12.9 C
Athens
Σάββατο 17 Απρίλιος 2021
spot_img

Μήτσος Παπανικολάου, Χειμώνας

Μη με προσμένει πια να ‘ρθω στο βουερό ακρογιάλι.
Την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε ως το μώλο.
Στην καταχνιά της θάλασσας και στην ανεμοζάλη
Σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.

Κάποια φωτιά ονειρεύομαι για το σβηστό μας τζάκι
Ν’ αστράφτει μες στη σκοτεινιά της σάλας της κλεισμένης.
Να κρούει το παραθύρι μας ο αέρας, το νεράκι
Και εσύ δειλή κι αμίλητη στο πλάι μου να μένεις.

Να λες σ’ αυτή σου τη σιωπή όσα ποτέ δεν είπες
Στις ανοιξιάτικες αυγές, στα θερινά τα βράδια,
Ν’ αντιστοράς στο βλέμμα σου χαρές μαζί και λύπες
Πόθους, παλμούς, ονείρατα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια.

Κι έτσι στην κρύα τη σκοτεινιά της νύχτας του Γενάρη
Μες στ’ όνειρο θ’ αγγίξουμε μια άνοιξη περασμένη,
Τα ΄ρόδα τα’ απριλιάτικα που πια μας τα’ χουν πάρει
Ή Μοίρα μας κι οι ξένοι.

***

 

 

Ο Μήτσος Παπανικολάου (1900 – 1943) ήταν Έλληνας ποιητής του μεσοπολέμου.

Γεννήθηκε στην Ύδρα από μικρός όμως εγκαταστάθηκε στον Πειραιά μαζί με την οικογένειά του. Τελειώνοντας το γυμνάσιο άρχισε να γράφει ποιήματα που δημοσίευε στο περιοδικό του Γρηγόριου Ξενόπουλου Η διάπλασις των Παίδων. Έγινε δημοσιογράφος και σύντομα αρχισυντάκτης και διευθυντής στο περιοδικό Μπουκέτο.

Το μεγάλο του πάθος ήταν οι μεταφράσεις. Διαβάζοντας ώρες ολόκληρες ξένη λογοτεχνία, μετέφρασε και κυριολεκτικά ζωντάνεψε στην ελληνική γλώσσα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ, του Μπωντλαίρ, του Μιλόζ, του Βερλαίν και Απολλιναίρ και άλλων. Ασχολήθηκε επίσης με την κριτική και το δοκίμιο.

Το ποιητικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα αλλά εξαιρετικό σε ποιότητα. Πρόκειται για περίπου 50 ποιήματα γεμάτα νοσταλγία για τη χαμένη πρώτη νιότη και γραμμένα με τη τεχνοτροπία του συμβολισμού. Τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τόμο το 1966 (με πιο πρόσφατη την έκδοση του 1979 από τις εκδόσεις Πρόσπερος – 3η ανατύπωση τον Σεπτέμβριο του 1999). Η εισαγωγή και η επιμέλεια του τόμου αυτού που έχει τον τίτλο Ποιήματα είναι του ποιητή Τάσου Κόρφη.

Ο Μ. Παπανικολάου είχε, όπως ο φίλος του Ναπολέων Λαπαθιώτης, το πάθος των ναρκωτικών. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος και η Κατοχή και η φτώχεια, δε μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος του αυτό. Έτσι ξεπούλησε σιγά σιγά όλα τα πολύτιμα βιβλία του και άλλα πράγματα, που τα φύλαγε για χρόνια και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχικό δωμάτιο στην Κοκκινιά. Στο δωμάτιο αυτό ζούσε πολύ άθλια γι’ αυτό οι φίλοι του φρόντισαν να τον βάλουν στο δημόσιο Ψυχιατρείο. Εκεί πέθανε έπειτα από μια δυνατή δόση ναρκωτικών.

Δημοσιευμένα ποιήματά του υπάρχουν στα περιοδικά “Διάπλαση των παίδων”, “Βωμός”, “Νεοελληνική Λογοτεχνία”, “Νέα Εστία”, “Μπουκέτο” κ.ά.

Μάλιστα τα ποιήματά του “Μέσα στη βουή του δρόμου”, “Καραβάκι” (Βραδινοί Θάνατοι) [2002] , “Χειμώνας” [2004] και “Ώρες” [2007] έχουν μελοποιηθεί με ιδιαίτερη επιτυχία από το συγκρότημα Ντομένικα (Domenica).

  • Έργο τέχνης: January, 1940–41, Cleveland Museum of Art – Grant Wood

Σχετικά άρθρα

Stay Connected

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
691ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -spot_img

Τελευταία άρθρα