«Ο Μικρός Έγιολφ» του Ερρίκου Ίψεν και το «βραβείο καλύτερης προτεινόμενης σκηνοθεσίας και δραματουργίας»

56

 

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Ο “ΜΙΚΡΟΣ ΕΓΙΟΛΦ” είναι ένα πλήρες αριστούργημα και μορφικά αντιπροσωπεύει την ώριμη στιγμή του Ίψεν. Είναι ένα δοκίμιο στις έννοιες της ενοχής και του ελέους, του κοινωνικού προορισμού και του καθήκοντος. Κάτω από τις συγκρατημένες πράξεις των ηρώων του κυλούν αβυσσαλέα πάθη: όπως σ’ ένα παγωμένο ποτάμι, κάτω από την επισφαλή κρούστα του κρύβονται χειμαρρώδεις υδάτινοι όγκοι…

Ένα παιδί πνίγεται στη θάλασσα. Μια ιστορία για την ανθρώπινη ευθύνη. Μια ιστορία για την ανθρώπινη αδιαφορία. Ένα παραμύθι γεμάτο ένοχα μυστικά και ανομολόγητους πόθους. Ένα παραμύθι τόσο αληθινό όσο και η ίδια η ζωή μας.
Ο Μικρός Έγιολφ υπήρξε ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος του Ερρίκου Ίψεν (1828-1906) όσο ζούσε. Το πρωί της κυκλοφορίας του, στις 11 Δεκεμβρίου του 1894, ουρές αναγνωστών περίμεναν μες στην ομίχλη και το κρύο έξω από τον εκδοτικό οίκο να τον αγοράσουν, καθώς είχαν ήδη διαρρεύσει αποσπάσματά του σε εφημερίδα της Χριστιανίας (παλιά ονομασία του Όσλο). Ο πρόσφατα επαναπατρισθείς -ύστερα από 27 χρόνια στην Ιταλία- συμπατριώτης τους, ο διάσημος Νορβηγός συγγραφέας, θεωρούνταν ήδη ο μέγας ανανεωτής του ευρωπαϊκού θεάτρου. Και όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, οι κριτικοί μιλούσαν ήδη σαν να επρόκειτο για το αριστούργημά του.

Ο εννιάχρονος Έγιολφ είναι ένα πανέξυπνο παιδί που έμεινε παράλυτο εξαιτίας των γονιών του και μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει μεγάλη ένταση λόγω της ρήξης ανάμεσα στα μέλη της. Ο πατέρας του Άλφρεντ, ένας αποτυχημένος φιλόσοφος που ποτέ δεν ολοκλήρωσε ένα έργο ζωής, ένα βιβλίο για την «ανθρώπινη ευθύνη», αφοσιώνεται στο μικρό αγόρι και κάνει σκοπό της ζωής του να τον αναγάγει σε διάνοια. Η μητέρα του, η Ρίτα, αφοσιωμένη και τυφλά ερωτευμένη με τον άντρα της, απορρίπτει τον γιο και ίσως κρυφά να ελπίζει τον θάνατό του. Ο Έγιολφ, αντιδρώντας και μη θέλοντας να συνεχίσει να ζει μες στην ασφυκτική κατάσταση του σπιτιού, επιλέγει ν’ ακολουθήσει μια «ποντικοκυρά», ένα πρόσωπο λίγο βγαλμένο από τα παραμύθια, η οποία τον πνίγει σαν ποντίκι στη θάλασσα.

«Ο Μικρός Έγιολφ» του Ερρίκου Ίψεν – To βραβείο στη Ραφίκα Σαουίς

Να σημειωθεί πως μία από τις σημαντικότερες διεθνείς θεατρικές διακρίσεις, το βραβείο Ίψεν, κατέκτησε το 2017 η Ελληνίδα ηθοποιός και σκηνοθέτις Ραφίκα Σαουίς. Πρόκειται για το «βραβείο καλύτερης προτεινόμενης σκηνοθεσίας και δραματουργίας» (διεθνής υποτροφία Ibsen Scholarship), που απονεμήθηκε στην πρόταση με τίτλο «Europeana» που κατάθεσε η Ραφίκα Σαουίς.

Η απονομή πραγματοποιήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2017 στη γενέθλια πόλη του Ίψεν, το Σκίεν της Νορβηγίας.

Πυρήνας της βραβευμένης πρότασης είναι το έργο του Nορβηγού δραματουργού, Ερρίκου Ίψεν – το όνομα του οποίου φέρει και το βραβείο – ο «Μικρός Έγιολφ», στο οποίο τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανθρώπινη ευθύνη.
Στο αστικό αυτό δράμα οι γονείς ενός παιδιού αρνούνται να δεχτούν την πραγματικότητα: ότι ο γιος τους έμεινε παράλυτος.
Αυτή η παραδοξότητα αντλείται από την ενοχή τους, επειδή το παιδί έπαψε να είναι αρτιμελές από δική τους αμέλεια.
Μία κατάσταση που θέτει ερωτήματα όπως: Πώς ορίζεται σήμερα η ταυτότητα; Είμαι αποδεκτός, όπως είμαι; Ποιος υπερασπίζεται τα δικαιώματά μου;

Στο «Europeana» η Rafika Chawishe μεταφέρει τον σκηνικό χώρο του «Μικρού Έγιολφ» στα ελληνικά νησιά την περίοδο της προσφυγικής κρίσης.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα ασυνόδευτα παιδιά που διέσχισαν εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα εμπόλεμων και αφιλόξενων περιοχών και εντέλει αποβιβάστηκαν μέσα από σαθρά πλεούμενα στις ακτές των νησιών του Αιγαίου.

Οι αφηγήσεις 150 εξ αυτών που συνέλεξε η Ραφίκα Σάουις αποτελούν πολύτιμο υλικό γύρω από το οποίο πλέκεται η βραβευμένη πλέον παράσταση.

Στην πρόταση της Ραφίκας Σαουίς οι οδύσσειες αυτών των μικρών ηρώων καταγεγραμμένες σε 150 ηχογραφημένες μαρτυρίες εφάπτονται με το αστικό δράμα του Ίψεν που αφορά μια παιδική τραγωδία, συνθέτοντας εν τέλει ένα δοκίμιο σχετικά με τις έννοιες της ενοχής και του ελέους, του κοινωνικού προορισμού και του καθήκοντος.
Ειδικότερα, το «Eurοpeana» ερευνά την ανθρώπινη ευθύνη μετά την απώλεια από την πλευρά των ανθρωπιστικών πρακτικών θέτοντας το ερώτημα «τι είναι πραγματικά ο ακτιβισμός» και «ποια είναι τελικά τα όρια μεταξύ φιλανθρωπίας και ανθρωπισμού;».

Στο σκεπτικό της βράβευσης η κριτική επιτροπή υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι η Ελλάδα «βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας κρίσιμης μάχης στην άμυνα των αρχών της ελευθερίας, της ανοιχτής κοινωνίας και της ανθρωπότητας. Είναι αξιοσημείωτο ότι πρόκειται για τις αξίες στις οποίες βασίζεται το οικοδόμημα της ενωμένης Ευρώπη». Και διερευνά ερωτήσεις με τις οποίες όλοι βρίσκονται αντιμέτωποι όπως: Ποιες είναι οι αρχές της ελευθερίας και της ανθρώπινης ευθύνης;

  • Τα βραβεία Ίψεν είναι δυο και θεωρούνται από τα πιο σημαντικά βραβεία στη παγκόσμια θεατρική σκηνή.
  • Το πρώτο βραβείο Ίψεν απονέμεται τιμητικά κάθε χρόνο σε μια διεθνή ομάδα. Το Ibsen Scolarship-Ibsen Awards είναι ένα διαγωνιστικό βραβείο και απονέμεται κάθε δύο χρόνια.

Η Ραφίκα Σαουίς είναι ηθοποιός, περφόρμερ και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και η καταγωγή της έλκεται από τη Συρία, την Ελλάδα και την Αγγλία.

Σπούδασε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδος, στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (τμήμα Φιλολογίας) και στη Βασιλική Ακαδημία Θεάτρου στο Λονδίνο.
Έχει συνεργαστεί ως ηθοποιός σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, Φεστιβάλ Αθηνών, Abbey Festival, Μπιενάλε Αθηνών, Βασιλική Ακαδημία Θεάτρου/Λονδίνο, John Gielgud Theatre.

Ως σκηνοθέτης ασχολείται με το πολιτικό και το θέατρο ντοκουμέντο.
Το 2015 δημιούργησε με μία ομάδα καλλιτεχνών την κολεκτίβα Zlap με την οποία έχουν συνεργαστεί πολλοί καλλιτέχνες από τον εικαστικό και θεατρικό χώρο. Με τα έργα τους τη Σπουδή Ι και ΙΙ του έργου Ατρείδες, Τετράδια κρίσης εστίασαν στο προσφυγικό ζήτημα, εξετάζοντας την αμφισημία των ανθρωπιστικών πρακτικών της Δύσης. Τη δουλειά τους φιλοξένησαν το Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη, η Μπιενάλε Αθηνών και το Mixer Festival που πραγματοποιείται στο Βελιγράδι.

Η Ραφίκα Σαουίς έχει παρουσιάσει έργο της στο Εθνικό Θέατρο της Νορβηγίας, στο Φεστιβάλ του Ίψεν στο πλαίσιο της πλατφόρμας «Monsters of Reality – The Mimesis Machine».

***

Στο “Μικρό Έγιολφ”, μια βαθιά ψυχολογική σπουδή, ένα αντρόγυνο πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τον απρόσμενο θάνατο του μοναδικού παιδιού του. Όλα τ’ απωθημένα κ’ οι αμφιβολίες που φώλιαζαν για χρόνια κρυμμένες στην καρδιά τους, έρχονται στο φως και ζητάνε εκδικητικά το μερτικό τους απ’ τη ζωή.

ΡΙΤΑ: Πού να στρέψουμε το βλέμμα μας, Άλφρεντ;.. ΑΛΜΕΡΣ (Ρίχνει το βλέμμα πάνω της): Ψηλά. ΡΙΤΑ (Γνέφει συμφωνώντας): Ναι,.. ψηλά. ΑΛΜΕΡΣ: Ψηλά… Στις βουνοκορφές. Στ’ άστρα. Στην απέραντη σιωπή.

***

Ο Μικρός Έγιολφ (1894), έργο της ώριμης δραματουργίας του Νορβηγού συγγραφέα καθώς και τα έργα Ο αρχιμάστορας Σόλνες (1892), Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν (1896) και Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί (1899), συνιστούν μία άτυπη “τετραλογία των νεκρών”. Ο Ίψεν στην τελευταία αυτή δραματουργική του περίοδο -έχοντας επιστρέψει στη Νορβηγία πια- εστιάζει το ενδιαφέρον του κυρίως στην υπαρξιακή αγωνία και το συνεπαγόμενο αυτής αδιέξοδο του ανθρώπου αφήνοντας σε “δεύτερη μοίρα” το κοινωνικό στοιχείο που χαρακτηρίζει όλα τα προηγούμενα έργα του. Επίκεντρο του έργου είναι ένα ισοσκελές τρίγωνο ηρώων.

Ο μικρός Έγιολφ του Ίψεν σπαρταράει. Οι χαρακτήρες δεν επιδέχονται εύκολους χαρακτηρισμούς καθώς, όταν η ισορροπία τους, η ισορροπία των ρόλων τους, ανατρέπεται, ακροβατούν ευάλωτοι, συγκινητικοί κι εκτεθειμένοι απέναντι στο λόγο που εκφέρουν και στο λόγο πάνω στον οποίο έχουν συγκροτήσει και συγκροτούν τις επιλογές τους. Ο λόγος ως καθρέφτης τους, ο ένας ως καθρέφτης για τον άλλον και όλοι καθρέφτες για μας. Μια εξωτερική ανατροπή τους αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους, να ορίσουν την κατεύθυνση και την ποιότητα του συναισθήματός τους. Το συναίσθημα είναι η αγάπη.
Η ανάγκη τους να αγαπήσουν απόλυτα -με τον ιδιαίτερο τρόπο που ορίζει ο καθένας το δικό του απόλυτα- εκτίθεται από τα γεγονότα που έρχονται ν’ αποκαλύψουν το διαχρονικό ανθρώπινο όριο απέναντι σ’ αυτό το απόλυτο. Εδώ ο Ίψεν αποδίδει εξαιρετικά ανάγλυφα τη σύγκρουσή μας με αυτό το όριο, με τη μορφή του φόβου της απώλειας, με τη μορφή της προσκόλλησης σε μια εικόνα άπιαστου ιδανικού, με τις ενοχές, με την άρνηση του χρόνου που περνάει και μεταβάλλει τα πάντα, με το δέος απέναντι σ’ αυτήν την αλλαγή, με τις αντιφατικές ανάγκες.

Οι εύθραυστες ισορροπίες του συναισθηματικού δικτύου της οικογένειας σε μια διαρκή αναθεώρηση που προκαλείται από ανατροπές, ανασφάλειες, ενοχές και από τη διαχρονική αναζήτηση του ανθρώπου για το απόλυτο συναίσθημα. Αυτό το τρομακτικά άγνωστο που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια των ανθρωπίνων σχέσεων και που αποκαλύπτεται τόσο απρόβλεπτα μέσα από συγκρούσεις και αδιέξοδα των ηρώων, αποδίδεται με τη μαεστρία του μεγάλου Νορβηγού δραματουργού στο έργο της καλλιτεχνικής του ωριμότητας, “Ο Μικρός Έγιολφ”.

 

Ibsen by Gustav Borgen

 

Ο Χένρικ Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου 1828 – 23 Μαΐου 1906) ήταν Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien, ο Ίψεν έζησε, μετά την πτώχευση της πατρικής επιχείρησης και τη μετακίνηση της οικογένειάς του στο γειτονικό Vernstpop, δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια.
Ο Χένρικ Ίψεν γεννήθηκε στη μικρή πόλη Skien, με γονείς τους Knud Ibsen και την Marichen Altenburg. “Οι γονείς μου και από τις δύο πλευρές ήταν μέλη των πιο διάσημων οικογενειών της Skien” γράφει ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον κριτικό Georg Brandes το 1882. Η μητέρα της Marichen και ο πατριός του Knud ήταν αδέλφια, και οι γονείς του Χένρικ είχαν μεγαλώσει μαζί και πρακτικά ανατραφεί σαν αδέλφια. Η Μarichen Altenburg θεωρούνταν καλή νύφη, ήταν κόρη ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Skien. Ο πατέρας του Χένρικ προερχόταν από μια μακριά γραμμή καπετάνιων, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να γίνει έμπορος. Ο γάμος του με την Marichen ήταν ένα “υπέροχο οικογενειακό προξενιό”. Όταν ο Ίψεν ήταν επτά ετών, η τύχη του πατέρα του άλλαξε προς το χειρότερο, η οικογένεια έχασε την περιουσία της και αναγκάστηκε να μετακομίσει μόνιμα σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι στο Ventop, έξω από την πόλη. Η χρεοκοπία του έκανε τον Knud Ibsen έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η Marichen στράφηκε στην εκκλησία. Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp, που ανήκε στον ετεροθαλή αδελφό του Knud, τον πλούσιο τραπεζίτη και ιδιοκτήτη πλοίων Christopher Blom Paus. Η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του Ίψεν. Οι χαρακτήρες στα έργα του συχνά καθρεφτίζουν τους γονείς του, και τα θέματά του συχνά ασχολούνται με θέματα οικονομικών δυσκολιών, καθώς και ηθικές συγκρούσεις που προέρχονται από σκοτεινά μυστικά κρυφά από την κοινωνία.

Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στη μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει. Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απέκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένειά του. Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε τη μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του.

Το 1850, ο Ίψεν μετακόμισε στη Χριστιανία (αργότερα μετονομάστηκε σε Όσλο) με σκοπό να μπει στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο, όταν κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, αποτυγχάνοντας στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και έρχεται σε επαφή με τον μικρό λογοτεχνικό κύκλο της Νορβηγίας της εποχής.

Σύντομα μετακομίζει στο Μπέργκεν όπου περνά τα επόμενα χρόνια δουλεύοντας στο Det norske Theater, όπου είχε αυξημένες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην παραγωγή 145 έργων ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, δραματολόγος και παραγωγός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεσμεύονταν από το θέατρο βάσει συμβολαίου, να γράφει ένα έργο το χρόνο για να ανεβαίνει στο συγκεκριμένο θέατρο. Το 1858 επιστρέφει στη Χριστιανία και γίνεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου της Χριστιανίας, ενώ ασχολείται και με τη ζωγραφική. Την ίδια χρονιά νυμφεύεται την Suzannah Thoresen, η οποία θα γίνει και μητέρα του γιου του Sigurd (1859). Η σύζυγός του θα τον στηρίξει συναισθηματικά και θα τον ενισχύσει στη σταδιοδρομία του, πείθοντάς τον να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη θεατρική τέχνη. Το ζευγάρι έζησε υπό δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και σταδιακά ο Ίψεν έγινε πολύ απογοητευμένος από τη ζωή στη Νορβηγία. Το 1864, εγκαταλείπει τη Χριστιανία και πηγαίνει στο Σορέντο της Ιταλίας. Αρχικά φεύγει για ένα χρόνο, αλλά τελικά κάνει 27 χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα του, εργαζόμενος κυρίως στη Νότιο Ιταλία και τη Γερμανία. Εκεί, ο Ίψεν καταξιώνεται πλέον σαν καλλιτέχνης και τελικά γυρίζει στην πατρίδα του το 1895, όπου και συγγράφει τα δύο τελευταία του έργα. Τότε, μπόρεσε να ορθοποδήσει οικονομικά, αγοράζοντας ένα πολύ ακριβό σπίτι απέναντι από τα ανάκτορα του Όσλο, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. Ο Ίψεν είχε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον πλούτο, κάτι που αποδεικνύεται και από τη διακόσμηση αυτού του σπιτιού, η οποία διατηρείται στο ακέραιο έως σήμερα. Συνήθιζε επίσης να κάνει καθημερινούς περιπάτους, αλλά δεν επιδίωκε την επαφή με το κοινό (ήταν εσωστρεφής) και τον ενδιέφερε η μελέτη των ανθρωπίνων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και συχνή αλληλογραφία με αρκετές νεαρές κοπέλες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί κάποιο ίχνος απιστίας του σε αυτές. Έπινε σχεδόν σε καθημερινή βάση την μπίρα του στο γνωστό στέκι της πόλης του Όσλο “Grand Cafe”, του πολυτελούς ξενοδοχείου “Grand Hotel”. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού είχε υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και ήταν πια ανήμπορος να δημιουργήσει.

Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

***

 

Σκηνικό Lille Eyolf by A. Golovin, 1907

 

Ανάλυση του Βασίλη Ρίτσου

Ο Μικρός Έυολφ (Lille Eyolf – 1894): Ο Μικρός Έυολφ γράφτηκε το 1894 κι είναι το τέταρτο απ’ τα έξη ψυχολογικά δράματα του Ίψεν που είναι και τελευταία της όλης παραγωγής του. Το λάιτ
μοτίβ του έργου δεν είναι καθόλου νέο. Είναι το ίδιο με της Κυράς της Θάλασσας και της Έντα Γκάμπλερ, με τη διαφορά πως ο ποιητής το επεξεργάζεται τώρα με φωτεινότερη διάθεση και το τελειώνει γελαστά. Η ιδέα του εγκλιματισμού είναι και του Μικρού Έυολφ η διέπουσα γραμμή, η ιδέα που τη γεννάει η ανάγκη της προσγείωσης τ’ ανθρώπου στη ζωή όπως τη διαμορφώνουν οι
αλύγιστοι βιολογικοί και κοινωνικοί νόμοι κι όχι όπως την επιθυμούν και την ονειρεύονται τα χωριστά άτομα, η δέα που την επιβάλλει η επιτακτική ανάγκη της συνδιαλλαγής του ιδανικού με την πραγματικότητα.

Σε παλιότερα χρόνια, όταν ο Ίψεν περνούσε για συμβολιστής, συμβολιστής με τη δογματική σημασία του όρου, ο Μικρός Έυολφ είχε παρεξηγηθεί.

Οι κριτικοί ζητούσαν σ’ αυτόν ανύπαρκτες προθέσεις και του δίναν προεκτάσεις κι ερμηνείες παράδοξες. Ο κόμης Προζόρ έξαφνα έβλεπε στο πρόσωπο της Ποντικομαμής ένα καθολικό σύμβολο, ενώ καθώς θα δούμε πιο κάτω, η περίεργη αυτή γυναίκα που σύμφωνα με μια παράδοση του γερμανικού μεσαίωνα γλίτωνε με τη βοήθεια του μικρού σκύλου της και της μουσικής τα σπίτια του κόσμου απ’ ό,τι «τραγάνιζε και ροκάνιζε, σκαρφάλωνε και χαρχάλευε» στα πατώματα και στα πατάρια, δεν είναι πρόσωπο φανταστικό, ούτε παράσταση συμβολική.
Υποστηρίζοντας την έμμονη πια αντίληψη πως το θέατρο του Ίψεν είναι θέατρο ρεαλιστικό και πως η υποβλητικότητα κι ο συμβολισμός του βγαίνει απ’ την πυκνότητα του ποιητικού βιώματος του Νορβηγού δραματουργού κι απ’ την ικανότητα που έχει να γενικεύει το μερικό και συμπτωματικό, θ’ αρχίσουμε την ανάλυση.
Ελπίδα μάταιη. Ο Άλμερς γυρίζει απ’ το βουνό αλλιώτικος, βέβαια, μα όχι όπως η Ρίτα περίμενε. Πάνω στη μόνωση του βουνού ο άντρας της έκανε καινούργιους προσανατολισμούς, πήρε νέες
αποφάσεις. Αληθινό χρέος του δεν έπρεπε να είναι η συγγραφή ενός βιβλίου για την ανθρώπινη ευθύνη, καθώς πίστευε άλλοτε. Έπρεπε να είναι μια έμπραχτη δράση που θα φανέρωνε πόσο βαθιά συναισθάνεται στη ζωή αυτή την ευθύνη του. Έπρεπε να είναι η προσπάθειά του να γίνει αληθινός πατέρας για τον μικρόν Έυολφ, μιας ανεχτής κι ανώδυνης ζωής και να ξυπνήσει μέσα του το αίσθημα της ευτυχίας.
Η Ρίτα τότε επαναστατεί. Καθώς είδαμε δεν ήταν πλασμένη για να είναι μητέρα. Τα νέα καθήκοντα του άντρα της δεν ήσαν απλά μια «αυτοκαταδίκη» του, καθώς έλεγε ο ίδιος, επειδή του επιβάλλαν να θυσιάσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Ήσαν και της ίδιας η καταδίκη. Τον ήξερε καλά τον άντρα της. Τώρα το χάσμα που τους χώριζε θα μεγάλωνε ακόμα περισσότερο. Ο Άλμερς κι η Άστα θα φροντίζαν για τον Έυολφ, ναι κι η Άστα που σ’ αυτήν χρωστούσε το παιδί της τ’ όνομά του. Μικρόν Έυολφ αποκαλούσε ο Άλμερς χαϊδευτικά την αδερφή του, σαν ήσαν παιδιά, μετριάζοντας έτσι τη λύπη του που δε γεννήθηκε αγόρι καθώς περίμενε. Πάλι οι δυο τους θα μοιράζονταν τα βάρη του νέου τούτου χρέους κι αυτή θα έμενε στο περιθώριο, αυτή που τα ήθελε όλα δικά της και στο ακέραιο.
Αν η Ρίτα δεν ήταν ιψενική ηρωίδα, αν ήταν φιγούρα του γαλλικού θεάτρου ξαφνικά, το πρόβλημά της θα ήταν απλό. Θα εύρισκε μιαν εύκολη διέξοδο, πέφτοντας στον λαιμό του πρώτου που θα τύχαινε μπροστά της, ας πούμε του μηχανικού Μπόργκχαϊμ που μπαινόβγαινε στο σπίτι τους κι ήταν φανερά ερωτευμένος με την κουνιάδα της την Άστα. Ο νέος αυτός, ο γεμάτος αισιοδοξία κι εμπιστοσύνη στον εαυτό του, ήξερε πολύ καλά τι θέλει απ’ τη ζωή και θα ήταν ίσως ένας ιδανικός εραστής. Το ότι θα τον έπαιρνε της Άστα, αυτό δε θα την τρόμαζε. Κι η Άστα της έπαιρνε ένα σημαντικό μέρος απ’ την αγάπη και την αφοσίωση του άντρα της και του παιδιού της. Όμως η Ρίτα είναι στο βάθος τίμια, καθώς η Γκάμπλερ που προτιμάει να σκοτωθεί παρά να συμπληρώσει το περίφημο «τρίγωνο».
Το ότι κάνει σκέψεις φριχτές για μια μητέρα σαν αυτή, τάχα πως θα ήταν καλύτερα αν ο μικρός Έυολφ δεν είχε έρθει καθόλου στον κόσμο, το ότι πάνω στον αγώνα της να εξασφαλίσει ακέραιη την αγάπη του άντρα της λέει λόγια τολμηρά, αυτό δε σημαίνει πως είναι κιόλας έτοιμη για τον ξεπεσμό. Έξω απ’ την περηφάνια της, κρύβει μέσα της ένα σωρό καλά αισθήματα και για τον Άλμερς και για το παιδί της. Κι απόδειξη ο ανείπωτος πόνος που της δίνει ο ξαφνικός κι ανέλπιστος χαμός του μικρού Έυολφ που πνίγηκε στο φιόρδ καθώς παρακολουθούσε απ’ την αποβάθρα την Ποντικομαμή να μακραίνει με το παράξενο σκυλάκι της στ’ ανοιχτά. Την είχε ακουστά και μόλις μιαν ώρα πρωτύτερα την είδε για πρώτη φορά και του έκανε τόσο βαθιά αίσθηση που την παρακολούθησε κρυφά όταν έφευγε, σκλαβωμένος απ’ τα’ ανεξήγητο για την παιδική ψυχή του μυστήριο της αλλόκοτης φυσιογνωμίας της ακριβώς καθώς την ακολουθούσαν και τα ποντίκια σκλαβωμένα απ’ τη σαγήνη της μουσικής και του μικρού της Μόππελ.
Βέβαια το πένθος της Ρίτα και του Άλμερς για τον μικρό Έυολφ που έγινε άφαντος μέσα στα βάθη του νερού, το μεγαλώνει τώρα η τύψη τους. Από λάθος δικό τους το τόσο έξυπνο και συμπαθητικό εκείνο παιδάκι δεν ήταν σε θέση, σαν όλα τα’ άλλα απιδιά, να κολυμπάει. Η εγκληματική απερισκεψία τους μαζί με τόσες άλλες παιδικές χαρές του στέρησε και τα’ απαραίτητα μέσα για της ζωής του την άμυνα.
Όμως το πένθος αυτό θα γίνει αφορμή για έναν ξαναγεννημό. Ο πόνος είναι το μεγάλο σχολείο της ζωής. Ο άβουλος σύζυγος που χάνοντας τώρα και του νέου χρέους του τον σκοπό, τον μικρό Έυολφ, ζητάει να φύγει με την αδερφή του, επειδή η Ρίτα που τον τρόμαζε έναν καιρό με τον πληθωρισμό της, τώρα του φαίνεται περισσότερο ξένη, αν όχι και μισητή, μια και φαντάζεται πως ποτέ της δεν αγάπησε το παιδί τους, θα ωφεληθεί πολλά απ’ τον πόνο του. Το ίδιο κι η Ρίτα θα βγει ξελαγαρισμένη απ’ τη δοκιμασία της καθώς το σίδερο απ’ τη φωτιά.
Η δοκιμασία όμως του Άλμερς είναι ακόμα σκληρότερη. Δεν τραυματίζεται μόνο σαν πατέρας. Πλάι στον πόνο του για τον χαμό του παιδιού του, έρχεται και μια άλλη οδυνηρή έκπληξη να τον λυγίσει: Η αποκάλυψη πως η Άστα, η αδερφή του που για χάρη της παντρεύτηκε κι έγινε δυστυχισμένος, η τρυφερή γυναίκα που ξέρει ν’ αφοσιώνεται δεν είναι αδερφή του. Η μητέρα της που ήρθε σε δεύτερο γάμο με τον πατέρα του, την είχε κάνει μ’ έναν ξένο. Και ξαφνικά, του περνάει η τρελή ιδέα πως αφού δεν είναι πραγματικά αδερφή του, μπορεί να φτιάξει μαζί της τη νέα ζωή του, μακριά απ’ τη γυναίκα του και το μέρος όπου πλανιέται ο ίσκιος του αδικοχαμένου παιδιού τους.
Σίγουρα η Άστα τον ένιωθε περισσότερο απ’ τη γυναίκα του. Σίγουρα απ’ τα παιδικά τους χρόνια υπήρχε μια αφανέρωτη κλίση ανάμεσά τους που ξεπερνούσε την αδερφική αγάπη, ένας
καμουφλαρισμένος ερωτισμός που τώρα πια ούτε ο φυσικός, ούτε ο ηθικός νόμος τον εμπόδιζε να ξεδιπλωθεί. Μα η Άστα δε διστάζει να κάνει εκείνο που της υπαγορεύει η συνείδησή της κι όχι εκείνο που η καρδιά της θα προτιμούσε. Αν πριν απέκρουε τον νεαρό μηχανικό Μπόργκχαϊμ για να μπορεί να βρίσκεται πάντα κοντά στον αδερφό της και στον μικρό σακάτη, γιατί χρειάζονταν κι οι δυο τους την αγάπη και την τρυφερότητά της, τώρα θα τον ακολουθήσει στις μακρινές περιοδείες της πρόσχαρης και γόνιμης ζωής του. Ο Άλφρεντ πρέπει να μείνει κοντά στη γυναίκα του. Αυτό είναι το χρέος του.
Αν η ζωή του μικρού Έυολφ τους χώριζε έναν καιρό, ο θάνατός του μπορεί να τους ενώσει τώρα. Ίσως μονάχοι τους βρουν τη σωτηρία τους. Αυτή θα φύγει μακριά τους. Κοντά στον Μπόργκχαϊμ, τον νέον αυτόν άνθρωπο τον γεμάτο υγεία κι αισιοδοξία που πιστεύει πως μόνο τη χαρά του μπορεί κανείς να μοιράζεται με τον άνθρωπο που αγαπάει κι όχι τη λύπη του, η Άστα θα βρει τον τρόπο να ξοδέψει τον πλούσιο θησαυρό της ψυχής της.
Ο Μπόργκχαϊμ που τέλειωσε τη δημόσια αποστολή που είχε στην περιφέρεια των Άλμερς και τώρα πηγαίνει αλλού ν’ ανοίξει καινούργιους δρόμους στις ερημιές των βουνών, έχει ανάγκη από έναν σύντροφο πιστό κι αφοσιωμένο για να τον ξεκουράζει μετά απ’ το βάρος της δουλειάς του. Κι η Άστα τα’ αποφασίζει να γίνει η σύντροφος της ζωής του πρόσχαρου αυτού παλικαριού που είναι φανερό το μυστικό της αισιοδοξίας και της πίστης του: πως δε ζητάει απ’ τη ζωή περισσότερα απ’ όσα μπορεί να κερδίσει.
Οι δύο σύζυγοι μένουν τώρα μόνοι. Πώς θα βαστάξουν τον βαρύ σταυρό της ζωής τους; Αν αγαπιόντουσαν αληθινά, το πράγμα θα ήταν πιο εύκολο. Μα καθώς είπαμε κι η αγάπη υπόκειται στον νόμο της αλλαγής κι η φλόγα της πρώτης αγάπης τους δεν έσβησε. Αν δεν πνιγόταν ο Έυολφ η Ρίτα ίσως να εύρισκε κάποιο νόημα στο νέο καθήκον που έταξε ο άντρας της στη ζωή του: να εμπνεύσει στο τραυματισμένο πριγκιπόπουλό τους το αίσθημα της ευτυχίας. Μα ο Έυολφ έχει χαθεί στα βάθη της θάλασσας και τα μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια του προβάλλουν αδιάκοπα την αγωνία τους στην ταραγμένη φαντασία της Ρίτα και του Άλφρεντ. Έτσι λοιπόν θα ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους; Αν ανοίγαν το σπίτι τους και δέχονταν κόσμο, αν αρχίζαν καινούργια ζωή, αυτό θα τους ξεγελούσε ίσως, μα τι είδους ζωή θα ήταν στο βάθος;
Η Ρίτα που υποφέρει απ’ την αρρώστια της Έντα Γκάμπλερ, έχει παρά το θερμό και παράφορο ταμπεραμέντο της περισσότερη θέληση κι εμπιστοσύνη στη ζωή. Δε θ’ αυτοκτονήσει. Ούτε θα σύρει τη συντριμμένη ζωή της κοιτάζοντας στα βάθη των υγρών αβύσσων τα ορθάνοιχτα μάτια του πεθαμένου παιδιού της, άγρυπνη υπόμνηση των τύψεων που πρέπει να έχει. Αν η ερωτική αγάπη υπόκειται στον νόμο της αλλαγής, υπάρχει μια άλλη αγάπη που δεν περνάει. Η αγάπη του πλησίον.
Και να το χρέος που επιβάλλει στον εαυτό της. Δίνοντας ειλικρινά το χέρι της στον άντρα της, να συνεχίσουν μαζί τη ζωή τους, αφιερώνοντας αυτή τα «χρυσά βουνά» της και τη γυναικεία
τρυφερότητά της κι εκείνος τη δραστηριότητά του, για να χαρίσουν στα ξένα παιδιά, στα παιδιά των θαλασσινών και των ψαράδων της περιοχής τους, την ευτυχία που δεν μπορέσαν να δώσουν στο δικό τους παιδί.
Αυτός είναι ο ψυχολογικός καμβάς κι η υπόθεση του Μικρού Έυολφ, ενός δράματος με happy end, μα τόσο συγκλονιστικά ανθρώπινο κι επιβλητικό. Ο Ίψεν, ο αλύγιστος ιδεαλιστής, αυτός που δεν
ανέχτηκε ποτέ κανέναν συμβιβασμό, κάνει για πρώτη φορά μιαν ομολογία ή καλύτερα μια πράξη συνδιαλλαγής. Ο νέος ακόμα Αδάμ του Σέλλιγκ, το θεοποιημένο άτομο του Κίρκεγκορντ, ο
Υπεράνθρωπος του Νίτσε που πίστευε κι αυτός έναν καιρό στην ανάγκη τους, πρέπει να είναι στο βάθος τέρας που το αποκρούει η ίδια η ζωή. Ο άνθρωπος είναι, βέβαια, πιο δυνατός όταν μπορεί να ζει μόνος, ωστόσο η μόνωση αυτή είναι αντικοινωνική, αντιστρατεύεται στης ίδιας της ζωής το νόημα που συμπληρώνεται με την ομαδική κατανόηση και συνεργασία.
Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει απ’ τον Μικρό Έυολφ. Παράδοξο συμπέρασμα, βέβαια, για τον ποιητή που έβαλε μέσα στου Μπραντ το μυαλό τη γρανιτένια σκέψη πως ο άνθρωπος που δε θυσιάζει και τη ζωή του την ίδια για το ιδανικό και την πίστη του, δεν έδωσε τίποτα σ’ αυτό, έστω κι αν για χάρη του απαρνήθηκε μητέρα, γυναίκα, παιδιά και κάθε ατομική του ευτυχία. Παράδοξο κι όμως διαφωτιστικό, γιατί είναι ο πνευματικός καρπός της μεγάλης ωριμότητας του Ίψεν, είναι μια συγκλονιστική εξομολόγηση γεμάτη αυτογνωσία, καταστάλαγμα μιας πλούσιας μα πικρόχυμης ζωικής πείρας.
Τα μυστικά του Μικρού Έυολφ είναι πολύ φανερά. Κι όμως υπάρχει η παλιά αντίληψη για τον δήθεν συμβολισμό της Ποντικομαμής που πρέπει να μας απασχολήσει λίγο. Η «Ποντικομαμή» σύμφωνα με τη γλώσσα του πρωτότυπου θα ταίριαζε περισσότερο να λεγόταν «Ποντικοκυρά» ή «Ποντικοδιώχτρα». Όμως λέγεται έτσι, όχι για να συσχετιστεί η ιδιότητα της μαμής με το επάγγελμά της, καθώς νόμισε κάποιος κριτικός, μα επειδή εκτός απ’ τη λέξη «Ποντικομαμή» καμιά άλλη δεν είναι σε χρήση στη γλώσσα μας με πρώτο το ίδιο συνθετικό και δεύτερο τον άνθρωπο.
Μ’ άλλα λόγια, πήρε τα’ όνομά της για ν’ απηχεί λαϊκά, καθώς στο πρωτότυπο, ακριβώς για ν’ αποκλειστεί κάθε υπόνοια συμβολικής προέκτασης.
Η περίφημη λοιπόν Ποντικομαμή είναι μια γυναίκα που διώχνει τα ποντίκια απ’ τα σπίτια με τη βοήθεια της μουσικής κι ενός σκύλου από ειδική ράτσα (τα griffons οι Γερμανοί τα λένε γι’ αυτή τους την ιδιότητα Rattler ή Rattenfanger, δηλαδή ποντικοπιάστες), ένα είδος ξορκίστρας. Τέτοιες ξορκίστρες που να διώχνουν ποντίκια δεν υπάρχουν στον τόπο μας. Υπάρχουν αντίθετα άλλες αντί για πλάσματα του Θεού, διώχνουν ανύπαρκτα πλάσματα της λαϊκής δεισιδαιμονίας, όπως αερικά, καλικατζαρέους, ξωτικά και τα παρόμοια. Όμως στον γερμανικό μεσαίωνα τα πρόσωπα αυτά ήσαν γνωστά κι η λαϊκή πίστη στη μαγική τους ιδιότητα ήταν ανάλογη με κείνη που έχουν σήμερα οι κάτοικοι της Αιγύπτου στους ξορκιστάδες που διώχνουν απ’ τα σπίτια της υπαίθρου τα φίδια. Γνωστή είναι η παράδοση για τον «Ποντικοδιώχτη του Χάμελν» που την εκμεταλλευτήκαν ποιητικά ο Γκαίτε, ο Σίμροκ κι άλλοι και που έγινε και μελόδραμα απ’ τον Νέσσλερ.
Τ’ ότι μια τέτοια γυναίκα πρέπει να κάνει βαθιάν αίσθηση σ’ ένα μικρό παιδί που την πρωτοβλέπει και τ’ ότι η προσωπικότητά της παίρνει μέσα στη φαντασία του υπερφυσικές διαστάσεις, αυτό είναι πολύ φυσικό. Ο ίδιος ο Ίψεν στα παιδικά του χρόνια στο Σκέιν είχε κάποτε συναντήσει μια τέτοια ξορκίστρα που του έκανε τόσην εντύπωση ώστε να θυμηθεί στα γερατειά του και να την απαθανατίσει. Η επίδραση λοιπόν που άσκησε η Ποντικομαμή πάνω στον μικρό Έυολφ έχει αφορμές καθαρά ψυχολογικές. Τ’ ότι η παιδική του περιέργεια τον έσπρωξε να την ακολουθήσει κρυφά για να δει πώς κάνει με το μικρό της Μόππελ τα μάγια της, είναι τόσο φυσική όσο κι η περιέργεια των πιτσιρίκων που ακολουθούν από γειτονιά σε γειτονιά τους μασκαράδες ή το γαϊτανάκι της απόκριες, τόσο που καμιά φορά να χάνουν τελείως τον προσανατολισμό τους με το σπίτι τους. Αυτός μόνο ο επηρεασμός δικαιολογεί τον χαμό του μικρού Έυολφ που καθώς παρακολουθεί απ’ την προκυμαία την ξορκίστρα να μακραίνει με τη βάρκα, κυριεύεται από ίλιγγο και πέφτει μέσα στο φιορδ και πνίγεται.
Αν τώρα η παράξενη αυτή γυναίκα που παγανιάζει ποντίκια, έναν καιρό παγάνιαζε ανθρώπους, καθώς λέει, ή μάλλον έναν άνθρωπο, τον άνθρωπο, τον άνθρωπο π’ αγάπησε, αυτό δεν πρέπει να προσδίδει καμιά συμβολική σημασία στην προσωπικότητά της. Σίγουρα, όταν ήταν νέα, πριν ο χρόνος και ποιος ξέρει τι εναντιότητες της ζωής την κάνουν ξορκίστρα, ένα τέτοιο ανισόρροπο και μαραζωμένο γύναιο, είχε κι αυτή τον καλό της που τώρα αναπαύεται στους βυθούς της θάλασσας.
Ώστε ο παραλληλισμός της Ποντικομαμής με τη Γέρδα του Μπραντ ή μ’ άλλες μορφές του ιψενικού θεάτρου που καθώς η Έντα Γκάμπλερ κάνουν συνειδητά το κακό, κυριευμένες από μια ψυχοπάθεια ή από ένα αίσθημα εκδίκησης είναι τουλάχιστον άτοπος. Η Ποντικομαμή δεν είναι possedee με την έννοια του Μάλβικ της Αγριόπαπιας, ούτε αντιπροσωπεύει τον Πειρασμό ή τον αντίστοιχο δαίμονα της σκανδιναβικής μυθολογίας Λόκκι, δεν ενσαρκώνει δηλαδή το «πνεύμα της καταστροφής». Αν εξόν απ’ τα ποντίκια της παράσυρε και τον μικρόν Έυολφ στον βυθό της θάλασσας, στην πράξη της αυτή δεν υπάρχει καμιά πρόθεση. Ο Άλεμρς, αλήθεια, το συλλογίζεται σε μια στιγμή, τάχα γιατί να κάνει κακό στο παιδί του που ποτέ δεν την πείραξε, ούτε την πετροβόλησε σαν τ’ άλλα παιδιά. Όμως ο συλλογισμός του αυτός δικαιολογείται περισσότερο απ’ την πατρική συντριβή του παρά απ’ τα γεγονότα τα ίδια.
Όσον αφορά την τεχνική του έργου, εδώ εφαρμόζει ο Ίψεν τον νόμο των τριών ενοτήτων πυκνώνοντας τη δράση σ’ ένα μικρό, σχεδόν ελάχιστο χρονικό διάστημα. Γεγονός όμως είναι πως ο ποιητής δεν πέτυχε την ιδανικότερη κατανομή του υλικού του. Το δραματικό ενδιαφέρον μοιράζεται άνισα στις τρεις πράξεις του Μικρού Έυολφ κι οι «υφέσεις» που προετοιμάζουν συνήθως το δραματικό κορύφωμα διαρκούν περισσότερο του δέοντος.
Θέλοντας να δικαιολογήσεις κανείς την αδυναμία τούτη, θα μπορούσε να επικαλεστεί το γεγονός πως ο Μικρός Έυολφ έχει ουσιαστικά δύο ξεχωριστά θέματα, πρώτο τις σχέσεις Άλμερς και Ρίτα και δεύτερο τις σχέσεις Άλμερς και Άστα με συνεχτικό κρίκο τους τον μικρόν Έυολφ. Μα ο «συμφυρμός» αυτός (απ’ το λατινικό contaminatio) για έναν συγγραφέα της πείρας και της τεχνικής του Ίψεν μάλλον να τονώσει θα έπρεπε παρά να ελαττώσει το ενδιαφέρον του έργου. Ώστε απομένει η εκδοχή πως ο Ίψεν βιάστηκε πολύ μετά απ’ τον Αρχιτέκτονα Σόλνες να δώσει το καινούργιο έργο του και πως δεν έλαβε τον καιρό να δουλέψει προσεχτικότερα το θέμα του.
Κι όμως ούτε αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο Ίψεν χρειάστηκε δύο χρόνια για τον Μικρό Έυολφ, όσα δηλαδή χρειάστηκε παλιότερα για να δώσει δύο δράματα μαζί, τους Βρικόλακες και τον Εχθρό του Λαού. Πρέπει λοιπόν να δεχτεί κανείς πως ο ποιητής είχε αρχίσει να κουράζεται. Η τρίτη πράξη του Μικρού Έυολφ το φανερώνει καθαρά. Μετά απ’ το δραματικό κορύφωμα της δεύτερης, μετά απ’ τον σπαραχτικό εκείνο χωρισμό των δύο αδερφών που αποκαλύφθηκε ξαφνικά πως ήσαν πραγματικά αδέρφια, η τρίτη πράξη που εξαντλείται στην αναζήτηση μιας λύσης, ενός νέου προσανατολισμού που θα κάνει δυνατή τη μελλοντική συμβίωση των Άλμερς σημειώνει μια χτυπητή ύφεση.
Κι αυτή ωστόσο η σχετικά με τις δύο άλλες αδύναμη τρίτη πράξη του έργου παρουσιάζει μιαν εξομολογητική λεπτομέρεια βαρυσήμαντη: τη γνωριμία του ήρωα με τον θάνατο κατά τη μοιραία
κείνη παραπλάνηση πάνω στα βουνά. Είναι τάχα τυχαίο το γεγονός πως ο Ίψεν κάνει με τον Μικρό Έυολφ μια πράξη συνδιαλλαγής ακριβώς την εποχή της μεγάλης ωριμότητάς του και πιο ειδικά την εποχή που αισθάνεται πια καθώς ο Άλφρεντ Άλμερς τον θάνατο σαν έναν μοιραίο συνταξιδιώτη και δανειστή του όπου και να είναι θα παρουσιαστεί για να ζητήσει την εξόφληση του χρέους του;
Μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο. Μια φορά, οι ιδέες κι η εξομολογητική διάθεση του Μικρού Έυολφ δεν επηρεάσαν καθόλου την ψυχολογική υφή του. Παραμένει δράμα ψυχολογικό, αν όχι απ’ τα πιο τεχνικά του Ίψεν, πάντως απ’ τα πιο ενδιαφέροντα. Η μεγάλη άλλωστε αξία του Νορβηγού δραματουργού έγκειται στη δύναμη που έχει ν’ αντικειμενοποιεί το υποκειμενικό και να γενικεύει το μερικό.
Μιλώντας κάποτε ο Ίψεν με τον κόμη Προζόρ για τον Μικρό Έυολφ του είχε πει: Καλά θα κάνουν ν’ ασχολούνται λιγότερο μ’ ό,τι σκέφτομαι. Ο καθένας μας ενεργεί ή γράφει υπό την επήρεια μιας ιδέας. Πέτυχα να φτιάξω ένα καλό έργο και ζωντανούς ανθρώπους; Αυτό είναι το ζήτημα. Κι η απάντηση στην ερώτησή του πρέπει να είναι καταφατική. Η δοκιμασία του χρόνου ούτε την αισθητική αξία του Μικρού Έυολφ μείωσε, ούτε και την κεντρική ιδέα του ξεθώριασε. Η ιδέα της αγάπης που ξεπερνώντας την ατομική ικανοποίηση τείνει να γίνει κίνητρο μιας γενικότερης δράσης, μιας δράσης που αποβλέπει στην ευτυχία γενικά των ανθρώπων, είναι απ’ τις ιδέες που δε θα γεράσουν ποτέ.

* Αρχική φωτογραφία: Lille Eyolf – Theatre in Skien