27.5 C
Athens
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

“Η Μαζώχτρα”, θέατρο με ειλικρίνεια και υπόγειο σαρκασμό από τους πρώην “Χαλασοχώρηδες”

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Λίγες είναι εκείνες οι ανθρώπινες συμπεριφορές που διαχρονικά έχουν προκαλέσει τόσο μεγάλη δυστυχία και τόσο τεράστιες καταστροφές στην ανθρωπότητα όσο αυτή της εκδικητικότητας ή της αντεκδίκησης. Η διαχρονικότητα, η ένταση και η συχνότητα της εκδικητικής συμπεριφοράς δείχνουν με ανάγλυφο τρόπο πως αποτελεί ένα βαθιά ριζωμένο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου ψυχισμού που σπάνια τιθασεύεται ή μετουσιώνεται ουσιαστικά και οριστικά σε κάτι ηπιότερο και δημιουργικότερο.

Η μεγαλύτερη πάντως επιθυμία όλων των προδομένων, ειδικά στον έρωτα, είναι ο άνθρωπος που δεν σεβάστηκε τα αισθήματά τους να πληρωθεί με το ίδιο νόμισμα. Να καταλάβει τι έχασε, να μετανιώσει και να καεί από την ίδια φωτιά που καίει τους ίδιους.
Ένας προδομένος έρωτας αφήνει μέσα στην ψυχή μια βαθιά πληγή, που αιμορραγεί εκεί που δεν το περιμένουμε. Όταν ένας έρωτας που τον θέλουμε, που περιμένουμε πολλά από αυτόν, μας προδώσει, ο κόσμος μας σκοτεινιάζει. Τα ηνία της καρδιάς και του μυαλού τα παίρνει η σκοτεινή κυρία, η εκδίκηση.
Ο ερωτικός πόνος ξυπνάει άγρια ένστικτα. Άνθρωποι καθ’ όλα λογικοί, έχουν φτάσει, μυστικά έστω, να ονειρευτούν τον χαμό του συντρόφου που τους πλήγωσε, τον αφανισμό του.
Στη «Μαζώχτρα» ο Αργύρης Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση και πραγματεύεται τις συνέπειες μιας υπόσχεσης που δεν τηρήθηκε και την αμφισημία ενός τόπου. Αφορμάται από την κρητική βεντέτα και με μειλίχια σύνεση περιγράφει συμβάντα και καταστάσεις σε μια μικρή αλλά σκληρή κοινωνία. Βρισκόμαστε σε ένα ειδυλλιακό χωριό της Κρήτης, με τα βασικά στοιχεία κοινά, λίγο έως πολύ, της ελληνικής υπαίθρου, όπου οι ντόπιοι ζουν ήσυχα κι αγαπημένα για να ανατραπεί άρδην αυτή η εικόνα όμως, δίνοντας τη θέση της σε έναν κόσμο κυριαρχούμενο από μικρότητες κι εγκληματικά πάθη. Ακόμα και οι καθαρές αρετές της τιμής και της περηφάνιας μετατρέπονται, εντός ολίγων λεπτών, σε απάνθρωπες δυνάμεις που καταδυναστεύουν τα άτομα.

Ο Εφταλιώτης εργάσθηκε με αφοσίωση και συνέπεια για τη γλωσσική ενοποίηση του έθνους και προσέφερε με τα αναμφισβήτητα λογοτεχνικά του προσόντα. Η ποίηση, η πεζογραφία του και η δημιουργική μεταφραστική του εργασία χάραξαν μία βαθύτατη τομή στη λογοτεχνία μας και βοήθησαν τους νεότερους να δουν καλύτερα τις επιτακτικές της ανάγκες. Στα ελληνικά γράμματα η θέση του είναι εξασφαλισμένη: Μία θέση κορυφαίου και καινοτόμου δημιουργού.

Τα προσόντα του είναι η ειλικρίνεια των προθέσεων, τα πλούσια και ποικίλα στοιχεία από μια ανεκμετάλλευτη ως τότε από τη νεοελληνική πεζογραφία θεματική.
Στις ιστορίες του με το άφθονο ηθογραφικό υλικό ενυπάρχει η πνοή μιας γνήσιας ελληνικότητας, που δεν ξεπέφτει ποτέ στην κοινοτοπία και δεν καταφεύγει σε εύκολες λύσεις για να τραβήξει την προσοχή.
Η «Μαζώχτρα» γράφτηκε την εποχή του φθίνοντος ρομαντισμού και των νέων λογοτεχνικών οριζόντων, εν μέσω ενός άλλου διαφωτισμού. Η θεατρική αναπαράστασή της στο θέατρο “Μικρό Γκλόρια”, έχει πολλές αρετές ή, θα έλεγα, μόνον αρετές. Είναι αστόλιστη, γλαφυρή και λυρική όπως η ίδια η νουβέλα, που ο ο Ψυχάρης -αναγνωρίζοντας την αξία της- μετέφρασε στα γαλλικά. Η θεατρική αυτή δουλειά στέκεται με ομαλότητα και ευλάβεια στην ηθογραφική της αξία αλλά καθρεφτίζει και το πνεύμα της εποχής του Εφταλιώτη. Μέσα από τα ιστορικά του κρητικού χωριού συλλαμβάνει όλες τις βαθύτατες πτυχές της ελληνικής νοοτροπίας. Στο χώρο κινούνται ένα πλήθος χαρακτήρες, διαφορετικοί μεταξύ τους, που ακριβώς με τις αντιθέσεις τους συνθέτουν το δράμα. Πέρα από την ψυχολογία των ηρώων υπάρχει και η αναγκαιότητα στην οποία είναι υποταγμένοι.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Λέσβιος συγγραφέας δεν πήγε ποτέ στην Κρήτη, κατορθώνει όμως να τυλίξει τη μεγάλη του αυτή ηθογραφία μέσα σε ατμόσφαιρα πολύ χαρακτηριστικά κρητική.
Σ’ ένα χωριό της Κρήτης, λοιπόν, την «Παραμυθιά», ζούσε μια πολύ όμορφη κοπέλα που ήταν φτωχή και μάζευε ελιές στα χτήματα των άλλων, η Ασήμω. Στην «Παραμυθιά» ζούσε κι ένα όμορφο παλικάρι που ήταν αρχοντόπουλο, ο Πανάγος. Οι δύο νέοι ερωτεύονται και ανταλλάσσουν όρκους αγάπης. Μα ένα αρχοντόπουλο δεν μπορεί να παντρευτεί μια μαζώχτρα. Έτσι, ο Πανάγος -ύστερα από ωριμότερη σκέψη- παίρνει τον λόγο του πίσω και η προδομένη Ασήμω αντιμετωπίζει τον χλευασμό του χωριού. Σκέφτεται να πέσει στον γκρεμό… Αλλά όχι, δεν συμβιβάζεται με την αδικία κι αποφασίζει να εκδικηθεί. Η αδικία φέρνει αδικία και η βία φέρνει βία. «Μην παίρνεις δίκιο ορφανού, ούτε τόπο ποταμού».
Με ένα ψέμα της, κατόπιν, που διαδίδεται σαν φήμη σε όλο το χωριό σπέρνει τη συμφορά. Αλλεπάλληλα φονικά ξεκινούν ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους Παραμυθιώτες…
Στην κρίση που βιώνουμε σε όλα τα επίπεδα σήμερα, στις δύσκολες αυτές μέρες που ζούμε, ο λόγος του Αργύρη Εφταλιώτη για την αβασάνιστη στοχοποίηση του «άλλου», όταν ξεσπά το κακό, που αποδεικνύεται καταστροφική, μας επιτρέπει να στοχαστούμε τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων για να αναζητήσουμε λύσεις.
“Πού καιρός και πού κεφάλι να στοχαστούνε, να βρούνε τη φύτρα και τη ρίζα τού κακού. Όλοι φρενιασμένοι τρέχανε…”, λέει ο συγγραφέας. Μια ρήση που περιγράφει επακριβώς τη σύγχυση των ανθρώπων του χωριού όταν ξεσπά η εκδίκηση, η οποία αποτυπώνει με ενάργεια τη σημερινή κατάσταση στη χώρα μας και την Ευρώπη.
Ένα ολόκληρο χωριό φτάνει στην καταστροφή γιατί κανείς, όταν ξέσπασε το κακό, δεν κάθισε να σκεφτεί τις πραγματικές αιτίες και τα συμφέροντα που κρύβονταν πίσω από τη μανία που έπιασε τους ανθρώπους.

Στην “Παραμυθιά” αντικρίζουμε την πραγματική «ομαδική προσωπογραφία» των ανθρώπων του χωριού. Τον αισθησιασμό τους, την ποταπότητά τους, τα απόνερα που αφήνουν στο διάβα τους, το ξόμπλιασμα, την κακότητα, τη φαρμακογλωσσιά, τη συκοφαντία, τον εγωισμό, την επιπολαιότητα, την πρωτόγονη αντίληψη περί τιμής.
Στην παράσταση του Κώστα Παπακωνσταντίνου και της ομάδας που μας είχε δώσει τους “Χαλασοχώρηδες”, σχεδόν μαγικά, με ελάχιστη μόνο σκέψη, διαπιστώνουμε πως αναδύεται μια ακόμη προσωπογραφία, αναδύεται σε ψηφιδωτό η όψη ενός ολόκληρου λαού, η προσωπογραφία μας.
Η «Μαζώχτρα» είναι ένα έργο που μιλά για έναν αδύναμο, τρωτό άνθρωπο, την Ασήμω, και για τον τρόπο που την αντιμετωπίζει η κοινωνία. Είναι η υποδεέστερη, αυτή που δεν επιτρέπεται να σηκώσει κεφάλι, να ρίξει ματιά στο αρχοντόπουλο, να ερωτευτεί αυτόν που θέλει. Έχει περιορισμένα δικαιώματα. Μιλά όμως και για τον τρόπο που αντιμετωπίζει αυτή την κοινωνία ώστε να σώσει την αυτοεκτίμησή της.
Η όμορφη Ασήμω, προσβεβλημένη στην τιμή της, γίνεται όργανο μιας μοίρας δαιμονικής, που εξαπολύει με το γινάτι της όλα τα στοιχεία του κακού.
Αδρά και ζωντανά δοσμένη, με ψυχολογική συνέπεια και πειστικότητα από την Αγγελική Μαρίνου, γίνεται απίστευτα συμπαθής για τον θεατή. Απροστάτευτη, πολυμήχανη, ανόθευτη, ακτινοβόλα, γεμάτη προαισθήματα και συναισθήματα, αγαπιέται δίχως όρους από το κοινό που επιθυμεί τη δικαίωσή της. Μια εξαιρετική ηθοποιός πετυχαίνει μια υπέροχη ερμηνεία.
Με τις περιπέτειές τους, τις αγωνίες τους, τις απρόβλεπτες εναλλαγές των συνθηκών και της τύχης, τις ίντριγκες, τις μικροψυχίες και τις αδυναμίες τους οι ήρωες ψυχογραφούνται και ερμηνεύονται με φοβερό ενδιαφέρον. Εκπληκτικοί ηθοποιοί επίσης οι Θοδωρής Θεοδωρίδης και Δημοσθένης Ξυλαρδιστός.
Με ποίηση και τέχνη, με τη δροσιά του βλασταριού και τη δύναμη του πλάτανου, σαν τρεχούμενο νερό βγαίνουν τα λόγια του Εφταλιώτη από τα χείλη των τριών ερμηνευτών, αρμονικά σαν ιδιογέννητη μουσική.

Η επιμέλεια της κίνησης από τη Μαργαρίτα Τρίκκα δίνει πνοή, νεανικότητα και φρεσκάδα στην παράσταση.
Στα σκηνικά και τα κοστούμια η Ζωή Αρβανίτη κάνει θαύματα με τρία καθίσματα, έναν πάγκο και μερικές μαύρες ποδιές.
Γεμάτη ζωή, σύγχρονο ύφος και παραδοσιακές χροιές η μουσική του Βασίλη Κουτσιλιέρη. Όλα τα πρόσωπα κινούνται φωτισμένα όμορφα με τις λεπτές, ευαίσθητες φωτοσκιάσεις του Γιώργου Αγιαννίτη.
Η παράσταση είναι σκηνοθετημένη με έναν μοναδικό θεατρικά αφηγηματικό τρόπο, απέριττο και καθαρό, με κοινωνικές παρατηρήσεις οξυδερκείς και έναν θαυμάσιο υπόγειο σαρκασμό. Κυριαρχούν οι γρήγοροι ρυθμοί, η δουλειά όλων των συντελεστών έχει ακρίβεια και διαύγεια, φαινομενική αφέλεια κι ωστόσο εκπληκτική εμβρίθεια. Πλάθονται χαρακτήρες, σκηνογραφούνται καταστάσεις.
Πρόκειται για συνέχεια και εξέλιξη της φόρμας εκείνης, που είχαμε θαυμάσει και στους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη προ ετών. Παρότι παίζουν μόνο τρεις ηθοποιοί, που ερμηνεύουν πολλούς ρόλους, είναι δουλειά ομάδας. Οι «Χαλασοχώρηδες» έγραψαν ιστορία, το ίδιο αξίζει να γίνει και με τη Μαζώχτρα».
Ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου χρησιμοποιεί κωμικά στοιχεία που προκύπτουν από τη φόρμα, μολονότι η εξέλιξη είναι δραματική. Θωρακίζει με το φίλτρο της ειλικρίνειας και της τρυφερότητας τη θεατρική γραφή του, αποκαθαίροντάς την από την πεθυμιά, τη γλυκερή αναπόληση και τη γραφικότητα, απαθανατίζοντας έναν κόσμο που έχει πια χαθεί αλλά μοιάζει τόσο με τον τωρινό.
Προτείνω να δείτε αυτή την παράσταση. Είναι μια δουλειά αξίας, που επιπλέον παρακολουθείται ευχάριστα, έχει πνεύμα, διάλογο φυσικό, ανατρεπτικές εκπλήξεις και δεν της λείπει ούτε ούτε η συγκίνηση μα ούτε και οι δραματικές εντάσεις.

* Από τις 26 Οκτωβρίου 2015, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο θέατρο το διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη «Η Μαζώχτρα», σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου, στο θέατρο «Μικρό Γκλόρια».

* «Η Μαζώχτρα» τού Αργύρη Εφταλιώτη είναι μία νουβέλα που δημοσιεύτηκε το 1900 μαζί με άλλα διηγήματα τού συγγραφέα με τον τίτλο «Η Μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες».

* Στο “Μικρό Γκλόρια”
Ιπποκράτους 7
Κέντρο Αθήνας
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Δήμητρα Μητροπούλου, Χρήστος Χριστόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Μαργαρίτα Τρίκκα
Σκηνικά-Κοστούμια: Ζωή Αρβανίτη
Μουσική: Βασίλης Κουτσιλιέρης
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

Ηθοποιοί

Θοδωρής Θεοδωρίδης, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός

* Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923) (ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε στο Μόλυβο της Λέσβου, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Στη γενέτειρά του πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ιδιωτικό σχολείο του πατέρα του. Το 1866 πέθανε ο πατέρας του και ο δεκαεφτάχρονος τότε Αργύρης ανέλαβε να συνεχίσει τη διδασκαλία των συμμαθητών του ως το τέλος της χρονιάς. Το 1866 ξενιτεύτηκε λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Εργάστηκε αρχικά στην Πόλη, κοντά στον τραπεζίτη αδερφό της μητέρας του και κατόπιν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Δ.Π. Πετροκόκκινο και εντάχτηκε στον πυρήνα του δημοτικιστικού κινήματος. Παράλληλα υπήρξε ενεργό μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου Λόγιος Ερμής του Μάντσεστερ, πραγματοποίησε ομιλίες, μελέτησε τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς, καθώς επίσης Άγγλους και Γάλλους λογοτέχνες και μπήκε σε λόγιους και λογοτεχνικούς κύκλους. Η εμπορική του σταδιοδρομία στην Αγγλία υπήρξε επιτυχημένη και σύντομα άνοιξε κατάστημα με τη δική του επωνυμία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1870-1880 προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη και εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ. Εκεί παντρεύτηκε την Ελισσάβετ Γκράχαμ. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και στη Βομβάη των Ινδιών με έξι ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα ως το τέλος της ζωής του. Το 1891 επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ψυχάρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και αποσύρθηκε στο Cab d’ Antibes της Γαλλίας, όπου πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων. Η είσοδος του Εφταλιώτη στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1869 με μεταφράσεις ποιημάτων και συγγραφή πρωτοτύπων ποιητικών έργων σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Ελληνική Βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν μεταφράσεις έργων των Μπάιρον και Μακώλεϋ. Το 1889 με προτροπή του Αλέξανδρου Πάλλη που στάθηκε στενός φίλος και πνευματικός οδηγός του πήρε μέρος στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Τραγούδια ξενιτευμένου, που τιμήθηκε με έπαινο. Τον επόμενο χρόνο πήρε ξανά μέρος στον ίδιο διαγωνισμό με τις συλλογές Ο καθρέφτης του πύργου μου και Αγάπης λόγια, δε βραβεύτηκε ωστόσο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση μεταξύ άλλων και του Παλαμά, ο οποίος επαίνεσε το έργο του Εφταλιώτη, απέδωσε την αδικία κατά του ποιητή στο ότι η γλώσσα του ήταν δημοτική και εναντιώθηκε στον τότε εισηγητή της κριτικής επιτροπής του Φιλαδέλφειου Άγγελο Βλάχο. Ο Εφταλιώτης συνέχισε να γράφει ποιήματα, όχι όμως συστηματικά. Από το 1891 στράφηκε συστηματικά προς την πεζογραφία, καλλιεργώντας τη δημοτική γλώσσα και εμμένοντας θεματικά στον πόνο της ξενιτιάς και τη λαχτάρα των ξενιτεμένων για την πατρίδα. Το πιο χαρακτηριστικό πεζογράφημά του είναι οι Νησιώτικες ιστορίες, που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην Εστία. Το 1900 εξέδωσε τη Μαζώχτρα και το Βουρκόλακα το μοναδικό θεατρικό έργο του (εμπνευσμένο από το τραγούδι Του νεκρού αδελφού και με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας με θέματα από τη σύγχρονη ιστορία). Στη Μαζώχτρα ο Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα το Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης. Παράλληλα από το 1892 ασχολήθηκε με τη διδακτική πεζογραφία και τις ιστορικές μελέτες, εκδίδοντας την Ιστορία της Ρωμιοσύνης (1901) και τα Ιστορικά ξεγυμνώματα (1908). Το 1914 ξεκίνησε να μεταφράζει την Οδύσσεια του Ομήρου, έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. Τη συνέχισή του (ραψωδίες φ΄ – ω΄) ανέλαβε ο Νικόλαος Ποριώτης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αργύρη Εφταλιώτη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Εφταλιώτης Αργύρης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Θωμαΐδου- Μώρου Μάρθα, «Εφταλιώτης Αργύρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Μερακλής Μ.Γ., «Αργύρης Εφταλιώτης», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά – Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.262-265. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Παγανός Γ.Δ. «Αργύρης Εφταλιώτης», Η παλαιότερη πεζογραφική μας παράδοση· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Η΄ (1880-1900). Αθήνα, Σοκόλης, 1997. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

* Το πεζό έργο του λογοτέχνη είναι πολύπλευρο. Αρχίζει χρονολογικά με τη συλλογή διηγημάτων «Νησιώτικες ιστορίες» (1894), με την οποία και εξασφάλισε μια θέση στη νεοελληνική διηγηματογραφία αμέσως μετά από εκείνη του Καρκαβίτσα.

* Αξεπέραστος ανάμεσα στους ήρωές τους θεωρείται ο Μαρίνος Κοντάρας, του ομώνυμου διηγήματος. Το διήγημα αυτό μεταφράσθηκε και στη γαλλική γλώσσα από τον ελληνιστή γλωσσολόγο Ιμπέρ Περνό το 1901, ενώ το 1948 γυρίσθηκε και σε ελληνική κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστή τον Μάνο Κατράκη.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -