35.5 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μορίς Ραβέλ. Έγινε διάσημος από μια σύνθεση που τη θεωρούσε ασήμαντη

Ο Μορίς Ραβέλ [Joseph Maurice Ravel] γεννήθηκε στις 7 Μαρτίου του 1875 και έφυγε από τη ζωή στις 28 Δεκεμβρίου του 1937, σε ηλικία 62 ετών.

Μαζί με τον Κλοντ Ντεμπισί θεωρούνται οι κύριοι εκπρόσωποι του μουσικού ιμπρεσιονισμού.

Τα έργα του για πιάνο αποτελούν ιδιαίτερα δημοφιλή κομμάτια του κλασικού ρεπερτορίου.

Πολλά από αυτά όπως τα Jeux d’eau, Miroirs, Le tombeau de Couperin και το Gaspard de la nuit απαιτούν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία από τους εκτελεστές τους. Έχει γράψει επίσης σημαντικά έργα για ορχήστρα όπως το Δάφνις και Χλόη.

Το πιο γνωστό του έργο είναι το «Μπολερό» (1928), το οποίο ο ίδιος θεωρούσε ασήμαντο και κάποτε το είχε περιγράψει ως «ένα κομμάτι για ορχήστρα χωρίς μουσική».

Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, τα έργα του Ραβέλ είναι κοινό κτήμα από την 1η Ιανουαρίου του 2008 στις περισσότερες χώρες. Στη Γαλλία, λόγω των ανώμαλων επεκτάσεων του νόμου περί πνευματικών δικαιωμάτων σχετικά με τους δύο παγκοσμίους πολέμους, δεν εισήχθησαν στο ίδιο καθεστώς έως το 2015.

Ο Ραβέλ, αν και ήταν ένας κακός μαθητής, που απέτυχε πολλές φορές στο κονσερβατόριο, όπου φοιτούσε, οι σπουδές του εκεί ήταν γραφτό να οδηγήσουν τη μουσική του σε μορφολογική τελειότητα και να διαμορφώσει ένα πολύ προσωπικό στυλ που, προσπαθώντας να κρατηθεί όσο πιο πολύ μπορούσε μακριά από ξένες επιδράσεις, ανέβλυζε ελευθερία και πρωτοβουλία και αντανακλούσε την ίδια την προσωπικότητα του συνθέτη.

Γεννημένος στο Σιμπούρ, κοντά στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, από Ελβετό πατέρα και μητέρα βασκικής καταγωγής, έρχεται από παιδί στο Παρίσι, όπου σε ηλικία 7 ετών, αρχίζει μαθήματα πιάνου φανερώνοντας εξαιρετική κλίση στη μουσική.

Από την ηλικία των είκοσι χρονών παρουσιάζει τις πρώτες συνθέσεις του «Παβάνα για μια νεκρή Ινφάντη», «Σιντριβάνια», κουαρτέτο «Αντανακλάσεις», σονατίνα «Εισαγωγή και αλέγκρο», έργα που συναντούν ψυχρή υποδοχή.

Στα 1907, με την πρώτη ακρόαση των «Φυσικών ιστοριών», ο Ραβέλ γίνεται επίκεντρο δριμύτατων σχολίων, αλλά έχει ήδη γίνει διάσημος.

Εν τω μεταξύ, αρχίζει να χρησιμοποιεί ισπανικά μουσικά στοιχεία, επηρεασμένος από την ισπανική καταγωγή της μητέρας του, συνθέτοντας αριστουργήματα, όπως η «Ισπανική Ραψωδία», τα «Βαλς Ευγενικά και Αισθηματικά» και την όπερα «Ισπανική ώρα».

Λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1912) ανεβαίνει η εξαίσια χορογραφική του σουίτα «Δάφνις και Χλόη», με πρωταγωνιστές τους Νιζίνσκι και Καρσάβινα. Την ίδια χρονιά ενορχηστρώνεται και το αριστούργημά του «Η μάνα μου η χήνα», που έχει πρωτογραφτεί το 1908, για πιάνο σε 4 χέρια.

Μετά τον πόλεμο ανοίγεται για αυτόν μια νέα εποχή που τη σημαδεύουν τα καινούργια του έργα «Βαλς», σονατίνα για βιολί, «Τσιγγάνα», δυο κοντσέρτα για πιάνο, «Το Παιδί και τα Μάγια», «Μπολερό».
Πυροδοτεί πάλι την κοινή γνώμη με το να αρνηθεί τον τίτλο της Λεγεώνας της Τιμής (1920). Ταξιδεύει στις ΗΠΑ και τον Καναδά (1928), έπειτα στην Αγγλία και κατόπιν από το 1932 γυρίζει σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για να παρουσιάσει το δημοφιλές κοντσέρτο του σε σολ.

Από το 1933 αρχίζει να έχει προβλήματα με την υγεία του, η οποία συνεχώς επιδεινώνεται, ύστερα από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε το προηγούμενο έτος.

Πεθαίνοντας, τέσσερα χρόνια αργότερα, αφήνει ένα θησαυρό από έργα γραμμένα σε ξεχωριστά καλοδουλεμένη αρμονική και μελωδική γλώσσα, με θαυμάσια ενορχήστρωση, μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, που φέρνει τη γνήσια σφραγίδα της εξαιρετικά γόνιμης και ευαίσθητης ιδιοφυίας του.

Πηγή: Wikipedia

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -