Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Από πέντε χρονών η Ναταλία Στυλιανού έκανε χορό, μεγάλωσε σχεδόν μέσα στη Λυρική, βλέποντας τη χορεύτρια μητέρα της να χορεύει και ζώντας σ’ εκείνον τον κόσμο των παρασκηνίων, των μουσικών, των χορευτών, των ηθοποιών.
Η νονά της (αδερφή του πατέρα της) ήτανε απόφοιτη της σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Η οικογένεια της μητέρας της είχε τις ρίζες της στην Αίγυπτο και ήρθε στην Ελλάδα κουβαλώντας μαζί της εκείνη την αίσθηση του Ελληνισμού της διασποράς — μια άλλη ματιά στον κόσμο, λίγο πιο ανοιχτή, λίγο πιο ποιητική ίσως.
«Το θέατρο δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου», λέει -και δικαίως- η Ναταλία Στυλιανού. «Είναι ομαδικό άθλημα».
Μια πεποίθηση που έχει διαμορφώσει ίσως γιατί από τα παιδικά της χρόνια η τέχνη ήταν πάντα εκεί, σαν φυσικό περιβάλλον. Αυτή απλώς διάλεξε το θέατρο, γιατί ήθελε να συνδυάσει το σώμα με τον λόγο∙ να εκφράζεται όχι μόνο με κίνηση, αλλά και με φωνή, με λέξεις, με σκέψη. Εκεί ένιωσε να ολοκληρώνεται.
Οι λέξεις που τη χαρακτηρίζουν περισσότερο -όπως η ίδια αποκαλύπτει στο catisart– είναι η επιμονή και η υπομονή. Είναι αποφασιστική και διεκδικεί όταν χρειάζεται πραγματικά να διεκδικήσει.
Στη συνέντευξη που μου δίνει, μιλάμε για τον αριστουργηματικό «Τελευταίο Γιάνκη» του Άρθουρ Μίλερ, το έργο στο οποίο σε σκηνοθεσία Αγγελικής Καρυστινού παίζει αυτή τη θεατρική περίοδο και παρουσιάζεται στο «Μικρό Γκλόρια». Ένα έργο που περιγράφεται ως μια κωμωδία για μία τραγωδία.
«Δεν μπορεί να υπάρξει δράμα χωρίς κωμικές στιγμές, ούτε κωμωδία χωρίς δραματικές», ξεκαθαρίζει. «Όλα εξαρτώνται από το πού εστιάζεις, από τη ματιά σου. Το ίδιο γεγονός μπορεί να ιδωθεί ως τραγικό ή ως κωμικό. Ο χρόνος, ίσως, μας βοηθά απλώς να αλλάξουμε οπτική, να απομακρυνθούμε λίγο και να δούμε τη ζωή με λιγότερη ένταση και περισσότερη τρυφερότητα — εκεί κάπου γεννιέται η κωμωδία» μου λέει και δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ στη ρομαντική και γοητευτική της καλλιέργεια.
Στον «Τελευταίο Γιάνκη» ο Άρθουρ Μίλερ μέσα από τις παράλληλες ιστορίες δύο ζευγαριών, ξετυλίγει την αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου —και μαζί του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής— σε ένα μεσοαστικό περιβάλλον, όπου η επιτυχία μετριέται με χρήμα, και κάθε ηθική ή πνευματική αξία υποτιμάται δραματικά.
Ο Λιρόι, ο «τελευταίος Γιάνκης», απόγονος του ιστορικού Χάμιλτον, εργάζεται ως ξυλουργός. Αρνείται να προδώσει τις ηθικές του αξίες και εκπροσωπεί με τη σιωπηλή του αξιοπρέπεια μια εποχή που χάνεται. Η σύζυγός του, Πατρίσια, που την υποδύεται η Ναταλία Στυλιανού, βυθίζεται στην κατάθλιψη, όχι μόνο λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, αλλά επειδή βλέπει τα όνειρά της να καταρρέουν. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, όπου γνωρίζει την Κάρεν —μια γυναίκα σαφώς πλουσιότερη, που παρ’ όλα αυτά νοσεί εξίσου βαθιά, βυθισμένη στα χάπια και την απόγνωση ενός κόσμου που ορίζει τα πάντα με γνώμονα το χρήμα.
Ένας ρόλος βαθιά ανθρώπινος, εύθραυστος και απαιτητικός, με αρκετές δόσεις χιούμορ — όπως συχνά συμβαίνει στις πιο δύσκολες και αντιφατικές ανθρώπινες ιστορίες. Ένας ρόλος που κουβαλά όλη την εσωτερική σύγκρουση, την ευθραυστότητα αλλά και την αλήθεια μιας σπάνιας ηρωίδας.

Nαταλία, πού γεννήθηκες και ποια είναι η καταγωγή σου;
∗ Γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου ήταν Αθηναίος, η μητέρα μου ήταν Ελληνίδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αίγυπτο· όλη της η οικογένεια είχε τις ρίζες της εκεί. Ήρθε στην Αθήνα στα δεκαπέντε της χρόνια, κουβαλώντας μαζί της εκείνη την αίσθηση του Ελληνισμού της διασποράς — μια άλλη ματιά στον κόσμο, λίγο πιο ανοιχτή, λίγο πιο ποιητική ίσως.
Τι δεν ξεχνάς από τα παιδικά σου χρόνια;
∗ Αυτό που δεν ξεχνώ από τα παιδικά μου χρόνια είναι η ελευθερία. Το ότι μπορούσαμε να βγούμε και να παίξουμε στις πλατείες, στους δρόμους, στα παρκάκια χωρίς φόβο. Να μαζευόμαστε παρέες, να γελάμε, να τρέχουμε, να ανακαλύπτουμε τον κόσμο έξω — όχι μέσα από οθόνες. Ήταν μια εποχή που το παιχνίδι είχε αλήθεια και ο αέρας μύριζε ανεμελιά.
Πώς και πότε μπήκε το θέατρο στη ζωή σου;
∗ Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου πολύ νωρίς. Προέρχομαι από καλλιτεχνική οικογένεια — η μητέρα μου ήταν χορεύτρια στη Λυρική Σκηνή, η νονά μου (αδερφή του πατέρα μου) ήτανε απόφοιτη της σχολής του Εθνικού Θεατρου. Έτσι και από τις δύο πλευρές υπήρχε πάντα μια σχέση με την τέχνη. Από πέντε χρονών έκανα χορό, μεγάλωσα σχεδόν μέσα στη Λυρική, βλέποντας τη μητέρα μου να χορεύει και ζώντας σ’ εκείνον τον κόσμο των παρασκηνίων, των μουσικών, των χορευτών, των ηθοποιών.
Στα δεκαεφτά, δεκαοχτώ μου, λίγο πριν δώσω εξετάσεις για την Κρατική Σχολή Χορού, τους «την έσκασα» και έδωσα για τη Δραματική Σχολή Βεάκη — και πέρασα. Η τέχνη ήταν πάντα εκεί, σαν φυσικό περιβάλλον. Εγώ απλώς διάλεξα το θέατρο, γιατί ήθελα να συνδυάσω το σώμα με τον λόγο∙ να εκφράζομαι όχι μόνο με κίνηση, αλλά και με φωνή, με λέξεις, με σκέψη. Εκεί ένιωσα ότι ολοκληρώνομαι.
Ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούσες για να περιγράψεις τον εαυτό σου;
∗ Είναι πάντα λίγο δύσκολο να απαντά κανείς σε τέτοιες ερωτήσεις, γιατί όλοι οι άνθρωποι, ανάλογα με τη συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε και ανάλογα με το πώς μας συμπεριφέρονται, εκδηλώνουμε και διαφορετικές πλευρές του εαυτού μας. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως οι λέξεις που με χαρακτηρίζουν περισσότερο είναι η επιμονή και η υπομονή. Είμαι αρκετά αποφασιστική και διεκδικώ όταν χρειάζεται πραγματικά να διεκδικήσω. Συχαίνομαι τις εντάσεις και τους καβγάδες.
Ταυτόχρονα είμαι ρομαντική και τρυφερή, αλλά μπορώ να γίνω και πολύ σκληρή — κυρίως με τον εαυτό μου. Είμαι απαιτητική, και η απαιτητικότητά μου ξεκινά πάντα από τον εαυτό μου∙ πρώτα ζητώ από μένα αυτά που περιμένω και από τους άλλους. Είμαι επίσης πολύ οργανωτική, και αγαπώ να φαντάζομαι πράγματα, να ανοίγω χώρο για κάτι καινούργιο.

Φέτος παίζεις στο έργο «Τελευταίος Γιάνκης» του Άρθουρ Μίλερ. Το έργο περιγράφεται ως μια κωμωδία για μία τραγωδία. Πιστεύεις πως το δράμα, με την απόσταση του χρόνου, γίνεται κωμωδία;
∗Πιστεύω πως, όπως και στη ζωή, μέσα στο δράμα υπάρχει πάντα η κωμωδία — και το αντίστροφο. Το ένα εμπεριέχει το άλλο. Δεν μπορεί να υπάρξει δράμα χωρίς κωμικές στιγμές, ούτε κωμωδία χωρίς δραματικές. Όλα εξαρτώνται από το πού εστιάζεις, από τη ματιά σου. Το ίδιο γεγονός μπορεί να ιδωθεί ως τραγικό ή ως κωμικό. Ο χρόνος, ίσως, μας βοηθά απλώς να αλλάξουμε οπτική, να απομακρυνθούμε λίγο και να δούμε τη ζωή με λιγότερη ένταση και περισσότερη τρυφερότητα — εκεί κάπου γεννιέται η κωμωδία.
Πώς θα περιέγραφες τη συνεργασία σας με τη σκηνοθέτιδά σας στην παράσταση, Αγγελική Καρυστινού;
∗ Με την Αγγελική Καρυστινού μας συνδέει μια σχέση φιλίας και αγάπης που έχει χτιστεί μέσα στα χρόνια. Είμαστε και οι δύο καθηγήτριες στη δραματική σχολή «Πράξη 7» και την περσινή σεζόν βρεθήκαμε και επί σκηνής, στο νέο ελληνικό έργο του Δημήτρη Τσεκούρα, το «Εννιά». Μέσα από αυτή τη συνεργασία γεννήθηκε η κοινή μας απόφαση να καταθέσουμε πρόταση για επιχορήγηση και να δουλέψουμε πάνω στον «Τελευταίο Γιάνκη», με την Αγγελική στη σκηνοθεσία — κάτι που με κάνει ιδιαίτερα χαρούμενη.
Ποιος είναι ο ρόλος που υποδύεσαι στην παράσταση;
∗ Υποδύομαι την Πατρίσια, τη σύζυγο του Λιρόϋ, του «Τελευταίου Γιάνκη». Είναι μια γυναίκα που πάσχει από κατάθλιψη και νοσηλεύεται για τρίτη φορά μέσα σε δύο χρόνια σε ψυχιατρική κλινική. Είναι ένας ρόλος βαθιά ανθρώπινος, εύθραυστος και απαιτητικός, με αρκετές δόσεις χιούμορ — όπως συχνά συμβαίνει στις πιο δύσκολες και αντιφατικές ανθρώπινες ιστορίες.
Η Πατρίσια είναι μια γυναίκα που παλεύει με την κατάθλιψη. Έχει επτά παιδιά και έναν σύζυγο που, από τη δική της οπτική, δεν μπορεί να της προσφέρει σταθερότητα—ιδίως στα οικονομικά. Εκείνη είναι βαθιά πραγματίστρια, κουρασμένη από τις συνεχόμενες δυσκολίες της ζωής, ενώ ο άντρας της είναι ένας ρομαντικός άνθρωπος, μια ψυχή που βλέπει τον κόσμο αλλιώς. Κι αυτή η διαφορά τους, σε συνδυασμό με τη μόνιμη έλλειψη χρημάτων, την έχει εξαντλήσει. Πιστεύω πως αν το ζευγάρι αυτό ζούσε σε πιο ασφαλείς συνθήκες, πιθανότατα δεν θα έφταναν σε αυτό το σημείο. Όμως η πίεση της καθημερινότητας και η αίσθηση ότι δεν μπορεί να στηριχτεί πουθενά την οδηγούν ξανά στη νοσηλεία—είναι η τρίτη φορά μέσα σε δύο χρόνια. Είναι ένας ρόλος που κουβαλά όλη αυτή τη σύγκρουση, την ευθραυστότητα αλλά και την αλήθεια της.
Η γυναίκα αυτή πάσχει από κατάθλιψη. Με την κατάθλιψη έχουμε ζήσει όλοι, χωρίς να το ξέρουμε;
∗ Η κατάθλιψη είναι μια λέξη που χρησιμοποιούμε πια όλοι στην καθημερινότητά μας. Κάποτε ήταν ταμπού να μιλά κανείς ανοιχτά γι’ αυτό· τώρα έχει γίνει σχεδόν αναμενόμενο. Κι όπως λέει και η ίδια η Πατρίσια μέσα στο έργο, «όλοι οι άνθρωποι με κοινή λογική σε αυτή τη χώρα έχουν κατάθλιψη». Είναι μια φράση που, όσο και να ακούγεται υπερβολική, κρύβει μέσα της πολλή αλήθεια για την εποχή μας.

Ο «Tελευταίος Γιάνκης» είναι ένα έργο επίκαιρο και σήμερα;
∗ Ο Άρθουρ Μίλλερ έχει γράψει τον «Τελευταίο Γιάνκη» το 1993. Ο ίδιος, σε συνέντευξή του, έχει πει: «Στις μέρες μας κυριαρχεί μια άκρως υλιστική τάση. Η κατάθλιψη έχει γίνει η κυριότερη ασθένεια της τεχνολογικής κοινωνίας. Νομίζω πως η κύρια αιτία είναι ότι καλλιεργούνται στον κόσμο προσδοκίες που με κανέναν τρόπο δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθούν».
Πιστεύω πως αυτό, από το 1993 μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν έχει αλλάξει, αλλά έχει γίνει ακόμη πιο έντονο. Ζούμε σε μια κοινωνία βαθιά υλιστική και εξαντλητική. Και μέσα σε αυτή υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Λιρόϋ – ο «τελευταίος Γιάνκης» – που δημιουργούν τη δική τους μικρή ουτοπία για να επιβιώσουν από αυτό που τους περιβάλλει, αλλά και άνθρωποι όπως η Πατρίσια, που δεν μπορούν να επιβιώσουν μέσα σε μια πραγματικότητα που τους εξαντλεί και τους καθιστά ανήμπορους. Άνθρωποι που νιώθουν πως δεν έχουν κάπου να κρατηθούν, κάπου να πιστέψουν, γιατί μεγάλωσαν με την ιδέα ότι “μπορούν να κάνουν τα πάντα” και κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι δεν γίνεται — και αυτό το χάσμα ανάμεσα στην υπόσχεση και στην πραγματικότητα τους γονατίζει.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το έργο είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.
Τι σημαίνει για σένα θεατρική αποτυχία;
∗ Για μένα, θεατρική αποτυχία σημαίνει να βρίσκομαι σε μια παράσταση ή σε ένα περιβάλλον που δεν με εκφράζει. Να πηγαίνω κάθε μέρα στο θέατρο και να αντικρίζω ανθρώπους με τους οποίους δεν μπορώ να συνεννοηθώ, που δεν εκτιμώ, ή να δουλεύω με έναν σκηνοθέτη που έχει όλα τα αρνητικά στοιχεία που μπορεί να φανταστεί κανείς.
Ευτυχώς, στα τριάντα χρόνια που μετρά η θεατρική μου διαδρομή, δεν μου έχει συμβεί αυτό. Νιώθω πολύ τυχερή, γιατί σε όποιες παραστάσεις, θέατρα ή ομάδες κι αν έχω υπάρξει, η βασική προϋπόθεση ήταν πάντα η αγάπη, ο σεβασμός, η στήριξη και η κατανόηση ότι το θέατρο δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου. Είναι ομαδικό άθλημα — και για μένα αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.
Σε ποιον τόπο θα επιθυμούσες να ζεις;
∗ Είμαι παιδί της πόλης και πάντα μου άρεσε να ζω μέσα σε αυτήν. Αγαπώ την Αθήνα, ακόμα κι αν κάποιες φορές η ζωή εδώ έχει γίνει πολύ δύσκολη. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια νιώθω όλο και πιο έντονα την ανάγκη να ζήσω κάπου έξω από την πόλη, σε ένα μέρος που να έχει θάλασσα. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω ποτέ, λόγω της απόστασης και των απαιτήσεων της δουλειάς, που σε κρατάει αναγκαστικά στο κέντρο. Όμως όσο περνάνε τα χρόνια, αυτή η ανάγκη γίνεται όλο και πιο έντονη.

Ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Υπάρχει κάποιο κατοικίδιο με το οποίο μοιράζεσαι τη ζωή σου;
∗ Η σχέση μου με τα ζώα ήταν, νομίζω, και πάντα θα είναι μια βαθιά σχέση που καθορίζει τη ζωή μου. Δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου χωρίς ένα γατί, ούτε στο πατρικό μου σπίτι ούτε αργότερα στο δικό μου σπίτι, όταν πήγα ως ενήλικη. Η πρώτη γάτα που γνώρισα η Σπότη, όταν γεννήθηκα ήταν ήδη 4 χρονών και έζησε μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Η δεύτερή μου γάτα, η Ντάμπη, το ίδιο. Η τρίτη μου γάτα, η Καλυψώ, η οποία ήταν ουσιαστικά το δικό μου ζωάκι, έζησε 17 χρόνια και πέθανε πριν από δύο μήνες. Θα μπορούσα να μιλάω για ώρες… όποιος έχει ζωάκια καταλαβαίνει…
Νιώθω μεγάλη ευγνωμοσύνη για όλα μου τα γατιά, γιατί μου μάθανε πολλά για την τρυφερότητα, τη φροντίδα και την αφοσίωση. Πιστεύω ότι η σχέση με τα ζώα μάς κάνει καλύτερους ανθρώπους. Και για μένα, όποιος δεν αγαπά τα ζώα είναι μια κατηγορία ανθρώπων που δεν με αφορά.
Μια ευχή για το μέλλον…
∗ Always look at the bright side of life…. Παμ παμ, Παμ παμ παμ παμ παμ παμ…
Ναταλία, σε ευχαριστώ πολύ για τη συνομιλία.
*Κι εγώ, για τη φιλοξενία.
***
«Τελευταίος Γιάνκης». Πρεμιέρα την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025.
Ο «Τελευταίος Γιάνκης» του Άρθουρ Μίλερ. Μια κωμωδία για μία τραγωδία στο Μικρό Γκλόρια



