Ο τραυματικός Απρίλης του ’44 στη Μέση Ανατολή

Ο συγγραφέας Στρατής Τσίρκας έζησε από κοντά τα τραυματικά γεγονότα του κινήματος του Απρίλη ’44 που έστειλε 20.000 Έλληνες δημοκρατικούς αγωνιστές σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (τα λεγόμενα «σύρματα») στην έρημο, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και ως την Ερυθραία. Στον Λίβανο, όπου συμμετείχαν οι αντιστασιακές οργανώσεις και τα πολιτικά κόμματα σε σύσκεψη για την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αποδοκιμάστηκε η εξέγερση του Απριλίου με μορφή καταδίκης στο «Σύμφωνο του Λιβάνου». Αγγλικά αεροπλάνα, πετώντας πάνω από τους έγκλειστους στα στρατόπεδα της ερήμου, κοινοποίησαν το «Σύμφωνο», ρίχνοντάς τους από ψηλά χιλιάδες προκηρύξεις.

Στα «σύρματα»

Μια από τις σπουδαιότερες πλευρές του απελευθερωτικού αγώνα της δεκαετίας του ’40 είναι η αντιφασιστική δράση εντός του ελληνικού στρατιωτικού σώματος, αλλά και των ναυτεργατών, στη Μέση Ανατολή την περίοδο 1941-44. Η υποστήριξη της πλειονότητας του στρατού στο ΕΑΜικό κίνημα οδήγησε τους Άγγλους τον Απρίλιο του ’44 στη βίαιη διάλυση των ελληνικών σωμάτων και στο κλείσιμο των περισσοτέρων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην έρημο, στα γνωστά «σύρματα». Πολλοί πέθαναν εκεί. Επρόκειτο για ένα σαφέστατο μήνυμα της Βρετανίας για όσα θα ακολουθούσαν.

Χρονολόγιο

1941, 10 Οκτωβρίου: ιδρύεται η Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ) στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή
1941, 28-30 Δεκεμβρίου: απόπειρα των αντιδραστικών αξιωματικών να θέσουν υπό έλεγχο με πραξικοπηματική κίνηση τις ένοπλες δυνάμεις
1944, μέσα Μαρτίου: η ΑΣΟ εκδηλώνεται υπέρ της ΠΕΕΑ, της «κυβέρνησης του βουνού» στην Ελλάδα
1944, από 2 Απριλίου: οι Άγγλοι αναλαμβάνουν και ολοκληρώνουν την καταστολή του κινήματος στη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ούτε αφιερώνονται οι πρέπουσες αναφορές στο ΕΑΜικό απελευθερωτικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στη Μέση Ανατολή, και ιδίως στην Αίγυπτο, στα χρόνια 1941-44, όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό τριπλό φασιστικό ζυγό. Συμπαγή βάση του κινήματος αποτέλεσε ο μεγάλος αριθμός οπλιτών και αξιωματικών των ενόπλων ελληνικών δυνάμεων, 2-3 χιλιάδες ναυτεργατών του εμπορικού ναυτικού, όπως και σημαντικός αριθμός προσφύγων απ’ τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και της Κύπρου, που μετά την κατάληψη της Ελλάδας κατέφυγαν στην Αίγυπτο.

Οι αντιφασίστες αξιωματικοί με συνεπή και επίμονο αγώνα προώθησαν στην πλειονότητα του στρατού τη δημοκρατική και αντιφασιστική διαπαιδαγώγηση, την ιδεολογική και στρατιωτική προετοιμασία του για τη συμμετοχή του στην ένοπλη πάλη για την απελευθέρωση του ελληνικού λαού. Η αντιφασιστική δράση στις ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής άρχισε απ’ το πολεμικό ναυτικό, επεκτάθηκε στον στρατό ξηράς και αργότερα στην αεροπορία, με πρωτοβουλία κομμουνιστών οπλιτών και αξιωματικών.

Στον αντίποδα, κύρια επιδίωξη των Άγγλων και της ελληνικής κυβέρνησης του εξωτερικού ήταν η συγκρότηση ελεγχόμενου απ’ αυτούς στρατού που θα είχε ως αποστολή την καταστολή του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και την επαναφορά στην εξουσία των αντιδραστικών δυνάμεων. Γι’ αυτό ίδρυσαν μυστική οργάνωση για την απομάκρυνση και εξουδετέρωση απ’ τις στρατιωτικές μονάδες στη Μέση Ανατολή των ηγετικών αντιφασιστικών και αριστερών στοιχείων. Αυτές οι κινήσεις προκάλεσαν ανησυχία και αγανάκτηση στο δημοκρατικό και αριστερό τμήμα του στρατού. Γι’ αυτό, θεώρησαν επιτακτική ανάγκη για την απόκρουση αυτών των σχεδίων την ίδρυση της Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης (ΑΣΟ) στις 10 Οκτωβρίου 1941. Επικεφαλής αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ο παλαίμαχος κομμουνιστής αγωνιστής Γιάννης Σαλάς, ο οποίος στην πορεία αναδείχθηκε καθοδηγητής όλων των αντιφασιστικών οργανώσεων στη Μέση Ανατολή. Η ΑΣΟ και τα αντίστοιχα τμήματά της στο Ναυτικό (ΑΟΝ) και στην Αεροπορία (ΑΟΑ) συγκέντρωσαν στις γραμμές τους το 90% των στρατιωτών, των ναυτών και των αεροπόρων, καθώς και πολλούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Απ’ την ίδρυσή της η ΑΣΟ συνεργάστηκε στενά με την Αντιφασιστική Οργάνωση των Ελλήνων της Αιγύπτου, που είχε αναπτύξει ισχυρή αντιφασιστική δράση.

Αντιδρώντας στη δυναμική ανάπτυξη του αντιφασιστικού μετώπου στην Αίγυπτο η μυστική οργάνωση των αντιδραστικών αξιωματικών στα τέλη του Δεκέμβρη του 1941 επιχείρησε με πραξικοπηματικές ενέργειες ν’ απομακρύνει τους αντιφασίστες αξιωματικούς απ’ το στρατό και να πάρει την ηγεσία του στα χέρια της. Η έγκαιρη όμως και αποφασιστική παρέμβαση της ΑΣΟ ματαίωσε τα σχέδιά τους.

Στα μέσα του Μάρτη του 1944 έγινε γνωστή στην Αίγυπτο η συγκρότηση της κυβέρνησης του βουνού, της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Οι αντιφασιστικές δυνάμεις εκδηλώθηκαν υπέρ αυτής, υποστήριξαν τις προτάσεις της ΠΕΕΑ για σχηματισμό κυβέρνησης ενότητας και ζήτησαν απ’ τους Άγγλους μέσα για να μεταφερθούν στην Ελλάδα και να συμβάλουν αποφασιστικά στην απελευθέρωσή της. Η εκδήλωση των ενόπλων δυνάμεων υπέρ της ΠΕΕΑ και η διάθεση ενεργού συμμετοχής στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα έπεισε τους Άγγλους ιμπεριαλιστές ότι η πλειονότητα των ενόπλων δυνάμεων, παρά τις εκκαθαρίσεις που είχαν πραγματοποιήσει στους κόλπους τους, θα αποτελούσε εμπόδιο στα σχέδιά τους για την επιβολή μεταπολεμικού αντιδραστικού καθεστώτος στην Ελλάδα υπό τον έλεγχό τους. Γι’ αυτό, ανέλαβαν οι ίδιοι το έργο της διάλυσης των ελληνικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Η βίαιη επέμβαση των Άγγλων άρχισε στις 2 Απριλίου 1944 και συνεχίστηκε επί τρεις βδομάδες. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ καθοδηγούσε προσωπικά την εκστρατεία για τον αφοπλισμό και τη διάλυση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Οι επιχειρήσεις για τον αφοπλισμό και τελικά τη διάλυση των ελληνικών σωμάτων διήρκεσαν ως τις αρχές Μαΐου του 1944. Οι Άγγλοι διέλυσαν τον στρατό ξηράς, καθώς και μονάδες του ναυτικού και της αεροπορίας. Χιλιάδες στρατιώτες και εκατοντάδες ναυτεργάτες που εναντιώθηκαν στη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε άθλιες συνθήκες, όπου οι περισσότεροι άφησαν τα κόκαλά τους.

Από τα υπολείμματα των ενόπλων δυνάμεων η εξόριστη κυβέρνηση συγκρότησε την Ορεινή Ταξιαρχία και τα κενά της συμπλήρωσε με χωροφύλακες και κατάδικους του κοινού ποινικού δικαίου. Αυτή η μονάδα μαζί με τον Ιερό Λόχο ήταν οι μοναδικές στρατιωτικές δυνάμεις που έμειναν στην ελληνική κυβέρνηση και τους Άγγλους πάτρωνές της, για να τις χρησιμοποιήσει για την υποταγή του ελληνικού λαού, μαζί με τους ταγματασφαλίτες, άλλες ακροδεξιές δυνάμεις και το επεμβατικό σώμα των Άγγλων στη χώρα μας.

 

Χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες και εκατοντάδες ναυτεργάτες κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης σε άθλιες συνθήκες

 

Η ωμή επέμβαση των Άγγλων για τη διάλυση των ελληνικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής προκάλεσε κύμα αγανάκτησης στον ελληνισμό της Μέσης Ανατολής. Υπογράφονταν υπομνήματα διαμαρτυρίας και οργανώνονταν μαζικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την επέμβαση των Άγγλων. Για πρώτη φορά το Λονδίνο, διαρκούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πολέμησε εναντίον συμμαχικών στρατιωτικών δυνάμεων με το πρόσχημα της στάσης. Δεύτερη και καθοριστική περίπτωση ήταν η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων στα Δεκεμβριανά με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, καταφεύγοντας ακόμη και σε αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον αμάχων.

Η βίαιη διάλυση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή δεν άφηνε αμφιβολίες ότι στόχος και κριτήριο των Άγγλων για τη χρησιμοποίηση των ενόπλων δυνάμεων στην Αίγυπτο και των αντιστασιακών δυνάμεων στην Ελλάδα δεν ήταν πρώτιστα η αντιμετώπιση του κατακτητή, αλλά η επιβολή των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων υπό τον έλεγχό τους. Συνειδητοποίησαν ότι, αν ικανοποιούσαν το πατριωτικό αίτημα των αγωνιστών της Μέσης Ανατολής να μεταφερθούν στην Ελλάδα και να αγωνιστούν για την απελευθέρωση του ελληνικού λαού, ο συσχετισμός θα άλλαζε αποφασιστικά υπέρ των αντιστασιακών δυνάμεων στην Ελλάδα και εις βάρος της αντίδρασης. Γι’ αυτό και τους διέλυσαν.

Τα κινήματα

Με την ονομασία ελληνικά κινήματα της Μέσης Ανατολής φέρονται στη σύγχρονη ελληνική ιστορία τα κινήματα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων που σημειώθηκαν στη Μέση Ανατολή αμέσως μετά την ανασυγκρότησή τους στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατά της κυβέρνησης Εμμανουήλ Τσουδερού.

Τα στασιαστικά αυτά κινήματα ήταν τα ακόλουθα τρία, χαρακτηριζόμενα από τον μήνα και το έτος της εκδήλωσης εκάστου:

Ελληνικό κίνημα Μαρτίου 1943
Ελληνικό κίνημα Ιουλίου 1943
Ελληνικό κίνημα Απριλίου 1944 (es), που γενικεύτηκε με τη συμμετοχή και του ελληνικού στόλου.

Σημειώνεται ότι εκτός των παραπάνω είχε προηγηθεί στην Αγγλία, το λεγόμενο “κίνημα των ελληνικών πληρωμάτων Ιουνίου 1942”, υποκινητής της οποίας ήταν ο συνδικαλιστής Αντώνης Αμπατιέλος.

Αιτίες

Βασικότερη αιτία της εκδήλωσης των παραπάνω κινημάτων ήταν η ανομοιογένεια και η διαφορετικότητα προέλευσης των αξιωματικών και υπαξιωματικών κατά την ανασυγκρότηση του ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή. Υπενθυμίζεται ότι με την παλινόρθωση της Βασιλείας και την επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ είχε δοθεί η πολυπληθέστερη αμνηστία όλων όσοι συμμετείχαν στα κινήματα του 1933 και 1935, πλην όμως ελάχιστοι είχαν επανέλθει στο στράτευμα και συμμετείχαν στον πόλεμο που ακολούθησε. Μετά όμως τη Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και ειδικότερα περί τα τέλη του Απριλίου του 1941 όταν ο Βασιλιάς και η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού μετακινήθηκαν στην Κρήτη με πρόταση του διαδόχου Παύλου εκδόθηκε μια σειρά διαταγμάτων που αφορούσαν όχι μόνο γενική αμνηστία και για εκείνους που συμμετείχαν στο κίνημα του 1938, αλλά και την επαναφορά όλων στην ενεργό υπηρεσία με τον βαθμό που κατείχαν, χωρίς έτερη διαδικασία και με πρόσκληση να ενταχθούν στον υπό ανασυγκρότηση ελληνικό στρατό στη Μέση Ανατολή για συνέχιση του αγώνα κατά του Άξονα. Εκτός όμως αυτών κάποιο μέρος και από τους 4.500 μονίμους αξιωματικούς και 8.700 εφέδρους που υπηρετούσαν τον Απρίλιο του 1941 μετακινήθηκαν στη Μέση Ανατολή.

Έτσι στις μονάδες που άρχισαν να ανασυγκροτούνται παρουσιάσθηκαν αξιωματικοί δύο κατηγοριών, εκείνοι που υπηρετούσαν ήδη στο στρατό κατά τη δικτατορία του Μεταξά, ή τότε είχαν εισέλθει στις στρατιωτικές σχολές, όπως και εκείνοι που είχαν παλαιότερα αποταχθεί πλην όμως είχαν ανακληθεί στην ενεργό υπηρεσία και συμμετείχαν στον πόλεμο, καθώς κι εκείνοι οι λεγόμενοι “δημοκρατικοί” που επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία με την τελευταία σειρά διαταγμάτων της κυβέρνησης Τσουδερού.
Αυτό είχε ως συνέπεια μεταξύ αυτών των δύο βασικών κατηγοριών να αναπτυχθούν η καχυποψία, η δυσπιστία ακόμα και ζηλοφθονία που συνδυαζόμενα με προσωπικές φιλοδοξίες ανάληψης διοίκησης ήταν επόμενο να προκληθούν αντιπάθειες ακόμα και αντιπαλότητες που υποκρύπτονταν πίσω από πολιτικούς χαρακτηρισμούς δημιουργώντας έντονα προβλήματα στρατιωτικής πειθαρχίας και συνοχής.

Εκτός όμως των αξιωματικών άρχισαν να παρατηρούνται και κάποιες δραστηριότητες υπαξιωματικών και οπλιτών με κομμουνιστικές ιδεολογίες που ήλθαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1941 προβαίνοντας σε μυήσεις ως ανατρεπτικοί πυρήνες με οργανωμένη τακτική. Οργανώσεις των τελευταίων ήταν η ΑΣΟ (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση) που ιδρύθηκε στις 10 Οκτωβρίου, με ηγέτη το στέλεχος του ΚΚΕ και εξόριστο Γιάννη Σαλά, η ΑΟΝ και η ΑΟΑ. Μάλιστα έβγαζαν και έντυπα όπως ο “Αντιφασίστας”.

Στο κίνημα του 1944 συμμετείχαν ενεργά και μέλη της συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ), η οποία είχε ιδρυθεί το 1943 από μέλη του ΚΚΕ.

Το Κίνημα του Ναυτικού το 1944

Ο λέκτορας Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, Ζήσης Φωτάκης, έγραφε στην εφημερίδα “Καθημερινή” στις 23.01.2011:

“Το Κίνημα του Ναυτικού, τον Απρίλιο του 1944, αποτέλεσε συνέχεια παρόμοιων μορφολογικά εκδηλώσεων που έλαβαν χώρα στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας μας από τον Αύγουστο 1909 έως, τουλάχιστον, το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα Κινήματα αυτά αρχικά εξέφραζαν, σε κάποιο βαθμό, το αναμορφωτικό πρόγραμμα της σταθερά ανερχόμενης τάξης των αστών στην Ελλάδα και τον κόσμο. Η άνοδος όμως της εργατικής τάξης κατά τον Μεσοπόλεμο, η αυξανόμενη επιρροή που άσκησε διεθνώς η σοσιαλιστική ιδεολογία, μετά το Μεγάλο Κραχ του 1929 και ο πρωταγωνιστικός ρόλος αριστερών οργανώσεων στην αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσέδωσε αριστερή χροιά στον προγραμματικό λόγο ορισμένων εκδηλώσεων απειθαρχίας σε μονάδες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, κάτι που, όμως, δεν ήταν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

Από την αποδημία του ελληνικού στόλου στη Μέση Ανατολή τον Απρίλιο του 1941 έως και τον Απρίλιο του 1944 δεν ήταν λίγες οι φορές που σημειώθηκαν μεμονωμένα συμβάντα απειθαρχίας σε μονάδες του. Τα συμβάντα αυτά ήταν, λίγο πολύ, αναμενόμενα δεδομένου ότι η επάνδρωση των ολοένα και περισσότερων μονάδων του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού εξαρτάτο στρατολογικά από εμποροναύτες, που κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου είχαν επιδείξει δυναμικά δείγματα της αριστερής τοποθέτησης και διεκδικητικότητάς τους. Ο επαγγελματισμός όμως και η ευψυχία που γενικότερα τους διέκρινε είχαν ανεβάσει ψηλά το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό στα μάτια των Συμμάχων.

Στις αρχές του 1944, το ΕΑΜ πρότεινε στην απόδημη ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο επείγων χαρακτήρας της πρότασης αυτής δεν εκτιμήθηκε επαρκώς από την κυβέρνηση Τσουδερού, με αποτέλεσμα στο τέλος Μαρτίου 1944 να συγκροτηθεί ελληνική επαναστατική επιτροπή στο Κάιρο, με κύριο στόχο τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Κάτω από την καθοδήγησή της ξέσπασε στάση σε μονάδες του απόδημου Στρατού Ξηράς και της Αεροπορίας και στις 3 Απριλίου 1944 εκδηλώθηκε Κίνημα και στις τάξεις του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ο τότε Αρχηγός Στόλου, λόγιος, αντιναύαρχος Αλεξανδρής, δεν έλαβε αποτελεσματικά μέτρα για την αποσόβηση της κρίσης, τον μετριασμό και την καταστολή της. Κατόπιν αφόρητων αγγλικών πιέσεων, λόγω της απειλής που αποτελούσε για την ασφάλεια των συμμαχικών νηοπομπών η αργία των ελληνικών πολεμικών πλοίων, ο αντιναύαρχος Βούλγαρης αντικατέστησε τον Αλεξανδρή στην ηγεσία του Στόλου στις 19 Απριλίου 1944 και ανέλαβε την καταστολή του κινήματος. Πέραν των πολλών ικανοτήτων του Βούλγαρη και του επιτελείου του, ήταν πολύ σημαντικό ότι όλοι τους είχαν κατ’ επανάληψη συμμετάσχει σε κινήματα, οπότε και γνώριζαν πώς έπρεπε να διαχειρισθούν την κρίση αυτή.

Σε λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Βούλγαρης κατέστειλε το Κίνημα στην Αλεξάνδρεια και λίγο αργότερα και στις υπόλοιπες εστίες του. Επιπλέον, μπόρεσε να ανασυντάξει και να καταστήσει ξανά μάχιμο σε έναν μόνο μήνα το σύνολο σχεδόν των ελληνικών πλοίων και υποβρυχίων που είχαν στασιάσει. Ανεξάρτητα από το κόστος σε αίμα που είχαν οι επιτυχίες αυτές και τον δίκαιο ή μη χαρακτήρα των αιτημάτων των κινηματιών, είναι γεγονός ότι η συνέχιση του εθνικού αγώνα δεν επιδεχόταν πολιτικές προϋποθέσεις, όπως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ούτε στο έπος της Αλβανίας. Το σκεπτικό αυτό, του οποίου κύριος εκφραστής ήταν ο νέος πρωθυπουργός της χώρας, Γεώργιος Παπανδρέου, επιβεβαιώθηκε ομόθυμα και από το Συνέδριο του Λιβάνου, τον Μάιο του 1944, στο οποίο αντιπροσωπεύτηκε και το ΕΑΜ”.

Απρίλιος 1944: Εξέγερση υπέρ του ΕΑΜ στη Μέση Ανατολή

Επιπροσθέτως ο ιστορικός Φοίβος – Σταύρος Μακρίδης γράφει στην “Εφημερίδα των Συντακτών” για το ίδιο θέμα, στις 4 Δεκεμβρίου 2014:

“Κλείνουν 70 χρόνια από τον Δεκέμβρη του ’44. 70 χρόνια από την ωμή επέμβαση των Άγγλων, τον αγώνα για «λαοκρατία» και την πλήρη υποχώρηση της ηγεσίας του ΕΑΜ με τη Συμφωνία της Βάρκιζας (Φλεβάρης ’45). Όμως, τα «Δεκεμβριανά» δεν προήλθαν από το πουθενά. Ήταν η κορύφωση μιας σειράς γεγονότων που έδειχναν το τι θα επακολουθούσε στην Ελλάδα, μετά την απελευθέρωσή της από τους ναζί.

Η πρώτη πράξη του δράματος των «Δεκεμβριανών» παίχτηκε στην Αίγυπτο τον Απρίλιο του 1944. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Το 1944 ήταν η χρονιά που κορυφώθηκε ο αγώνας ενάντια στους ναζί κατακτητές κι έμπαινε εμφατικά το ζήτημα της εξουσίας. Τι κοινωνικό σύστημα και πολίτευμα θα υπήρχε και ποιοι θα κυβερνούσαν στην απελευθερωμένη Ελλάδα; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούσαν όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας κι εκδηλώθηκαν ακόμα και μέσα στο ελληνικό στράτευμα.

Οι επίσημες Ένοπλες Δυνάμεις, που βρίσκονταν στο πλευρό των Συμμάχων, είχαν την έδρα τους – μαζί με τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση από τους πολιτικούς των παλιών κομμάτων – στη Μέση Ανατολή.

Τον Απρίλη του 1944 οι στρατιώτες κι οι ναύτες που υπηρετούσαν στις Ένοπλες Δυνάμεις εξεγέρθηκαν, κατέλαβαν τα στρατόπεδα και τα πλοία τους προς υποστήριξη του ΕΑΜ. Κράτησαν για 20 μέρες, ώσπου οι Άγγλοι κι η ελληνική βασιλική «εξόριστη» κυβέρνηση κατέστειλαν βίαια την εξέγερση, με αποτέλεσμα να διαλυθούν οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Οι δυνάμεις του ΕΑΜ μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις

Ήδη από τις 10 Οκτωβρίου 1941 αριστερές δυνάμεις είχαν συγκροτήσει την Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση (ΑΣΟ) στον Στρατό και στη συνέχεια ως παρακλάδια την Αντιφασιστική Οργάνωση Ναυτικού (ΑΟΝ) και την Αντιφασιστική Οργάνωση Αεροπορίας (ΑΟΑ). Η ΑΣΟ απευθυνόταν κυρίως στους απλούς στρατιώτες και ναύτες κι εξέδιδε την εφημερίδα «Αντιφασίστας».

Το 1943 εκδηλώθηκαν οι πρώτες σοβαρές κινητοποιήσεις μέσα στο στράτευμα με ηγετική δύναμη την ΑΣΟ. Τότε είχε γίνει μια προσπάθεια να αντικατασταθούν οι δημοκρατικοί αξιωματικοί με πιο έμπιστους στον βασιλιά Γεώργιο Β’ αξιωματικούς. Τελικά, οι προσπάθειες του Βασιλιά να ελέγξει πιο στενά το Στρατό δεν προχώρησαν.

Μάρτης ’44: το ΕΑΜ συγκροτεί την «κυβέρνηση του βουνού»

Στις 10 Μάρτη 1944 το ΕΑΜ συγκροτεί την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Επί της ουσίας ήταν η κυβέρνηση της απελευθερωμένης Ελλάδας, η λεγόμενη «κυβέρνηση του βουνού». Το ΕΑΜ είχε ήδη απελευθερώσει σχεδόν τα ¾ της ελληνικής επικράτειας, είχε συγκροτημένο αντάρτικο στρατό, τον ΕΛΑΣ, με 30.000 οπλίτες (κι άλλους τόσους έφεδρους). Στη συνέχεια, μάλιστα, κατάφερε να οργανώσει ελεύθερες εκλογές (στις οποίες για πρώτη φορά ψήφισαν γυναίκες) για την εκλογή Εθνικού Συμβουλίου.

Η είδηση της συγκρότησης της ΠΕΕΑ δημιουργούσε ενθουσιασμό στην πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, δημιουργούσε κι ανησυχία σε όσους ήθελαν μια επιστροφή στην προδικτατορική περίοδο και σε όσους είχαν συνεργαστεί πολιτικά ή/και οικονομικά με τους Ναζί κατακτητές.

Ανταρσία στις Ένοπλες Δυνάμεις

Η απεύθυνση που είχε η ΠΕΕΑ προς τις υπόλοιπες δυνάμεις που πολεμούσαν τον Άξονα ήταν να συγκροτηθεί μια «κυβέρνηση εθνικής ενότητας», που να οδηγήσει την Ελλάδα στην απελευθέρωσή της και να επιτρέψει στον ελληνικό λαό ελεύθερα να επιλέξει το πολίτευμα που επιθυμούσε.

Την ίδια ώρα έχτιζε δομές «λαϊκής κυριαρχίας» στις περιοχές που απελευθέρωνε κι έδινε μία συγκεκριμένη μορφή στο όραμα της κοινωνίας για μια «λαϊκή δημοκρατία», που δε θα είχε σχέση ούτε με το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά, αλλά ούτε και με την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία των προηγούμενων δεκαετιών.

Το σύνθημα για «κυβέρνηση εθνικής ενότητας με βάση την ΠΕΕΑ» βρήκε ανταπόκριση στους στρατιώτες και τους ναύτες αμέσως μετά τη συγκρότηση της ΠΕΕΑ.

1η φάση της εξέγερσης 25 Μάρτη – 2 Απρίλη: εκδηλώσεις υποστήριξης της ΠΕΕΑ

Προκηρύξεις της ΑΣΟ άρχισαν να κυκλοφορούν στα στρατόπεδα και στα πλοία. Εκείνες τις μέρες είχαν συγκεντρωθεί στα λιμάνια της Αλεξάνδρειας (δυτικά του τριγώνου του Νείλου) και του Πορτ-Σάιντ (ανατολικά του τριγώνου του Νείλου) πολλά πλοία του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Στην Αλεξάνδρεια βρίσκονταν σύνολο 2.800 μέλη των πληρωμάτων, ενώ στο Πορτ-Σάιντ άλλα 1.000, με τους 700 να είναι συγκεντρωμένοι στο θωρηκτό Αβέρωφ. Ακόμα, υπήρχαν άλλοι 950 στρατιώτες στο στρατόπεδο Έλλη στην Ισμαηλία (νοτιοανατολικά του τριγώνου του Νείλου).

Στις 25 Μάρτη στην Αλεξάνδρεια έγιναν οι πρώτες μαζικές εκδηλώσεις υποστήριξης από πληρώματα του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και της νεοσύστατης «κυβέρνησης του βουνού» κυριαρχούσαν στις πορείες.

Μέσα σε λίγες μέρες είχε συγκροτηθεί η «Επιτροπή Εθνικής Ενότητας Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων Μέσης Ανατολής», η οποία στις 31 Μάρτη εμφανίστηκε στον πρωθυπουργό της βασιλικής κυβέρνησης, Εμμανουήλ Τσουδερό.

Η Επιτροπή κατέθεσε ένα υπόμνημα, στο οποίο επέρριπτε ευθύνες στη βασιλική κυβέρνηση για την άρνησή της να συνεννοηθεί με την ΠΕΕΑ για να συγκροτήσουν κυβέρνηση, κι έκανε ξεκάθαρο ότι:

«Η ημετέρα επιτροπή… προσκαλεί την βασιλικήν Κυβέρνησιν Καΐρου… συντελέσωσιν, εντός του ταχυτέρου χρονικού ορίου, εις την ενοποίησιν των εθνικών δυνάμεων και τον σχηματισμόν κυβερνήσεως αντιπροσωπευούσης τον αγωνιζόμενον λαόν με βάσιν την Πολιτικήν Επιτροπήν Εθνικής Απελευθερώσεως (Π.Ε.Ε.Α.) και μη θελήσωσι να φέρωσι τας βαρυτάτας ευθύνας του εμφυλίου σπαραγμού» [1].

Αφού δε βρήκαν ανταπόκριση τα αιτήματά τους, επισκέφθηκαν τον Υπουργό Ναυτικών, Σοφοκλή Βενιζέλο, με αίτημα την αντικατάσταση του πρωθυπουργό Τσουδερό από τον ίδιο και τον διορισμό μελών της Επιτροπής τους, ως κομμάτι της ΠΕΕΑ. Αλλά ούτε ο Σοφ. Βενιζέλος ήταν διατεθειμένος να τους αναγνωρίσει.

Την επόμενη μέρα, 1 Απρίλη, παρουσιάστηκε το πρώτο επεισόδιο ανταρσίας μέσα στο στράτευμα. Στο 2ο Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού (της 1ης Ταξιαρχίας) 14 αξιωματικοί και 240 οπλίτες συνελήφθησαν από τον διοικητή τους, αφού δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν ως μοναδική κυβέρνηση την ΠΕΕΑ. Η ανταρσία είχε ξεκινήσει!

2η φάση της εξέγερσης 3 – 6 Απρίλη: «τα όσα διαδραματίζονται δεν αποτελούν τίποτα λιγότερο από επανάσταση»

Από το πρωί της Δευτέρας 3 Απρίλη η ανταρσία απέκτησε πολύ πιο επιθετικά χαρακτηριστικά. Επιτροπές από στρατιώτες και ναύτες άρχισαν να αποκτούν μεγάλη επιρροή. Στο Κάιρο ομάδα στρατιωτών κατέλαβε το ελληνικό φρουραρχείο. Τόσο μαζικές ήταν οι κινητοποιήσεις που θορυβήθηκε μέχρι κι ο Αρχηγός του ελληνικού Στόλου, υποναύαρχος Αλεξανδρής, ο οποίος έβγαλε επίσημη ανακοίνωση που καλούσε την κυβέρνηση να έρθει σε συνομιλίες με την ΠΕΕΑ για τη συγκρότηση εθνικής κυβέρνησης. Με αυτήν την κίνηση προσπάθησε να κατευνάσει τις διαμαρτυρίες. Ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός υπέβαλε την παραίτησή του, για τον ίδιο σκοπό. Όμως, οι στρατιώτες κι οι ναύτες πήραν περισσότερο θάρρος.

Την επόμενη μέρα, 4 Απρίλη, οι επιτροπές στρατιωτών και φαντάρων έπαιρναν στα χέρια τους τον έλεγχο του στρατού, με τις καταλήψεις πολεμικών πλοίων, στρατοπέδων και κρίσιμης σημασίας κτηρίων. Οι Επιτροπές στρατιωτών και ναυτών κατέλαβαν το Γενικό Επιτελείο, την Επιμελητεία, το Υπουργείο Ναυτικών, το Αρχηγείο του Στόλου, το στρατόπεδο Έλλη, το Ελληνικό Ναυτικό Φρουραρχείο Αλεξάνδρειας, τη Σχολή Νέων Δοκίμων και το θωρηκτό Αβέρωφ.

Το βράδυ της 5ης προς 6η Απρίλη η εξέγερση κορυφωνόταν. Οι καταλήψεις πλοίων επεκτάθηκαν πλέον κι έξω από την Αίγυπτο. Ακόμα και στα υποβρύχια που βρισκόντουσαν στη Μάλτα έγινε εξέγερση κι ανέλαβαν επιτροπές ναυτών! Ο ενθουσιασμός ήταν τέτοιος, που στην κορβέτα «Αποστόλης», καθώς έφτανε κι έδενε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, έγινε ανταρσία και προσχώρησε στο κίνημα!

Εκεί που οι Επιτροπές στρατιωτών και ναυτών συναντούσαν την έντονη αντίδραση των αξιωματικών, υπήρχε δυναμική απάντηση. Στο αντιτορπιλικό πλοίο «Πίνδος» στην Αλεξάνδρεια, οι ναύτες κυριολεκτικά πέταξαν στη θάλασσα τους αξιωματικούς τους!

Πλέον όλα τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού είχαν προσχωρήσει στην εξέγερση κι ελέγχονταν από τις Επιτροπές των ναυτών, αναγνωρίζοντας ως κυβέρνηση την ΠΕΕΑ, πριν καν συμπληρωθεί ένας μήνας από την ίδρυσή της!

Το ίδιο βράδυ εκδηλώθηκε εξέγερση και σ’ ολόκληρη την 1η Ταξιαρχία. Παρότι οι Επιτροπές στρατιωτών δεν επικράτησαν πλήρως κι η Ταξιαρχία ήταν διαιρεμένη, είχε προκαλέσει τέτοια αναταραχή, που ακυρώθηκαν όλα τα σχέδια για πολεμικές επιχειρήσεις. Η 1η Ταξιαρχία, μάλιστα, επρόκειτο να συμμετέχει στην αποστολή της κατάληψης της Ρώμης μαζί με άλλα Συμμαχικά στρατεύματα.

Τέτοια ήταν η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, ώστε ο πρεσβευτής της Αγγλίας για την ελληνική βασιλική κυβέρνηση, Ρέτζιναλ Λήπερ, στις 7 Απρίλη τηλεγραφούσε απόρρητα στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αγγλίας κι έγραφε ότι «τα όσα διαδραματίζονται μεταξύ των Ελλήνων δεν αποτελούν τίποτε λιγότερο από επανάσταση» [2].

Εκείνες τις μέρες Ένοπλες Δυνάμεις επί της ουσίας δεν υπήρχαν, παρότι οι Επιτροπές των στρατιωτών και των ναυτών είχαν ζητήσει – εν μέσω των κινητοποιήσεών τους – να συμμετέχουν κανονικά στις πολεμικές επιχειρήσεις, μιας κι ο πόλεμος ενάντια στους Ναζί συνεχιζόταν. Οι Άγγλοι, όμως, κι η βασιλική κυβέρνηση είχαν ως προτεραιότητα να ανακτήσουν τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων και να μην κάνουν καμία παραχώρηση στην «κυβέρνηση του βουνού».

3η φάση της εξέγερσης 7 – 24 Απρίλη: η καταστολή της ανταρσίας με πρωταγωνιστές τους Άγγλους

Από ‘κει κι ύστερα η βασιλική κυβέρνηση πέρασε στην αντεπίθεση, με βασικό καθοδηγητή τη Μεγάλη Βρετανία. Λίγους μήνες πριν από τα «Δεκεμβριανά» του ’44, οι Άγγλοι έδειχναν τις διαθέσεις τους, να μην αφήσουν να αναπτυχθεί μια ελεύθερη «λαϊκή» Ελλάδα, αλλά μια Ελλάδα υπό την επιρροή και τις οδηγίες της Αγγλίας [3]. Κι αν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν βία, δε θα δίσταζαν.

Έτσι, ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, Ουίνστον Τσώρτσιλ, έδινε οδηγίες στον στρατηγό των Βρετανικών Δυνάμεων, Πάτζετ, για την καταστολή της ανταρσίας. Οι μονάδες στρατού, που είχαν καταλάβει οι Επιτροπές στρατιωτών, αποκλείστηκαν και τους διακόπηκε η παροχή τροφίμων. Τα πλοία που συμμετείχαν στην ανταρσία, περικυκλώθηκαν από πλοία του Ναυτικού της Βρετανίας.

Όμως, οι στρατιώτες κι οι ναύτες δεν παραδίδονταν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν τη στήριξη των τοπικών Αράβων, που έσπαγαν τον αποκλεισμό και παρέδιδαν τρόφιμα στους εξεγερμένους.

Στις 16 Απρίλη, στο Βρετανικό Ναυαρχείο της Αλεξάνδρειας, σε κοινή σύσκεψη των αρχηγών του βρετανικού στόλου με τον Σοφ. Βενιζέλο (πλέον ήταν ο πρωθυπουργός της βασιλικής κυβέρνησης), ασκήθηκε ισχυρή πίεση να γίνει άμεσα η καταστολή. Ο ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων της Μεσογείου, ναύαρχος Τζων Κάνιγκαμ, απειλούσε τον Βενιζέλο ότι αν δεν γίνει άμεσα η καταστολή, τότε θα επενέβαιναν οι ίδιοι οι Άγγλοι, με πιθανό το ενδεχόμενο να βυθιστούν τα ελληνικά πλοία και να υπάρξει ολική καταστροφή του ελληνικού ναυτικού.

Ο Βενιζέλος, ανέθεσε στον ναύαρχο Πέο Βούλγαρη να οργανώσει την καταστολή της ανταρσίας, κατ’ αρχήν στην Αλεξάνδρεια και στη συνέχεια στο Πορτ-Σάιντ.

Εν τω μεταξύ, στις 22 Απρίλη, ο Τσώρτσιλ τηλεγραφούσε στον στρατηγό Πάτζετ και τον πίεζε να γίνει άμεσα η καταστολή των εξεγερμένων στρατιωτών. Έγραφε στο άκρως απόρρητο μήνυμά του ότι:

«Είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε την βία, στον ανώτατο δυνατό βαθμό, αλλά θα ήταν καλύτερο να αποφευχθεί η σφαγή, εφ’ όσον είναι δυνατόν. Λέτε ότι η ευθύνη θα βαρύνει τους Βρετανούς και όχι την αδύνατη και παραπαίουσα Ελληνική Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότης είναι έτοιμη να το επωμισθεί αυτό…» [4].

Το βράδυ της 22ας προς 23ης Απρίλη αναπτύχθηκε η καταστολή των εξεγερμένων πληρωμάτων στην Αλεξάνδρεια με επιτυχία. Το επόμενο βράδυ έγινε κι η καταστολή της 1ης Ταξιαρχίας, από τον στρατηγό Πάτζετ. Τα βασικά μέτωπα της εξέγερσης είχαν πέσει. Οι εξεγερμένοι στρατιώτες και ναύτες οδηγούνταν στη φυλακή. Μετά από μία βδομάδα παραδόθηκαν οι ναύτες από τα πλοία του Πορτ-Σάιντ. Πλέον, είχε καταρρεύσει η εξέγερση στις Ένοπλες Δυνάμεις, με εξαίρεση λίγα πλοία κι υποβρύχια, που κράτησαν έως τις αρχές Ιούνη.

Ο επίλογος: στο Συνέδριο του Λιβάνου η ηγεσία του ΕΑΜ “άδειασε” την εξέγερση στις Ένοπλες Δυνάμεις

Μπορεί η ανταρσία στις Ένοπλες Δυνάμεις να μην κατάφερε να ανατρέψει τη βασιλική εξόριστη κυβέρνηση και να είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των Ενόπλων Δυνάμεων, όμως εκφραζόταν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι η δράση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κι η συγκρότηση της ΠΕΕΑ έδινε την ελπίδα της απελευθέρωσης και της κοινωνικής αλλαγής σε όλα τα λαϊκά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις κι η εξέγερση στις Ένοπλες Δυνάμεις, προς υποστήριξη της νεοσύστατης κυβέρνησης του βουνού, που εκδηλώθηκε μακριά από το ελληνικό έδαφος, μέσα στην «έδρα» των Άγγλων και της βασιλικής ελληνικής κυβέρνησης – σ’ έναν χώρο (βλ. Στρατός) που δεν υπήρχε ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων – έδιναν νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή, για το τι θα επακολουθούσε στην απελευθερωμένη Ελλάδα.

Ο Απρίλης του ’44, παρότι τελικά ηττήθηκε, έδινε μία ισχυρή ώθηση στην ΠΕΕΑ να προχωρήσει τον αγώνα. Όμως, η ηγεσία του ΕΑΜ δεν έβγαλε αυτά τα συμπεράσματα. Επεδίωκε μια συμφωνία, με κάθε κόστος, με την εξόριστη κυβέρνηση και τους πολιτικούς των παλιών κομμάτων. Η πρόταση για «εθνική κυβέρνηση» μπορεί να ενέπνευσε τα λαϊκά στρώματα μέσα στο 1944, όμως αποδείχθηκε ότι είχε κοντά ποδάρια. Γιατί τα σχέδια των Άγγλων και της βασιλικής κυβέρνησης ήταν να κατατροπώσουν το ΕΑΜ, να το παγιδέψουν, να αφοπλίσουν τον ΕΛΑΣ και να αποτρέψουν τις «λαϊκές» κοινωνικές αλλαγές, που επεδίωκε το ΕΑΜ, αμέσως μετά την απελευθέρωση.

ΕΑΜ/ΚΚΕ/ΠΕΕΑ εναντίον του Γεώργιου Παπανδρέου

Το Συνέδριο του Λιβάνου έγινε το Μάη του ’44 και συμμετείχαν αντιπρόσωποι από όλες τις πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που πολεμούσαν τις κατοχικές δυνάμεις. Θέμα του Συνεδρίου ήταν μία συμφωνία για το τι θα επακολουθήσει της Απελευθέρωσης και τη σύσταση μιας «κυβέρνησης εθνικής ενότητας».

Η κατάσταση στην Ελλάδα ευνοούσε το ΕΑΜ. Μόλις είχε συγκροτήσει την κυβέρνηση του βουνού, γινόντουσαν ετοιμασίες στην Ελλάδα για την εκλογή εθνοσυνέλευσης, είχε απελευθερώσει ολόκληρες περιοχές, είχε οργανωμένο αντάρτικο στρατό κι είχε μια μαζική λαϊκή/εργατική υποστήριξη – που εκφράστηκε ακόμα και με απεργίες – και μόλις είχε εκφραστεί η εξέγερση στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Από την άλλη το στρατόπεδο της εξόριστης κυβέρνησης ήταν διασπασμένο. Η εξόριστη κυβέρνηση που διαπραγματευόταν στο Συνέδριο αποτελούνταν μονάχα από… ένα άτομο! Ήταν ο εκλεκτός κι ο «φυτευτός» του Τσώρτσιλ, Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος ήταν πρωθυπουργός κι είχε όλα τα υπουργεία! Οι υπόλοιποι αστοί πολιτικοί είχαν διαφωνήσει με τον «διορισμό» του Παπανδρέου και προσωρινά απείχαν από την βασιλική κυβέρνηση.

Η πρώτη… παράδοση των όπλων

Αυτή ήταν η κατάσταση για τους αντιπροσώπους του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ. Όμως, ήταν τέτοια η υποχωρητική τους διάθεση, που κατέληξαν να δεχθούν ακόμα και τον Γεώργιο Παπανδρέου ως πρωθυπουργό της νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας!

Όσον αφορά την εξέγερση στις Ένοπλες Δυνάμεις, όχι μόνο δεν υπήρξε απαίτηση να δοθεί αμνηστία σε όσους συμμετείχαν στην εξέγερση, αλλά «άδειασαν» τους εξεγερμένους στρατιώτες και ναύτες, αποκαλώντας την εξέγερση ως «έγκλημα». Πιο συγκεκριμένα, η κοινή δήλωση όλων των Συνέδρων (μαζί κι αυτών του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ), το αποκαλούμενο «Εθνικό Συμβόλαιο» ξεκαθάριζε από το 1ο κεφάλαιο ότι:

«Όλοι εμείναμε σύμφωνοι ότι η στάσις της Μέσης Ανατολής απετέλεσε έγκλημα εναντίον της Πατρίδος. Όλοι επίσης εμείναμε σύμφωνοι ότι η ανάκρισις πρέπει να συνεχισθή και ότι οι υποκινηταί της στάσεως πρέπει να τιμωρηθούν αναλόγως προς τα ευθύνας των. Το επιχείρημα ότι εκινήθησαν από το αίτημα της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος δεν είναι δυνατόν να τους απαλλάξη της ευθύνης διότι, εάν εις καιρόν πολέμου η διαφωνία περί την Κυβέρνησιν νομιμοποιή την στάσιν, τότε το Αλβανικό Έπος θα έπρεπε να μην είχε υπάρξει».

Παρακάτω συμφωνούσαν ότι:

«η στρατιωτική πειθαρχία θα είναι αμείλικτος και ότι πολιτικαί απόψεις δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν εις τον στρατόν, διοτί ο στρατός δεν βουλεύεται».

Ενώ στο 2ο κεφάλαιο καλούσαν για τη:

«δημιουργίαν του Εθνικού μας Στρατού, ο οποίος θα είναι απηλλαγμένος πάσης επιρροής κομμάτων και οργανώσεων, θα ανήκη μόνον εις την πατρίδα και θα υπακούη εις τάς διαταγάς της Κυβερνήσεως» [5].

Μ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, οι ηγεσίες του ΕΑΜ, του ΚΚΕ και της ΠΕΕΑ, έδειχναν ότι δεν είχαν σε τίποτα να διαλύσουν ακόμα και το «καμάρι» του αντάρτικου πολέμου, τον ίδιο τον ΕΛΑΣ! Το Συνέδριο του Λιβάνου δεν απογοήτευσε μόνο τους στρατιώτες και τους ναύτες των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά άνοιγε κι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, που ύστερα από διάφορα επεισόδια ολοκληρώθηκε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τον Φλεβάρη του ’45 και την ήττα των λαϊκών δυνάμεων για κοινωνική αλλαγή, από τις δυνάμεις του παλιού κατεστημένου και τους Άγγλους”.

Σημειώσεις

[1]: Παρατίθεται στο Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, τ. 3 Από τον Λίβανο στη Βάρκιζα, εκδόσεις Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 2011, σελ 53-54.
[2]: Παρατίθεται στο ίδιο, σελ 64-73.
[3]: Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο μεγάλος κερδισμένος ήταν οι ΗΠΑ. Έτσι, η Μεγάλη Βρετανία, που είχε την επιρροή στην Ελλάδα, όπως προέκυψε από τη Συμφωνία της Γιάλτας, το 1947 «παρέδωσε» αυτήν την επιρροή στις ΗΠΑ.
[4]: Παρατίθεται στο ίδιο, σελ. 79-80.
[5]: Παρατίθεται στο ίδιο, σελ. 106-107.