αλλά υποβλητικό και μυστηριώδη, ένα βασιλιά σοφό, αξιοπρεπή στην ταπεινότητά του. Εμφανίζεται γηραιός και ανήμπορος, τινάζοντας τη σκόνη των αιώνων από το θεσπέσιο κοστούμι του, και ως μυθικός αφηγητής κάνει μια αναδρομή στην ιστορία της αυτοκρατορίας. Με τελετουργική κίνηση και έκφραση έδωσε την αίσθηση ενός καταρρακωμένου οραματιστή ήρωα που από τα βάθη του Άδη προφητεύει και δίνει την αληθινή διάσταση της καταστροφής, τα αίτια και τις συνέπειες.

Ο Ξέρξης, ως ηγέτης, οδήγησε τον στρατό του στον αφανισμό από την ακόρεστη δίψα του για παραπάνω εδάφη, υποτελείς και χρυσό για την ήδη «πολύχρυση» αυτοκρατορία του.

Ο Ξέρξης του Αργύρη Ξάφη ήταν συντριβή και θύελλα. Η εμφάνισή του επισφράγισε το αντιπολεμικό πνεύμα του έργου, προβάλλοντας την εξαθλίωση του άλλοτε κραταιού βασιλιά. Ντυμένος το θαυμαστής ομορφιάς αιμάτινο κοστούμι της Εύας Νάθενα, κυριολεκτικά ένα ράκος, χάρη στο ισχυρό θεατρικό του ένστικτο και τη γερή τεχνική του, χρωμάτισε με γνήσιο ρίγος το αριστουργηματικό φινάλε του Αισχύλου.

 

Η παράσταση

 

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το ανέβασμα της παράστασης «μετακλασικό» με πλούσιους εσωτερικούς κραδασμούς. Όλη αυτή η θεατρική δουλειά που θαυμάσαμε και απολαύσαμε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, πραγματοποιήθηκε με μεγάλο μόχθο, ζήλο και καλλιτεχνική αναζήτηση, κάτω από αντίξοες συνθήκες, θέτοντας τον πήχη ψηλά, σε μια εποχή πανδημίας, από ικανότατους συντελεστές, αφοσιωμένους και ταλαντούχους ηθοποιούς κι ένα σκηνοθέτη – μανιώδη θηρευτή της τελειότητας, της ουσίας και του κάλλους.

Η παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη μας έδωσε αυτό ακριβώς που περιμέναμε, που χρειαζόμασταν ν’ ακούσουμε και να δούμε. Μας μίλησε για τη νίκη μιας μικρής δύναμης, όπως η Ελλάδα, απέναντι σε μια υπερδύναμη της εποχής, την περσική αυτοκρατορία.
Μας μίλησε επίσης για το ατόπημα της αλαζονείας, που μπορεί να επιφέρει τον όλεθρο σ’ ένα λαό, σ’ έναν τόπο. Έτσι ακριβώς όπως η Περσία πίστεψε ότι μπορεί να είναι αήττητη, και η Ελλάδα -πενήντα χρόνια μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας- κι επειδή πίστεψε ότι μπορεί να είναι αήττητη οδήγησε ολόκληρη τη χώρα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, που μας έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης.
Ανέδειξε επίσης αυτό τον πελώριο θρήνο, την ύψιστη ποίηση που περιγράφεται στο έργο. Ένα αστείρευτα ποιητικό και θρηνητικό κείμενο. Ένα έργο με νόημα, με μεγάλες αλήθειες και θεμελιώδη διαχρονικά ερωτήματα. Ένα τραγικό κείμενο στο οποίο αναμετριέται μια κοινωνία, μια δημοκρατία, με την αξιοκρατία και τη δικαιοσύνη.
Ένας ειλικρινής ύμνος στην εξασφάλιση της ενότητας ως προστάτιδας της ανεξαρτησίας.
Ένα ευλαβικό επίτευγμα απέναντι σε έναν ύψιστο δημιουργό, ένας φόρος τιμής σε αφανείς ήρωες -αρχαίους και σύγχρονους- από το Εθνικό μας Θέατρο.

 

***

 

Σημειώσεις

 

*Ο Αισχύλος σκοπίμως αποκρύπτει την προϊστορία του πολέμου και έχει αποκλίσεις από τον Ηρόδοτο. Τα γεγονότα στους “Πέρσες” τοποθετούνται μόνο στη διακυβέρνηση του Ξέρξη. Ο λόγος είναι ότι θέλει να συγκεντρώσει όλη την “επίγεια αιτιολογία” της ήττας των Περσών στο πρόσωπο του Ξέρξη.
*Η σκηνή με το Είδωλο του Δαρείου μας φέρνει στο νου μια παρόμοιας έντασης σκηνή με το φάντασμα του βασιλιά στην τραγωδία του Σαίξπηρ, «Άμλετ».
*Τη ναυμαχία της Σαλαμίνας είχε πραγματευθεί πριν από τον Αισχύλο ο Φρύνιχος (πιθανόν το 476 π.Χ.) με το έργο του Φοίνισσαι.
*Στους «Πέρσες» αναφέρονται ονομαστικά ένας προς έναν πάνω από πενήντα Πέρσες ηγέτες, ενώ κανένας Έλληνας δεν αναφέρεται με το όνομά του. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει πως οι Έλληνες πολέμησαν με ομοψυχία σαν συλλογική οντότητα.

 

 

[Πατήστε «κλικ» επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

«Πέρσες»

Του Αισχύλου

Μετάφραση-μετρική διδασκαλία: Θ.Κ. Στεφανόπουλος

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης

Σκηνικά: Αλέγια Παπαγεωργίου
Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Χορογραφία, επιμέλεια κίνησης: Κωνσταντίνος Ρήγος
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Νουρμάλα Ήστυ
Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη
Βοηθοί χορογράφου: Μαρκέλλα Μανωλιάδου, Άγγελος Παναγόπουλος

Διανομή (αλφαβητικά)

Βασίλης Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Μιχάλης Θεοφάνους, Νίκος Καραθάνος, Λυδία Κονιόρδου, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Γιώργος Μαυρίδης, Αργύρης Ξάφης, Αργύρης Πανταζάρας, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννος Περλέγκας, Αλμπέρτο Φάις.

Φωτογράφος παράστασης: Μαριλένα Αναστασιάδου

***

Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου

Παρασκευή 24, Σάββατο 25 και Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

 

***

Θυμίζω ότι λόγω της πανδημίας του Covid 19 και των μέτρων ασφαλείας που ισχύουν σε όλες τις εκδηλώσεις σε ανοικτούς χώρους οι θεατές προσήλθαν στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου 90 λεπτά νωρίτερα από το κανονικό, ενώ στην είσοδο και στην έξοδο φορούσαν μάσκες ασφαλείας. Οι θέσεις – για υγειονομικούς λόγους – ήταν μειωμένες και αριθμημένες σε ολόκληρο το θέατρο και στο επάνω διάζωμα. Για τον λόγο αυτό δόθηκαν τρεις παραστάσεις έτσι ώστε να έχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι τη δυνατότητα να βρουν εισιτήριο. Επίσης κάτι άλλο που συνέβη για πρώτη φορά στα χρονικά του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, ήταν η απευθείας μετάδοση της παράστασης [live streaming] στις χώρες όλου του πλανήτη – εκτός Ελλάδας – με υπότιτλους στα αγγλικά.

 

Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Πέρσες»: Ένας ύμνος στην ενότητα, που – κατά τον Αισχύλο – προστατεύει την ανεξαρτησία

Related Posts