Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
«Κάπου περνούσε μια φωνή», μια μουσική παράσταση της Bijoux de kant για την αισθητική της ερωτικής επιθυμίας.
Η Θεατρική Ομάδα Bijoux de kant συναντά ξανά την ποίηση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ογδόντα χρόνια μετά την αυτοχειρία του, σε μια παράσταση ωδή στη νοσταλγική αναπόληση και την έκσταση που οδηγεί ο ακραίος ερωτισμός.
Ο κύκλος τραγουδιών για φωνή και πιάνο του συνθέτη Χρήστου Θεοδώρου παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο της Bjoux de kant στο Μοναστηράκι.
Τα μελοποιημένα ποιήματα του «καταραμένου», φλανέρ ποιητή ερμηνεύει ο Ody Icons με τη μαγευτική συνοδεία του Αλέξανδρου Αβδελιώδη στο πιάνο.
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης αριστοκρατικά μεγαλωμένος, άριστα μορφωμένος, μοναχοπαίδι υπουργού, ανανεωτής της παράδοσης, ανοιχτά ομοφυλόφιλος, γνωστός δανδής της αθηναϊκής κοινωνίας στα νιάτα του, με εκκεντρικές εμφανίσεις, συνοδοιπόρος των κομμουνιστών, τοξικομανής, αυτόχειρας, ξετυλίγει στη νουβέλα του «Κάπου περνούσε μια φωνή».
Σελίδες μιας Αθήνας περασμένης, όπου πρωταγωνιστούν τα εργατόπαιδα των συνοικιών του 1915. Ένας αδικαίωτος έρωτας και μια υποδόρια ομοφυλοφιλική έλξη.
«Καταραμένος» ποιητής, αντισυμβατικός για τα ήθη της εποχής του έγραψε με τόλμη και μελαγχολία για τα χαμένα ιδανικά και τις ματαιώσεις της ζωής.
Θεωρείται από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Στα πρώτα του ποιήματα είναι επηρεασμένος από τον αισθητισμό και τον αισθησιασμό που κυριαρχεί στις αρχές του 20ού αιώνα, και τον Όσκαρ Ουάιλντ, ενώ στα τελευταία του κυριαρχεί το αίσθημα απελπισίας και η βαθιά μελαγχολία.
Ο ομοφυλόφιλος Λαπαθιώτης αποτελεί μια πρόκληση, μια ανήθικη επιλογή ζωής για τη συντηρητική κοινωνία της εποχής του. Ορμώμενος ίσως από αυτή την πλευρά του Λαπαθιώτη ο Γιάννης Σκουρλέτης επιχειρεί στο χώρο του, στο «Bijoux de kant Hood art space», να προσεγγίσει τον ποιητή και τη σκέψη του ενάντια στο καθεστώς φτώχειας, καταπίεσης και βίας, που επικρατεί ακόμα και στις μέρες μας, στο περιβάλλον μας ενάντια σε άτομα όπως ο Ζακ Κωστόπουλος [Zackie] για παράδειγμα.
Το σύστημα που μας ελέγχει, ταπεινώνει τη γυναίκα, τα κουήρ άτομα, τους τρανς ανθρώπους, ό,τι διαφέρει, όποιο σώμα και όποια ψυχή αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις παράλογες απαιτήσεις του.
Το ίδιο πιστεύει και ο ανυπέρβλητος κουήρ περφόρμερ και τραγουδιστής της παράστασης, ο συγκλονιστικός ερμηνευτής Ody Icons, ο οποίος μπαίνει στη σκηνή με ενεργητική, συνετά διαδραστική ματιά, αργή κίνηση, πολύ συνειδητοποιημένη.
Η στάση του σώματός του είναι παρόμοια με τη στάση των αγοριών στους πίνακες του Τσαρούχη. Το βλέμμα του είναι διστακτικό, τα μάτια κοιτούν δειλά, είναι ρομαντικός και ευάλωτος.
Το πιάνο με τις δακτυλικές προσταγές του Αλέξανδρου Αβδελιώδη ακολουθεί ακριβώς την κίνησή του και τη φωνή του Ody Icons. Είναι η απόλυτη ένωση, γίνονται το απόλυτο ένα.
Κάθε που βραδιάζει μέσα στον ποιητή και ερμηνευτή κυριαρχεί ο έρωτας και εκείνος κατακυριεύεται από αυτόν. Πίσω από το παράθυρο, περιδιαβαίνοντας στον δρόμο, αναζητά την ανάμνησή του έρωτα.
«Το παλιό μας το τραγούδι, που τ’ ακούγαμε μαζί, τώρα που χαθήκαν όλα, ποιος θα το ‘λεγε να ζει!».
Η εσωτερικότητα της ερμηνείας είναι ανατριχιαστική. Ο Λαπαθιώτης σαν νεότερος Αλκιβιάδης ξυπνά και αφήνει να αναβιώσουν οι αναμνήσεις του.
«Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα… Ξυπνούν αργά, σαν μουσικές νεκρές από καιρό – σαν μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ…».
Βήμα, βήμα κεντά τον δρόμο, τον ανιχνεύει με συστολή.
«Το βράδυ που σ’ αγάπησα δεν ήταν καλοκαίρι· […] Τον όρκο σου τον πάτησες, μα εγώ δεν έχω αλλάξει, κι ακόμα σ’ αγαπώ».
Για τους λάτρεις του ποιητή η συγκίνηση είναι μεγάλη. Η κίνηση του Ody Icons είναι δωρική όσο πρέπει, με κίνηση στις λεπτομέρειες.
Αναζητά στους τοίχους, στην ατμόσφαιρα, στη νύχτα, τον έρωτα που έχει στοιχειώσει το κορμί του.
«Κλείσε τα παράθυρα μη βλέπουν οι γειτόνοι, και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί. Η αγκαλιά μου επύρωσε σαν το κερί και λιώνει, για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί. Κλείσε μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου, δώσ’ μου το χειλάκι σου, πού ‘ναι απαλό, νωπό. Έχω κάτι ολόγλυκο για σένα απόψε, φως μου, έχω κάτι ολόγλυκο σαν μέλι να σου πω».
Ο έρωτας στο σκηνικό, ένα φτερωτό παιδί, που κάθεται φανερά προβληματισμένο. Το βέλος του, μάλλον σπασμένο στο πόδι επάνω. Αρκετός ο πόνος, ατελείωτος και όμως τόσο επιθυμητός. Η λαχτάρα της ζωής είναι αυτός ακριβώς ο πόνος και η ηδονή του.
Πώς μπορεί κάποιος να αρνηθεί τη ζωή και ό,τι αυτή συνεπάγεται;
Ο Λαπαθιώτης με απλό και συγκινητικό τρόπο εκφράζει τον έρωτα, τη χαρά, τη λύπη, τον πόνο, την ανάμνηση, την απογοήτευση, τον θάνατο και όλα αυτά αποδίδονται στην σκηνή του «Hood».
Όποιος αγαπά τη ζωή και ό,τι αυτή συνεπάγεται λατρεύει τον Λαπαθιώτη. Ο ηθοποιός ξαπλώνει, γέρνει ηδονικά το κεφάλι του, η αναπνοή του είναι βαθιά.

«Αχ να φιλούσα τα δυο χείλη σου, τα πορφυρά σου χείλη, τόσο, τόσο τρελά και τόσο αχόρταγα, που απ’ τα φιλιά να τα ματώσω… Να τα ματώσω τα δυο χείλη σου. Τα χέρια να σου πλέξω γύρω και μες στα βάθη τα ολοσκότεινα των μαύρων ίσκιων να σε σύρω… Και να μου λες μη τα χειλάκια μου μη τα ματώνεις, τι σου φταίνε, αχ, μου πονέσαν τα χειλάκια μου. Σώνει, γλυκέ μου αγαπημένε. Και να περνάνε τα μεσάνυχτα, οι αυγούλες, οι βραδιές, οι χρόνοι και να σου λέω “Ακόμα, αγάπη μου, ακόμα, αγάπη μου… σε σώνε”»
Μια πραγματική ερωτική σκηνή, λαπαθιωτική, οργασμική.
«Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι, κι ήταν άσπρο το κρεβάτι, κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε το γλυκό σου μάτι, και τα χέρια σου πλεκόντουσαν στο κορμί μου γύρω γύρω, κι έπινα μέσα απ’ τα χείλια σου, γλυκιάν άχνα σαν το μύρο…».
Όπως είναι ανεστραμμένο το πρόσωπο του ηθοποιού γίνεται μέρος του σώματος, που λαχταρά τη συνεύρεση. Μπορεί να δαμάσει κάποιος το ορμέμφυτο; Αναρωτιέμαι.
Για ποιον λόγο; Αυτό θα ήταν βίαιο και ενάντια στον φυσικό νόμο.
«Έχω εν’ αηδόνι στο κλουβί κι απ’ το καημό του λιώνει. ᾿Έχω εν’ αηδόνι στο κλουβί και μύρεται, τ’ αηδόνι. Μου λέει για τις αμυγδαλιές π’ ανθίζουν ἀσπρο χιόνι, μου λέει για τριανταφυλλιές και μύρεται, τ’ αηδόνι… Και παραδέρνει ανώφελα και τα φτερά τ’ απλώνει, κάθε που φεύγουν τα πουλιά κι αναριγούν οι κλώνοι…».
Πρόκειται για μια ευαίσθητη, ποιητική παράσταση με σπάνια ερμηνεία του Ody Icons, με ενδιαφέρουσα σκηνοθετική μελέτη και διδασκαλία του Γιάννη Σκουρλέτη, που σεβάστηκε τον χρόνο και την ιδιαιτερότητα, την εύθραυστη φύση του ποιητή, που απογειώθηκε με τη δεξιοτεχνία στο πιάνο του Αλέξανδρου Αβδελιώδη.
Μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσει όποιος διαπνέεται από ποιητική ευαισθησία, αισθητική αναζήτηση και καλλιτεχνικό οραματισμό.
***



