Cat Is Art

Μια «Μελάχρα», ένα “λουλούδι της φωτιάς” από τη Σοφία Φιλιππίδου

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 20 Ιουλίου 1909 στο Θέατρο Νέας Σκηνής, από το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη με την ίδια στον επώνυμο ρόλο και κατέβηκε αμέσως.
Πρόκειται για τη «Μελάχρα» του Παντελή Χορν, σχεδόν άγνωστο έργο, ένα ονειρικό δράμα που μας μεταφέρει στον κόσμο των σιδηρουργών, των χρυσοχόων, των μάγων και των καλλιτεχνών Τσιγγάνων. Ανεβαίνει για δεύτερη φορά στη θεατρική Ιστορία σκηνοθετημένο από τη Σοφία Φιλιππίδου στο θέατρο Σταθμός.
Το έργο χωρίζεται σε τρεις πράξεις και είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Ο συγγραφέας έχει επιρροές από Ίψεν, Παλαμά, Παπαδιαμάντη.

Η υπόθεση

Η σκηνή τοποθετείται σ’ ένα τσιγγανοχώρι στα περασμένα χρόνια. Οι χαρακτήρες είναι επτά από τους οποίους οι τρεις είναι γυναίκες.
Ο μύθος του έργου μιλά για τον ωραίο Νέδο με τον οποίο είναι ερωτευμένες δύο γυναίκες: Η νεαρή και πανέμορφη Μελάχρα και η πιο ώριμη, καλλίγραμμη Περουζέ, η οποία είναι παντρεμένη με τον Τεμέλκο, έναν πιο ηλικιωμένο αθίγγανο και προκομμένο αρχισιδηρουργό του χωριού.
Ο Νέδος που κάποτε είχε ερωτική σχέση με την Περουζέ, τώρα δυσανασχετεί μαζί της και την αποφεύγει γιατί είναι πια σφόδρα ερωτευμένος με τη Μελάχρα. Η Περουζέ, απεγνωσμένη, σκέπτεται να εκδικηθεί. Μαζί της είναι ερωτευμένος ο σκληρός γυναικοκατακτητής, ανίκητος και φόβητρο της φυλής, ληστής Γιάσαρης, που όμως είναι κάπως αφελής.
Στην όλη υπόθεση αναμιγνύεται και η Βενετία, μια πεπειραμένη μάγισσα και μητέρα του Γιάσαρη.
Η Περουζέ, επειδή θέλει να απαλλαγεί και από την αντίζηλο και από τον ενοχλητικό Γιάσαρη, στήνει μια πλεκτάνη. Αν το πανούργο σχέδιό της πετύχει, τότε ο πλάνης και κατεργάρης Αγκούπης, επίσης ερωτοχτυπημένος μαζί της, θα σκοτώσει τη νύχτα τη Μελάχρα και τον Γιάσαρη.
Όμως η Μελάχρα είναι πολύ έξυπνη για να βγει έτσι εύκολα από τη μέση. Αντιλαμβάνεται τη σκευωρία και οδηγεί την Περουζέ στη παγίδα που αυτή έχει στήσει. Τελικά, ο ανύποπτος Αγκούπης θα σκοτώσει τον Γιάσαρη και την Περουζέ. Η Μελάχρα θριαμβεύει.

Η τσιγγάνικη ζωή

Αν και πιστός στην ελληνική παράδοση, ο Παντελής Χορν προσέδωσε ωστόσο στα έργα του έναν πολύμορφο χαρακτήρα, καθώς δέχθηκε τις ευρωπαϊκές επιδράσεις από τον ρεαλισμό, τον νατουραλισμό αλλά και το σύγχρονο ψυχολογικό δράμα. Έγραψε και ποιήματα, ορισμένα εκ των οποίων είχαν εβραϊκό θέμα.
Άξονας του συγκεκριμένου έργου είναι η τσιγγάνικη ζωή και οι παραδόσεις της. Κυρίαρχο ρόλο στη ζωή των προσώπων έχει η μοίρα. Αρκετά στοιχεία παραπέμπουν στα παραμύθια. Ένα σκηνικό αντικείμενο, το βιολί, είναι φορτωμένο συμβολισμούς και παίζει βασικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής, αφού δίνει το σύνθημα για τη δολοφονία της Περουζέ και του Γιάσαρη.
«Το βιολί, το χιλιόχρονο βιολί, κληρονομιά από πάππου προς πάππου. Το χάρισε σε κάποιον παλιό μας η Μοίρα του και λένε πως το δοξάρι του ήτανε μαγικό ραβδί πού ’σερνε απάνω στις χορδές της Μοίρας τα γραμμένα. Κόσμους γκρέμιζε, κόσμους έχτιζε καταστροφή το δοξάρι του μα και δημιουργία… λένε πως έπλαθε τ’ αδύνατα, όσα δεν πλάθει χέρι ανθρώπου…».

Μαγεία και μαντική

Η σημαντικότατη αυτή δημιουργία του Παντελή Χορν έχει πολυεπίπεδες συγκρούσεις, ιψενικά τρίγωνα, εσωτερική δράση, ζωντανό θεατρικό διάλογο, πολλαπλό φωτισμό των κεντρικών προσώπων και ρόλους μοιρασμένους με γεωμετρική συμμετρία.
Τον γυναικείο κόσμο του έργου αποτελούν η Μελάχρα, η Περουζέ και η Βενετία.
Η Βενετία, σύμφωνα με το συγγραφέα, «μια γριά γύφτισσα απ’ αυτές που λένε τις Μοίρες», φαίνεται να φτιάχνει μαγικά φίλτρα για να «δένει» τους ανθρώπους με μάγια. Η ίδια ισχυρίζεται πως ξέρει βότανα «που δεν τάδε ο ήλιος, και γιατρικά που αλλάζουν τα συλλοϊκά».
Ανέκαθεν οι αναφορές συνέδεαν τις Τσιγγάνες με τη μαγεία και τις ξεχωριστές υπερφυσικές δυνάμεις που φαίνεται να κατέχουν.
Υπάρχει πάντοτε μια γυναίκα στην οποία οι Τσιγγάνοι σπεύδουν για την πνευματική τους καθοδήγηση.
Μια ακόμα παραμυθένια φιγούρα που αναφέρεται συχνά στο έργο, αλλά δεν εμφανίζεται στη δράση είναι η μητέρα της Μελάχρας, η προφήτισσα Ζουχραέ, η οποία φαίνεται να είχε εξωπραγματικές ικανότητες στη μαντική. Εθιμοτυπικό μοτίβο αποτελεί ο χορός των γυναικών μπροστά στους άντρες με τη συνοδεία του βιολιού.

Η φύση και η σεξουαλικότητα

Γνωρίσματα του έργου είναι ο έντονος ερωτισμός, η τολμηρότητα, η ζήλια, η δύναμη, το σφρίγος, η παραφροσύνη, η ολότητα και η αλήθεια.
Ο Παντελής Χορν έκανε ήρωες του έργου του Τσιγγάνους, θέλοντας να μιλήσει για τη φύση και για τη σεξουαλικότητα ως δικαίωμα όλων των ανθρώπων, μέσα από την ελευθερία και το ένστικτο. Είναι ένα αλληγορικό θέατρο, που γοητεύει. Ένα φανταστικό ταξίδι μέσα στην αλχημιστική διάσταση ενός κόσμου αλλιώτικου, αινιγματικού και μυστικιστικού.
Το όνομα της Μελάχρας, σύμφωνα με πληροφορίες του Γρ. Ξενόπουλου, ήταν επιλογή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Είναι το πρώτο έργο του Χορν στο οποίο πρωταγωνιστεί γυναίκα. Έκτοτε οι γυναίκες πρωταγωνιστούν στα μεγάλα έργα του.
Τραγική φάρσα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το έργο. Οι περιπλοκές, οι παρανοήσεις, οι αντιζηλίες, ο αισθησιασμός, η τολμηρότητα, οι λαθεμένες αναγνωρίσεις, οι φλογερές ιδιοσυγκρασίες των ηρώων και κυρίως των ηρωίδων τού προσδίδουν μια δραματική πνοή και την αίσθηση ενός πεπρωμένου αναπόδραστου, που αιχμαλωτίζει και εγκλωβίζει τους ήρωες.
Στη σκηνή ζωγραφίζονται έντονα συναισθήματα πάθους και μίσους. Η «Μελάχρα» μπορεί να χρησιμοποιεί την τσιγγάνικη ζωή σαν στοιχείο εξωτικό και παραμυθένιο, όμως είναι μια πέρα για πέρα σκληρή ιστορία για τις ανθρώπινες αδυναμίες και για τον πόνο του έρωτα.

Οι συντελεστές και οι ερμηνείες

Η Σοφία Φιλιππίδου σε καίρια σημεία της παράστασης τοποθέτησε κείμενα άλλων μεγάλων συγγραφέων που ταυτίζονται με το μυστήριο, τη λάμψη και την ακτινοβολία της «Μελάχρας». Ο Φ. Γκ. Λόρκα αγάπησε τους Τσιγγάνους και έγραψε την ποιητική συλλογή «Τσιγγάνικα Τραγούδια», ένα εκ των οποίων ερμηνεύει μελοποιημένο η εκπληκτική Έλενα Μεγγρέλη σε διασκευή και μουσική Ματούλας Ζαμάνη. Ο Ζαν Ζενέ στον «Σχοινοβάτη» του απευθύνεται στον καλλιτέχνη-σχοινοβάτη, προσπαθώντας να φωτίσει τη δύσβατη επιλογή του, επικεντρώνοντας το εγχείρημά του σε δύο σημεία: το σκοινί, που συμβολίζει το εργαλείο της τέχνης, και την προσωπική, την υπαρξιακή στάση του καλλιτέχνη απέναντι στην τέχνη.
Ακόμη, το ποίημα «Μέθα» του Μπωντλαίρ που απαγγέλλεται στην παράσταση μιλάει για τη μέθη από κρασί, από αρετή και ποίηση. «Είναι η ώρα της μέθης! / Για να γίνεις ο μαρτυρικός σκλάβος του χρόνου, / μέθα· μέθα αδιάκοπα!».

Επίσης στην παράσταση εντάσσονται εικόνες από το άγνωστο παραμύθι Ο Πρίγκιπας της Γκραβάλας -στοιχεία του οποίου αναφέρονται στη Μελάχρα του Παντελή Χορν.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Σοφίας Φιλιππίδου, με συνεργάτες στη σκηνογραφία τους Λία Ασβεστά και Κ.Φ. και στο ενδυματολογικό τη Μάγδα Καλορίτη ήταν ήταν εξαίσιες εικαστικές δημιουργίες, που απεικόνιζαν τη χαρά της ζωής και ταυτόχρονα την τραγική μοίρα που παραμονεύει. Θαυμάσιες οι χορογραφίες του Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου και εξαίρετη η δουλειά του Κώστα Αγγέλου στους φωτισμούς.

Στον πυρήνα της παράστασης βρισκόταν η εξαίσια μουσική της Ματούλας Ζαμάνη, μια μουσική που μας ταξίδευσε σε μονοπάτια ανθισμένα και πράσινες πεδιάδες. Βοηθός της Σοφίας Φιλιππίδου στη σκηνοθεσία η έμπειρη Σοφία Καστρησίου.

Ιδιαίτερα ελπιδοφόρες για το μέλλον ήταν οι εκφραστικότατες, λεπτομερειακά δουλεμένες, αρμόζουσες στο ρόλο τους, ερμηνείες όλων των νέων ηθοποιών

Στο ρόλο της Περουζέ, αναμφισβήτητα σημαντική η ερμηνεία της Τατιάνας Μελίδου. Υποκριτικά πληθωρική και χυμώδης, ωραία παρουσία, ικανή ηθοποιός.

Ο Γιώργης Παρταλίδης ήταν πολύ καλός, με νεανική ζωντάνια και άνεση.

Ο Ντίνος Φλώρος έπαιξε με μέτρο, με εσωτερικότητα, απλότητα και αλήθεια.

Η Έλενα Μεγγρέλη είχε μιαέξοχη ερμηνευτική ισορροπία που, πλαισιωμένη από τη γνωστή ευαισθησία της, πρόσφερε στο κοινό μια άρτια δημιουργία και δικαίωσε την παράσταση με την άριστη υποκριτική της.

Ο Θωμάς Καζάσης ήταν άμεσος και πολύ διασκεδαστικός.

Ο Ρήνος Τζάνης πρόβαλε αμιγή την ποίηση του Ζενέ στον Σχοινοβάτη και ήταν τονικά και κινησιολογικά ακριβοζυγισμένος.

Η τρισχαριτωμένη Δήμητρα Δερζέκου ήταν μια ολοζώντανη νότα στο ρόλο της Μελάχρας, ίδια η απόλαυση της ζωής και του έρωτα. Τόνισε την ομορφιά, το ταμπεραμέντο, την ειρωνική αμφισημία, την ευφυΐα της ηρωίδας.

Ο Σπύρος Δούρος με ωραία απαγγελία και μεστότητα ερμηνείας.

Με ρυθμό, νεύρο, σφιχτοδεμένη, σκηνοθετημένη με έμπνευση από τη Σοφία Φιλιππίδου η “Μελάχρα” έχει μορφολογική απλότητα, δύναμη και μία συναισθηματική παρουσία χαμένη για χρόνια από τη σύγχρονη θεατρική σκηνή. Πολύχρωμη, εντυπωσιακή σε κοστούμια και σκηνικά παράσταση, ναΐφ ύφος, με μουσική και χορό να συνοδεύουν τη δράση σε αρκετά σημεία.
Ένα αξιόλογο επίτευγμα, που ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και το τραγικό. Βαθύ και σπαρακτικό, αγέραστο και γεμάτο φρεσκάδα, επανήλθε -δικαιωματικά- να συναντήσει και να συγκινήσει το κοινό.

  • Η Σοφία Φιλιππίδου αφιερώνει την παράσταση στον πατέρα της, Φίλιππο Φιλιππίδη του Παντελή.

Ταυτότητα παράστασης

ΜΕΛΑΧΡΑ ή ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΧΟΡΝ
Σκηνοθεσία /δραματουργική επεξεργασία: Σοφία Φιλιππίδου
Μουσική: Ματούλα Ζαμάνη
Σκηνικά /Κοστούμια: Σοφία Φιλιππίδου
Συνεργάτες σκηνογραφίας: Λία Ασβεστά και Κ.Φ.
Συνεργάτης ενδυματολογικού: Μάγδα Καλορίτη
Χορογραφίες: Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος
Φωτισμοί: Κώστας Αγγέλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Σοφία Καστρησίου
Βοηθός σκηνογράφου/ Μάσκες: Γιώργης Παρταλίδης
Αφίσα /σχεδιασμός προγράμματος: Πέτρος Παράσχης
Τρέιλερ παράστασης: Κώστας Αυγέρης
Φωτογραφίες από την παράσταση: Πάνος Καραδήμας
Διεύθυνση παραγωγής: Μαίρη Φραγκιαδάκη
Παραγωγή Τ3χνη
Παίζουν με σειρά εμφάνισης:
Τατιάνα Μελίδου, Γιώργης Παρταλίδης, Ντίνος Φλώρος, Έλενα Μεγγρέλη, Θωμάς Καζάσης, Ρήνος Τζάνης, Δήμητρα Δερζέκου, Σπύρος Δούρος

Διαβάστε επίσης

Πληροφορίες

Προγραμματισμένη Πρεμιέρα: Δευτέρα, 6 Μαΐου στις 21:00 για 11 παραστάσεις.
Παραστάσεις: από 6 έως 28 Μαΐου 2019
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κυριακή, Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00
Εισιτήριο: 15€ (Κανονικό), 12€ (Φοιτητικό), 10€ (Ανέργων, ΑΜΕΑ, Άνω των 65, Ομαδικές Κρατήσεις άνω των 10 ατόμων)
Διάρκεια: 90 λεπτά
Χώρος: Θέατρο Σταθμός
Διεύθυνση: Βίκτωρος Ουγκώ 55, Αθήνα (Μετρό Μεταξουργείο)
Τηλ.:210 52 30 267

***

Ο Παντελής Χορν (1 Ιανουαρίου 1881 – 1 Νοεμβρίου 1941) υπήρξε θεατρικός συγγραφέας σημαντικών έργων του ελληνικού δραματολογίου του 20ού αιώνα και αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. Γεννήθηκε στην Τεργέστη της Ιταλίας από τον γερμανοεβραϊκής καταγωγής χρηματιστή Δημήτριο Χορν και τη Σταματίνα Κουντουριώτη της γνωστής εφοπλιστικής οικογενείας της Ύδρας. Ήταν δηλαδή εγγονός του Παντελή Κουντουριώτη, δισέγγονος του Λάζαρου Κουντουριώτη και ανιψιός του Παύλου Κουντουριώτη (δεύτερος εξάδελφος της μητέρας του), πρώτου Προέδρου της πρώτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Είχε επίσης έναν αδερφό, τον Λάζαρο Χορν.
Η οικογένεια εγκαθίσταται οριστικά στην Ελλάδα το 1888. Ακολουθώντας τη ναυτική παράδοση της μητρικής οικογένειας, τον Οκτώβρη του 1895 εγγράφεται στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Το 1905 προάγεται σε Ανθυποπλοίαρχο. Ωστόσο αυτό που αγαπούσε να κάνει ήταν άλλο…
Γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά: Εκεί λοιπόν που λαχταρούσα την αγκαλιά της Μελπομένης, ο Ποσειδών με κρατούσε αιχμάλωτο και δεν με άφηνε να κάνω βήμα. Όργωνα τη θάλασσα με τον «Πηνειό» και μέσα στις τρικυμίες της συλλογιζόμουν την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Ήρθαν στιγμές που απογοητεύτηκα. Ήθελα την ελευθερία μου. Ξαπλωμένος στην κουκέτα μου, ονειρευόμουν θεατρικά παρασκήνια.
Ο θεατρολόγος Βάλτερ Πούχνερ τον χαρακτήρισε πρωτεργάτη του νεοελληνικού θεάτρου του 20ού αιώνα. Μαζί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Σπύρο Μελά, θεωρούνται οι αξιολογότεροι θεατρικοί συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Έχει γράψει πάνω από 30 θεατρικά έργα -αν και δεν σώζονται παρά μόνο 12 πολύπρακτα και 4 μονόπρακτά του- γνωστότερα των οποίων είναι Οι Πετροχάρηδες, Το φυντανάκι, Το Μελτεμάκι, Ο Σέντζας, έργα τα οποία παίζονται και μέχρι σήμερα. Τα έργα του ανέβασαν οι σημαντικότεροι θίασοι και ηθοποιοί, όπως ο Βασίλης Αργυρόπουλος, ο Αιμίλιος Βεάκης, η Μαρίκα Κοτοπούλη και φυσικά η Κυβέλη, με την οποία τους συνέδεε και βαθιά πολύχρονη φιλία. Συνεργάστηκε επίσης με τις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες της εποχής του ως χρονογράφος, και σποραδικά ως θεατρικός κριτικός.
Παρόλο που ο Παντελής Χορν μεσουράνησε στο θεατρικό στερέωμα της πρωτεύουσας επί τριάντα χρόνια τελικά αποσύρθηκε μ’ ένα πικρό συναίσθημα αποτυχίας. Ένα χρόνο πριν από το θάνατό του σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετική με το γιατί δε γράφει θέατρο πια, εκείνος απάντησε: Η απάντηση αν και δεν είναι ευχάριστη για μένα, είναι πάντως η πραγματική. Σαν ξεκίνησα γράφοντας έπλαθα του κόσμου τα όνειρα για ό,τι σκεφτόμουν να δημιουργήσω. Ήρθε όμως κάποια στιγμή που κατάλαβα πως εκείνο που ήθελα δεν μπορούσα να το πετύχω, γιατί έλειπαν οι δυνάμεις για τέτοιο πράγμα. Έτσι λοιπόν σταμάτησα κι εγώ το γράψιμο.
Ο Παντελής Χορν πέθανε από καρκίνο την 1η Νοεμβρίου 1941 στην Αθήνα.
-Πηγή: Παντελής Χορν Α’ και Β’ τόμος έκδοση Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν.

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΜια «Μελάχρα», ένα “λουλούδι της φωτιάς” από τη Σοφία Φιλιππίδου

Related Posts