“Βουρκόλακας”, στροφή στο μύθο και τη φαντασία

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Ευτυχισμένος σ’ αυτόν τον κόσμο μου φαίνεται πως είναι εκείνος που ήρθε εδώ, για να κάμει κάτι που το θεωρεί καλό για τους όμοιούς του -αδιάφορο μικρό ή μεγάλο, σε λίγους ή σε πολλούς- και δουλεύει επίμονα ως το τέλος να το κάμει αυτό το κάτι». Αργύρης Εφταλιώτης

Δεν είναι τυχαίο ότι για την ηθογραφική του δύναμη, ο Αργύρης Εφταλιώτης είχε συγκριθεί από τον Ψυχάρη με τον Ρώσο συγγραφέα Ιβάν Τουργκένιεφ. Το μοναδικό θεατρικό έργο του, ο “Βουρκόλακας”, ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, 120 χρόνια μετά τη συγγραφή του (1894) σε μια σύγχρονη παράσταση που συνομιλεί με την παράδοση με έναν απαράμιλλο τρόπο. H παράσταση παρουσιάζεται στο θέατρο “Αποθήκη” με τη Νένα Μεντή στο ρόλο της μάνας, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα. Ο λαϊκός τόνος μαζί με έναν πηγαίο λυρισμό δίνουν μια ιδιαίτερη γοητεία στον «Βρουκόλακα». Γραμματολογικώς, το ενδιαφέρον είναι μεγάλο, αφού συνδέεται, εκτός των άλλων, άμεσα με την περίοδο της ανόδου του δημοτικισμού. Ο «Βρουκόλακας» γράφτηκε τρία χρόνια πριν από το μυθιστόρημα του Ιρλανδού συγγραφέα Μπραμ Στόκερ «Δράκουλας» (Dracula, 1897). Πρωτοπαίχθηκε στη Βάρνα όταν υπήρχε εκεί ακμαίος ελληνισμός. Το έργο αντλεί από την πλούσια πηγή των δημοτικών τραγουδιών, ενώ αντανακλά με χαρακτηριστικό τρόπο και τις αισθητικές προτιμήσεις του συγγραφέα. Ο Εφταλιώτης ήταν θερμός υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας στην ποίηση, την οποία και χρησιμοποιούσε κατά κόρον, είχε ένα δυναμισμό και ταυτόχρονα διακρινόταν από ευγένεια και μετριοπάθεια στη χρήση ακραίων ιδιωματικών τύπων. Τα ποιήματά του τα χαρακτήριζε ποικιλία ρυθμών και λυγεράδα στον στίχο. Θεωρούσε χρέος του να τα γράφει με αυτό τον τρόπο ώστε να μην ξεχωρίζουν, όπως ο ίδιος έλεγε, από τα δημοτικά τραγούδια. Τα έγραφε έτσι επειδή πίστευε πως το μοναδικό μέσο με το οποίο η Ελλάδα θα γνώριζε την εθνική της αναγέννηση θα ήταν η δημοτική γλώσσα και ο φορέας της η δημοτική παράδοση. Γενικά στο έργο του, πέρα από την ορθή χρήση της δημοτικής γλώσσας χωρίς υπερβολές και με σύνεση, διαφαίνονται ηθογραφικά στοιχεία, η αγάπη του για τους απλούς ανθρώπους και η νοσταλγία του ξενιτεμένου.

Ο Αργύρης Εφτιαλιώτης (1849-1923) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής διανόησης στη μάχη για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας. Το έργο του προσέφερε τα μέγιστα στη νεοελληνική λογοτεχνία, στα χρόνια που ζητούσε να βρει το δρόμο της και να ξεφύγει από το αδιέξοδο που την είχε οδηγήσει ο λογιoτατισμός. Παρότι σήμερα δε χρησιμοποιούνται οι γλωσσικές ακρότητες της μαχητικής τριανδρίας του δημοτικισμού, Ψυχάρης-Πάλλης-Εφταλιώτης, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την εντιμότητα των επιδιώξεών της. Για το αριστουργηματικό αυτό έργο, που έχει μια σημαντική θέση στην ιστορία της σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας, ο συγγραφέας αντλεί το υλικό του από τους λαϊκούς μύθους και το “Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού”, ποίημα εμβληματικό για τους ρομαντικούς κύκλους της κεντρικής Ευρώπης τον 19ο αιώνα. Γοητεύεται από τη δύναμη της λαϊκής ποίησης και με στόχο την ανανέωση της ελληνικής δραματουργίας, τόσο γλωσσικά αλλά όσο και θεματολογικά, γράφει το έργο αυτό στη δημοτική. Με μια γλώσσα πλούσια σε μνήμες και συναίσθημα, ρευστότητα, ανθρωπιά και γοητεία,  με ένα ύφος πιστό προς όλα τα μοτίβα των ρομαντικών, ο “Βουρκόλακας” γράφεται ως μια τραγωδία σε τρεις πράξεις. Ένας εφιαλτικός μύθος  – εορτασμός της χαράς και του πένθους, της ζωής και του θανάτου, που διατηρεί τα στοιχεία της παραλογής αλλά εισάγει παράλληλα νέα λογοτεχνικά δεδομένα.
Ο Εφταλιώτης εργάσθηκε με βαθιά αφοσίωση και συνέπεια για τη γλωσσική ενοποίηση του έθνους και προσέφερε και με τα αναμφισβήτητα λογοτεχνικά του προσόντα. Η ποίηση, η πεζογραφία του αλλά και η δημιουργική μεταφραστική του εργασία χάραξαν μία βαθύτατη τομή στη λογοτεχνία μας και βοήθησαν τους νεότερους να δουν καλύτερα τις επιτακτικές της ανάγκες. Στα ελληνικά γράμματα η θέση του είναι εξασφαλισμένη: Μία θέση κορυφαίου και καινοτόμου δημιουργού.

“Γεννάς, αναθρέφεις και χάνεις”.

Ο Λάσκαρης χαρακτηρίζει το “Βουρκόλακα” ως το «δραματικότερον τραγούδι», ο Παπαντωνίου σημειώνει πως πρόκειται για «ακράτητο τόλμημα της φαντασίας», ο Καβάφης παρατηρεί πως «η λιτότης του είναι ελληνικότατη», ενώ ο Ξενόπουλος στην «Εστία» παρακινεί τους θιασάρχες να προσέξουν το έργο για την πνευματική του αξία και να το ανεβάσουν. Δυστυχώς, όμως το έργο μέχρι σήμερα ανέβηκε μόνο στη Βάρνα σε μία ερασιτεχνική παράσταση. Το έργο εκδίδεται το 1894 σε τρεις συνέχειες στην εφημερίδα “Εστία” ενώ το 1900 εκδίδεται επίσημα σε βιβλίο μαζί με άλλα έργα του Εφταλιώτη.
Ο “Βουρκόλακας” είναι ένα εξαιρετικά πρωτοποριακό έργο καθώς γράφτηκε αντιστικτικά στους “Βρικόλακες” του Ίψεν που είχαν παρασταθεί στην Ελλάδα μόλις ένα χρόνο νωρίτερα και στη «βορειομανία» που είχε επικρατήσει τους θεατρικούς κύκλους, έσπαγε τις φόρμες των κανόνων ενώ αποκαθιστούσε παράλληλα τους δεσμούς με την παράδοση.
Το τωρινό του ανέβασμα, μέσα από μια σύγχρονη οπτική χωρίς να αψηφά την παράδοση και τις ρίζες, φωτίζει τα ρομαντικά στοιχεία, την υποβλητική ατμόσφαιρα και επιχειρεί την απελευθέρωση των συναισθημάτων, σε μια προσπάθεια επαναφοράς στη μΖΧΣαγεία.
Η Αρετούλα, μια όμορφη αρχοντοπούλα, ερωτεύεται έναν φτωχό και έντιμο νέο, τον Στεφανή, που κι αυτός την αγαπά. Η μάνα της δείχνει να ευνοεί τη σχέση των δύο νέων, παρά τη διαφορά της κοινωνικής τάξης. Ο Κωνστανής όμως, ο μεγάλος αδερφός της οικογένειας και προστάτης της Αρετούλας, έχει στο νου του να την παντρέψει με τον Κράλλη, ένα πλούσιο έμπορο και φίλο του από τη Βαβυλώνα.  Επιβάλλει λοιπόν τη δική του θέληση, με την υπόσχεση όμως να φέρει πίσω την Αρετούλα ζωντανός ή πεθαμένος αν η μάνα του την επιθυμήσει. Γρήγορα μια επιδημία πέφτει στη χώρα και η κατάσταση γίνεται τραγική για την οικογένεια. Οι θεσμοί αλλά και οι νοοτροπία της ελληνικής περιφέρειας της εποχής είναι από τα κύρια θέματα που θίγει το κείμενο με τον προβληματισμό του. Και φυσικά το «αιώνιο» κεφάλαιο του αυθεντικού έρωτα.

“Ποιος πεθαμένος αφήνει το λάκκο του έτσι; Χωρίς αιτία κι αφορμή;”.

Ένας νέος σκηνοθέτης, ο Γιώργος Λύρας, στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, χρησιμοποιεί τη δύναμη και τη σαγήνη του θεάτρου για να μας παρουσιάσει ένα ξεχασμένο και παραμελημένο αριστούργημα. Η αίσθηση πως νέοι άνθρωποι αναζητούν σκονισμένα από το βάθος του χρόνου και ακατέργαστα διαμάντια και τα βγάζουν στο φως, ότι είναι παρόντες στην τέχνη όπως ακριβώς και στη ζωή, μας ενθαρρύνει ως θεατές σε σκέψεις και δράσεις.
Είναι φανερό ότι με πολύ μόχθο και προσήλωση, οι ηθοποιοί και ο σκηνοθέτης προσπάθησαν να απομακρυνθούν από ηθογραφικά στοιχεία και γραφικότητες, αποκαλύπτοντας τα συναισθηματικά και διανοητικά σημεία της παράστασης. Έδειξαν τη σκληρή πλευρά του ρομαντισμού. Το μοτίβο του θανάτου, με τη μορφή του νεκρού γιου αλλά και με τις πολλαπλές μεταμορφώσεις του, επανέρχεται συχνά στα ρομαντικά έργα. Υποδηλώνει την αγωνία των ποιητών απέναντι στο πεπερασμένο της ζωής και την αμείλικτη φθορά του χρόνου. Το έργο πρεσβεύει τη ρομαντική αντίληψη της ενορατικής δύναμης της καλλιτεχνικής φαντασίας, με την οποία ο συγγραφέας εκφράζει την υπερβατική αλήθεια, πέρα από την επιφανειακή πραγματικότητα του κόσμου. Ο ρομαντισμός χαρακτηρίζεται από πεσιμισμό και μελαγχολία που διαχέεται μέσα στο «Βουρκόλακα». Οι απογοητεύσεις και η απόγνωση της μάνας στρέφουν το συγγραφέα στη φαντασία και το μεταφυσικό. Τα συναισθήματα στο ρομαντισμό είναι μεγεθυμένα και οδηγούν τους ήρωες να καταφύγουν στη διέξοδο ενός ιστορικού παρελθόντος, την ονειροπόληση ή την ενασχόληση με τον θάνατο. Τίποτα δεν είναι ρεαλιστικό όπως στη ζωή.
Το να είσαι άνθρωπος όμως σημαίνει ότι έχεις και σκοτεινές πλευρές. Ο κόσμος δεν είναι ένα χαρούμενο μέρος και η αλήθεια δεν κρύβεται. Οι εμπειρίες μας δεν είναι μόνο γεμάτες με χαρά, αγάπη και ευτυχία, κουβαλούν κι ένα τεράστιο φορτίο θυμού, μίσους, θλίψης, βασάνων και απελπισίας.
Με αυτό το σκεπτικό προφανώς ο θίασος δούλεψε την αφήγηση της παράστασης. Με ρομαντισμό αλλά και μέσα από μια σύγχρονη οπτική. Μια οπτική όμως που δεν απορρίπτει την παράδοση και τις ρίζες. Φώτισαν τα μυθικά στοιχεία, την υποβλητική ατμόσφαιρα, απελευθέρωσαν τα συναισθήματα και επανέφεραν το μυστήριο και τη μαγεία.
Σε μια εποχή που η Ιστορία ξαναγράφεται, που βρισκόμαστε στα έγκατα της οικονομικής κρίσης, ο ρομαντισμός και το παραμύθι έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η παράσταση προέκυψε πολύ ωραία, συνταρακτική και σπαρακτική, τόσο σε ερμηνευτικό όσο και σε σκηνοθετικό επίπεδο. Ο λόγος των ηθοποιών έρεε αβίαστα, φυσικά, γάργαρα, παρά τη φοβερή δυσκολία του κειμένου. Η επιμέλεια των συντελεστών, οι δοκιμές και η μελέτη που είχαν προηγηθεί της παράστασης ήταν εμφανείς.
Ο λόγος του κειμένου δεν είναι έμμετρος όπως στην «Γκόλφω» και στον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Δεν είναι καθαρεύουσα, δεν είναι και δημοτική. Είναι ένα πάντρεμα. Μια ιδιότυπη μορφή γλώσσας, πληθωρική σε αίσθημα και εικόνες. Θεατρικά έγινε σεβαστή. Δόθηκε ζωή στο κείμενο, δεν έγινε μια απλή αποστήθιση. Μια απόμακρη και σχεδόν άγνωστη γλώσσα έγινε οικείο άκουσμα στα αυτιά του θεατή. Κι αυτό είναι επίτευγμα.

Συντελεστές

Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιώργου Λύρα ήταν οξυδερκής, αφαιρετική, προσιτή, δροσερή και φρέσκια.
Η Νένα Μεντή είναι μια μεγάλη ηθοποιός που έπαιξε ένα μεγάλο ρόλο και το κοινό υποκλίθηκε και πάντα θα υποκλίνεται μπροστά της. Είτε παίζει την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, είτε κάποια άλλη ηρωίδα. Επί σκηνής κινητοποιεί το σώμα, το μυαλό, τη φαντασία, το ένστικτο, το συναίσθημα. Είναι τραγική, ανθρώπινη και καθηλωτική. Στο ρόλο – σύμβολο της Μάνας η κα Μεντή συνυπήρξε στη σκηνή με ηθοποιούς της νέας γενιάς. Όλοι τους ταλαντούχοι, πολυσχιδείς, ικανότατοι.
Η Ηλιάνα Γαϊτάνη και η Γιώτα Καλλίνη έφτιαξαν ένα δίδυμο γεμάτο χιούμορ και ζωντάνια που σχολιάζει τα τεκταινόμενα επί σκηνής. Έπαιξαν με επιτυχία το ρόλο του Χορού, όπως στο αρχαίο δράμα. Χάρισαν στο κοινό απολαυστικές στιγμές.
Ο Ηλίας Λάτσης και ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης είχαν φυσικότητα, σταθερότητα και ετοιμότητα επί σκηνής.
Ο Δημήτρης Σαμόλης ήταν έξοχος στο ρόλο του αδελφού. Εντυπωσιακός, μεγαλοπρεπής, γεμάτος μέθη και ένταση.
Η Αμαλία Νίνου ήταν γαλήνια και λυτρωτική. Έπαιξε με σοβαρότητα, γλυκύτητα, αγνή αυστηρότητα και έδωσε στο ρόλο της όλη την ομορφιά και την ποιητική λάμψη που θα προσδοκούσε και ο συγγραφέας.
Τα σκηνικά της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου ήταν επινοητικά, λιτά, πένθιμα, θλιμμένα αλλά όχι βαριά.
Τα κοστούμια του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη στο πνεύμα του ρομαντισμού και της νοσταλγίας, ήταν φτιαγμένα με προσοχή και μεράκι.
Η μουσική του Γιώργου Δούσσου στο κλίμα της παράστασης.
Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου είχαν την προφανή απλότητα ενός φυσικού τοπίου.
Ο “Βουρκόλακας” του Αργύρη Εφταλιώτη σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα, με τη Νένα Μεντή στο ρόλο της μάνας, ήταν ένας κύκλος απειλής, πόνου και ξενιτιάς, ματαιότητας και απόγνωσης, ένα έργο που αποθεώνει την αρετή, την αξία της υπόσχεσης και την αγάπη. Όλα δοσμένα με μέτρο, ψυχογραφική διείσδυση και ειλικρινείς προθέσεις.
Μια στροφή στο μύθο και τη φαντασία!

* Το «Του νεκρού αδελφού» είναι δημοτικό τραγούδι, που ανήκει στην κατηγορία των παραλογών. Κατατάσσεται σε αυτές καθότι έχει αφηγηματικό χαρακτήρα και φανταστικό περιεχόμενο. Συναντάται σε πολλές παραλλαγές στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.
Πρόκειται για την ιστορία μίας οικογένειας με πολλούς γιους και μία κόρη. Η μοναχοκόρη (η Αρετή) παντρεύεται σε ξένο τόπο, ενώ τα αδέλφια της πεθαίνουν. Η μάνα μένει ολομόναχη και ένας από τους νεκρούς της γιους (ο Κωνσταντίνος) σηκώνεται από τον τάφο και φέρνει πίσω την κόρη, αφού νωρίτερα της είχε ορκιστεί να την φέρει πίσω.
Έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης και με βάση αυτό έχουν γραφεί τα εξής έργα:
• Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Ο Όρκος του πεθαμένου: θεατρικό: 1929 – δραματοποίηση του δημοτικού τραγουδιού Του νεκρού αδελφού
• Ισμαήλ Κανταρέ, Ποιος έφερε την Ντορουντίν;, εκδόσεις Ροές: αστυνομικό θρίλερ, που στηρίζεται στην πιο φημισμένη αλβανική λαϊκή μπαλάντα, την Μπαλάντα της υπόσχεσης, παραλλαγή της παραλογής Του νεκρού αδελφού
• Σωτήρης Χατζάκης, Του νεκρού αδελφού: θεατρική διασκευή
• Αργύρη Εφταλιώτη, Ο Βουρκόλακας: θεατρική διασκευή
• Φώτης Γ. Κατσιμπούρης, Ο όρκος, εκδόσεις Ωκεανός: μυθιστορηματική απόδοση-αναδημιουργία της παραλογής Του Νεκρού Αδερφού
• Αγνή Στ. Σιούλα, Έρχονται με την ομίχλη. Πατάκης: Μυθιστόρημα φανταστικής λογοτεχνίας, βασισμένο στην αναδημιουργία της παραλογής “Του Νεκρού Αδερφού”
Kαταγράφονται παραλλαγές στην Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία και τα Σκόπια.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λύρας
Σκηνικά: Μαργαρίτα Χατζηιωάννου
Κοστούμια: Απόλλων Παπαθεοχάρης
Μουσική: Γιώργος Δούσσος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Αργυριάδης

Διανομή

Νένα Μεντή, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Γιώτα Καλλίνη, Ηλίας Λάτσης, Αμαλία Νίνου, Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, Δημήτρης Σαμόλης

Πληροφορίες

Έναρξη: Από Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου
Δευτέρα – Τρίτη: 21.15
Τιμές εισιτηρίων: 15 ευρώ (κανονικό) – 12 ευρώ μειωμένο
Θέατρο “Αποθήκη”
Σαρρή 40, Ψυρρή
Τηλ. 210 3253153
Διάρκεια: 90΄ χωρίς διάλειμμα

* Ο Αργύρης Εφταλιώτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ποιητή και πεζογράφου Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε το 1849 στη Μήθυμνα της Λέσβου και πέθανε το 1923 στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου είχε εγκατασταθεί για λόγους υγείας. Ο πατέρας του διατηρούσε ιδιωτικό σχολείο, όπου και μορφώθηκε αρχικά ο μικρός Κλεάνθης, ο οποίος τον διαδέχθηκε στη διεύθυνσή του, σε ηλικία 17 ετών. Πολύ σύντομα, ωστόσο, έφυγε στο εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη, Μάντσεστερ, Λίβερπουλ, Βομβάη) και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Στο Μάντσεστερ γνωρίστηκε και σχετίστηκε με τον Αλέξανδρο Πάλλη, ο οποίος τον επηρέασε αποφασιστικά στη λογοτεχνική του πορεία.
Η πρώτη εμφάνιση του Εφταλιώτη στα γράμματα ήταν η συμμετοχή του στον Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό του 1889, με την ποιητική συλλογή Τραγούδια του ξενιτεμένου, η οποία απέσπασε τον έπαινο της κριτικής επιτροπής και βραβείο (στον διαγωνισμό αυτόν, το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στον Κωστή Παλαμά για τον Ύμνον εις την Αθηνάν).
Ο Εφταλιώτης ασχολήθηκε με όλα τα λογοτεχνικά είδη, αλλά κυρίως με την αφήγηση (ο Ψυχάρης τον αποκάλεσε «βασιλιά της αφήγησης») και έγραψε σε γλαφυρή αλλά όχι ακραία δημοτική γλώσσα. Σημαντικότερα από τα έργα του είναι η συλλογή διηγημάτων Νησιώτικες ιστορίες, η νουβέλα Η μαζώχτρα, τα ηθοπλαστικά διηγήματα Οι φυλλάδες του Γεροδήμου, το μυθιστόρημα Μανώλης Ντελμπεντέρης και το θεατρικό έργο Ο βουρκόλακας. Από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφορεί, σε επανέκδοση, το διήγημά του Η Στραβοκώσταινα (2012).