Cat Is Art

…περὶ λύχνων ἁφάς

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

  • περὶ λύχνων ἁφάς: την ώρα που ανάβουν τα λυχνάρια

Περί λύχνων αφάς, είναι η μαγική εκείνη ώρα που παίρνει να σκοτεινιάζει. Το φυσικό φως του ήλιου χάνεται σιγά σιγά. Είναι τότε που ανάβουμε (αφάς) τα λυχναράκια.

Είναι μια φορτισμένη στιγμή αυτή, η περί λύχνων αφάς, από αρχαιοτάτων χρόνων. Δόθηκε σ’ αυτήν ο τύπος της ιεροτελεστίας. Το βιώνουμε στον εσπερινό, εκεί που λέει: “ο ήλιος εβασίλευσεν…”. Είναι η λειτουργική – λατρευτική πράξη. Έρχεται η νύχτα, λοιπόν, και μαζί της ανέρχονται οι πρώτες μας σκέψεις…«Περί λύχνων αφάς» ήταν η φράση που προσδιόριζε παραστατικά το σούρουπο, όταν γινόταν η αφή (άναμμα) των λυχναριών. Κάποτε ένας αξιωματικός παρήγγειλε σε ένα στρατιώτη του: «Περί λύχνων αφάς, ελθέ μεθ’ ημών». Σε λίγο όμως κατέφθασε ο στρατιώτης αγριεμένος και πασαλειμμένος με λάδια. Είχε καταλάβει τη διαταγή ως εξής: «Περί λύχνον αν φας, ελθέ με θυμόν»

Το σούρουπο

Ο δημόσιος φωτισμός της πρωτεύουσας συνδέεται με τη σύσταση του Δήμου Αθηναίων το 1835, οπότε κρεμάστηκαν στους κεντρικούς δρόμους φανάρια λαδιού, τα οποία φρόντιζε ένας φανοκόρος και τα άναβε το σούρουπο, ανεβασμένος σε μία ξύλινη σκάλα που μετέφερε στον ώμο. Τα πρώτα λαδοφάναρα του Δήμου δεν ήταν περισσότερα από δεκαπέντε. Η αύξησή τους ήταν ραγδαία, ούτως ώστε το 1840 ήταν ογδόντα, το 1842 έγιναν εκατό και το 1850 έφθασαν τα διακόσια. Η αύξηση των φανών δημοτικού φωτισμού συνοδεύθηκε από αισθητική και λειτουργική αναβάθμισή τους. Παραγγέλθηκαν χυτοσιδηροί φανοστάτες, στη βάση των οποίων υπήρχε ανάγλυφη η μορφή της θεάς Αθηνάς όρθιας με κράνος, δόρυ και ασπίδα.
Με την πάροδο του χρόνου τα φανάρια λαδιού αντικαταστάθηκαν από λάμπες πετρελαίου. Από το τέλος του 1862 έκανε την εμφάνισή του στους κεντρικότερους δρόμους ο «δι’ αερίου φωτισμός» για δημόσιο και ιδιωτικό φωτισμό, αλλά μόνο κατά τις νυκτερινές ώρες. Από το 1873 γενικεύθηκε η χρήση του αεριόφωτος και οι φανοί λαδιού και αερίου πέρασαν σε αχρηστία. Η παροχή αεριόφωτος από το εργοστάσιο της οδού Πειραιώς επεκτάθηκε σε όλη την πόλη και τα φανάρια το 1886 είχαν ανέλθει σε χίλια.
Από το 1889 χρονολογείται το πρώτο διάταγμα που έδινε άδεια «παραγωγής και παροχής ηλεκτρικού φωτός και ηλεκτρικής δυνάμεως εν Αθήναις».

Τα φανάρια της Αθήνας

Από τα πρώτα φανάρια του Δήμου είχαν απομείνει ελάχιστα, κυρίως έξω από εκκλησίες. Μέχρι την τελευταία ανακαίνιση της πλατείας Μοναστηρακίου σώζονταν δύο έξω από το ναό της Παντάνασσας, τα οποία ξηλώθηκαν και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους. Ένα υπάρχει στην Εξαρχία του Παναγίου Τάφου στο Ριζόκαστρο και ακόμη δύο βρίσκονται έξω από τη Χρυσοσπηλιώτισσα, στην οδό Αιόλου. Σε αυτά τα φανάρια έχουν αντικατασταθεί από άλλα μεγαλύτερα, ωστόσο οι βάσεις διατηρούν την αρχική τους μορφή.

Μαύρο σκοτάδι

Δημόσιος φωτισμός στην Αθήνα στη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου δεν υπήρχε, ούτε βέβαια και στα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση του ’21, στα χρόνια δηλαδή της απελευθέρωσης. Μόλις έπεφτε ο ήλιος, μαύρο σκοτάδι κάλυπτε ολόκληρη την πόλη και στους δρόμους οι κάτοικοι κρατούσαν φανάρια ή πυρσούς αναμμένους για να κάνουν τις διαδρομές τους, ιδίως τις ημέρες που δεν υπήρχε πανσέληνος.

Η πρώτη οργανωμένη απόπειρα δημόσιου φωτισμού αποφασίστηκε να οργανωθεί από τη Δημογεροντία Αθηνών, με την ευκαιρία της άφιξης του νεαρού βασιλιά Όθωνα στην πρωτεύουσα. Το βράδυ της 1ης Δεκεμβρίου 1833, ημέρα άφιξης και διαμονής του βασιλιά στην Αθήνα, οι τοπικές αρχές αποφάσισαν να φωταγωγήσουν το μνημείο της Ακρόπολης ολόκληρη τη νύχτα. Mε βάση τον σχεδιασμό που είχε γίνει, οι Αθηναίοι πολίτες άναψαν, σε επιλεγμένα σημεία, τεράστιες φωτιές γύρω από τον ιστορικό αυτό χώρο, φωτίζοντας τον Παρθενώνα, τις Καρυάτιδες και τα Προπύλαια. Οι φωτιές έκαιγαν ολόκληρη τη νύχτα και το μνημείο ήταν ορατό όχι μόνο από την πόλη, αλλά και από όλα τα γειτονικά χωριά του λεκανοπεδίου.

Λαδολύχναρα

Τις δάδες και την ανυπαρξία οργανωμένου συστήματος φωτισμού στην πρωτεύουσα διαδέχθηκαν τα λαδολύχναρα και οι λάμπες πετρελαίου, και κάπου εκεί, στις αρχές του 20ού αιώνα, άρχισαν να αντικαθίστανται από τις λάμπες και τα φανάρια του γκαζιού…

Τα κλασικά φανάρια, τοποθετημένα στην κορυφή ενός σιδερένιου στύλου, χρησίμευαν ως φάροι για τους ηρωικούς διαβάτες που στην κυριολεξία ριψοκινδύνευαν τις νύχτες στα σοκάκια και τα καλντερίμια της Αθήνας. Το φως των γκαζοφάναρων, με αναιμικό αντιφέγγισμα, δεν έφτανε για να φωτίσει τις λακκούβες των δρόμων, όπου έπεφταν οι διαβάτες.

Όμως για να λειτουργήσουν τα γκαζοφάναρα ήταν απαραίτητη η ύπαρξη των φανοκόρων, οι οποίοι ήταν δημοτικοί υπάλληλοι που είχαν την υποχρέωση να ανάβουν τα φανάρια.

Αθόρυβες σκιές μόλις άρχιζε να νυχτώνει, γλιστρούσαν από στύλο σε στύλο, άνοιγαν με το καμάκι τους την κλούβα του γκαζιού και έδιναν τη φλόγα που φώτιζε τους δρόμους.

«Εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος»

Η Αθήνα, λοιπόν, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα φωτιζόταν από το γκάζι, το φωταέριο. Είχαμε όμως μπει για τα καλά στην εποχή του ηλεκτρισμού, και με τη χώρα χρεοκοπημένη ήταν δύσκολο να υπάρξουν πρωτοβουλίες για τέτοιες επενδύσεις…

Με πρωτοβουλία όμως ενός άγνωστου στο ευρύ κοινό ανθρώπου, που ήταν διευθυντής του Φωταερίου, του Κ. Δεκώστα, δημιουργήθηκε το πρώτο «εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος» σε οικόπεδο που αγοράστηκε από την Εταιρεία του Φωταερίου στην οδό Πανεπιστημίου! Όταν εγκαταστάθηκαν τα μηχανήματα, άρχισε δειλά δειλά η παραγωγή ρεύματος, που διοχετευόταν σε κτήρια τα οποία βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από το εργοστάσιο.

Η εταιρεία απευθύνθηκε άμεσα στον Δήμο Αθηναίων ζητώντας να υπογράψουν νέα σύμβαση, η οποία θα της έδινε το δικαίωμα να προχωρήσει στον ηλεκτροφωτισμό των κεντρικών πλατειών και των μεγάλων δρόμων.

Το θαύμα της τεχνολογίας

Την ίδια εποχή, το 1887, εμφανίζεται και ο ανταγωνισμός. Στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύεται Βασιλικό Διάταγμα με το οποίο επιτρεπόταν «η παραγωγή και παροχή του ηλεκτρικού φωτός και ηλεκτρικής δυνάμεως εν Αθήναις εις την “Γενική Εταιρείαν Εργοληψιών”». Ιδιοκτήτες της εταιρείας, οι γνωστοί τότε βιομήχανοι Βλάγκαλης και Μάτσαλ. Το εργοστάσιο εγκαταστάθηκε στη γωνία Πανεπιστημίου και Αγχέσμου (νυν Βουκουρεστίου), και τα μηχανήματα είχαν ισχύ παραγωγής αρχικά 150 kw.

O ηλεκτρισμός ενθουσίασε τους κατοίκους, οι οποίοι επισκέπτονταν την έδρα της εταιρείας για να δουν το θαύμα της τεχνολογίας. Οι εφημερίδες μιλούν για «παντοδυναμία του Μάγου ηλεκτρισμού, μετ’ ον πολύ θα καταργήση την χρήσιν του ξύλου και του ξυλάνθρακος ως καυσίμου ύλης πληρών αυτός πάσας τας χρείας του ανθρώπου».

Κεντρικά ξενοδοχεία, μεγάλα καφενεία, ανάκτορα, υπουργεία και πολυτελείς κατοικίες συνδέονται πρώτα στο δίκτυο και ακολουθούν οι τράπεζες, τα εμπορικά καταστήματα και οι βιοτεχνίες. Ένα χρόνο αργότερα, η παραγωγή αυξήθηκε σε ισχύ 400 kw, προβληματίζοντας έντονα τους υπευθύνους «της Εταιρείας Αεριόφωτος», που έβλεπαν τον ανταγωνισμό ολοένα να αυξάνεται.

Οι πληροφορίες και οι φωτογραφίες προέρχονται από το πλούσιο υλικό μονογραφίες και κείμενα του ιστορικού ερευνητή και δημοσιογράφου Λευτέρη Σκιαδά.

Φτωχοδιάβολοι

Σήμερα, μέρες μεγάλης οικονομικής κρίσης, οι εκτεταμένες κλοπές μετάλλων, κυρίως χαλκού, από τα καπάκια των υπονόμων μέχρι τα χερούλια των σπιτιών, φαίνεται να αποδίδουν πολλά χρήματα. Παρόμοια φαινόμενα υπήρξαν στην προηγούμενη μεγάλη οικονομική κρίση, στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Μόνο που στόχος τότε ήταν οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες, τους οποίους ξεβίδωναν και έκλεβαν, ως προϊόν πολυτελείας εκείνη την εποχή, τους οποίους πωλούσαν σε διάφορους κλεπταποδόχους σε εξευτελιστικές τιμές και στη συνέχεια οι τελευταίοι τους διοχέτευαν σε επαρχιακές πόλεις.

Εντύπωση είχε προκαλέσει στις αστυνομικές αρχές πως γύρω από τα σημεία που γίνονταν οι κλοπές δεν υπήρχαν ίχνη υποδημάτων, αλλά γυμνών ποδιών, με συνέπεια οι υποψίες να στραφούν στους επαρχιώτες φτωχούς αλήτες νεαρής ηλικίας, τους λεγόμενους και φτωχοδιάβολους… Οι ομάδες που δρούσαν ήταν πολυπληθείς. Οι περισσότεροι λειτουργούσαν ως τσιλιαδόροι βαστώντας «καραούλι» στις γωνιές και τρεις εξ αυτών έκαναν τη «δουλειά». Ανεβαίνοντας ο ένας στην πλάτη του άλλου, ξεβίδωναν τους λαμπτήρες με εξαιρετική επιτηδειότητα και κινήσεις αίλουρων. Ελάχιστα λεπτά της ώρας διαρκούσε η κάθε επιχείρηση και εντός δύο ωρών είχαν βυθίσει στο σκοτάδι μια ολόκληρη γειτονιά.

∼•∼

Εκτύπωση
eirini aivaliwtou…περὶ λύχνων ἁφάς

Related Posts