35.4 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

«Μάθε με να φεύγω» των bijoux de kant και του Γιάννη Σκουρλέτη με συγκλονιστικές ερμηνείες

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Η νέα παράσταση της Ομάδας bijoux de kant, το έργο «Μάθε με να φεύγω» του Άκη Δήμου είναι «ένα ακατάτακτο έργο που άλλοτε φλερτάρει με το, ξεχασμένο σήμερα, είδος του μπουλβάρ, άλλοτε με το ψυχολογικό θέατρο δωματίου, άλλοτε με τις ιστορίες μυστηρίου κι άλλοτε με τα παλιά, αισθηματικά ρομάντσα των περιπτέρων. Και που ενώ ονειρεύεται πως είναι δράμα, κρατάει σφιχτά το χέρι της κωμωδίας».

Έτσι ακριβώς παρουσιάζεται από την ομάδα το έργο και αυτό ακριβώς είναι.

Είναι μια παράσταση ερευνητικού θεάτρου με τεράστιο ενδιαφέρον και εξαιρετικές ερμηνείες του Στέλιου Δημόπουλου, του Χάρη Χαραλάμπους – Καζέπη και του Θανάση Δήμου.

Το έργο εισάγεται με το τραγούδι «Guarda che luna, Guarda che mare…» που αμέσως δημιουργεί μια ρομαντική ατμόσφαιρα.

Η Αγνή (Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης) φοβάται τα σκυλιά που γαβγίζουν και φωνάζει στον Ίωνα (Στέλιος Δημόπουλος) να αλλάξει τη λάμπα, καθώς πρέπει το ξενοδοχείο να φεγγοβολάει και εκείνη να είναι λουσμένη στο φως.

Ονειρεύεται κάποιον που θα την αγαπήσει. Βάζει διάφορα αντικείμενα στη βιτρίνα του χώρου, αντικείμενα που έχουν αφήσει φεύγοντας οι θαμώνες του ξενοδοχείου.
«Ο άνδρας είναι αυτό, που αφήνει πίσω του, αυτό που του παίρνεις πριν σε ξεχάσει». Το τηλέφωνο χτυπά κάθε τόσο, αλλά η Αγνή απαγορεύει στον Ίωνα να το σηκώσει γιατί έχουν λέει δουλειά. Βάζει τα αντικείμενα στη βιτρίνα και διηγείται την ιστορία του κάθε θαμώνα. Η κίνησή της είναι απόλυτα γυναικεία, τινάζει με χάρη τη ρόμπα της για να καθίσει χαριτωμένα, ενώ προστάζει τον Ίωνα «να σκοτώσει αυτά τα σκατόσκυλα» που γαυγίζουν κάθε τόσο.
Ο Ίων, με διαφορετική θηλυπρέπεια, ενημερώνει ότι δεν ήταν κανείς στο τηλέφωνο. Η Αγνή του λέει ότι δεν γίνεται, όταν χτυπά το τηλέφωνο, κάποιος θα είναι. Η σκηνή θυμίζει τη «Φαλακρή τραγουδίστρια» του Ιονέσκο.

Η παράσταση είναι θέατρο δωματίου. Από τη σκηνή του «HOOD art space» περνά όλη η ιστορία του θεάτρου με εμφανείς αναφορές. Εξάλλου εξαρχής το έργο θυμίζει την «Παρεξήγηση» του Καμύ.

Ο Ίων και η Αγνή χρειάζονται λεφτά, αλλά δουλεύουν πια το ξενοδοχείο τους. Υπάρχει μια γενική παραίτηση, που δεν μένει βέβαια μόνο στον χώρο. Η παρουσία ενός άντρα στην πόρτα του κήπου γίνεται αντιληπτή από τον Ίωνα, που όμως όταν τον πλησιάζει εκείνος γίνεται καπνός. Η σχέση του Ίωνα και της Αγνής, κρύβει πολλά στοιχεία αδελφικής ανταγωνιστικότητας.

Είναι και οι δυο ωστόσο καθηλωμένοι στο παρελθόν. Βλέποντας η Αγνή το μαντίλι του τενόρου με τον οποίο ο Ίων ήταν ερωτευμένος, του λέει ότι τραβά τα λάθη σαν μαγνήτης. Ο Ίων της ζητά να του δώσει το μαντίλι και εκείνη αν και ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, δεν το βάζει στη βιτρίνα της και του το δίνει.

Ο Σαλιέρι, ο τενόρος, ήταν άρρωστος στο απόγειο της δόξας του. Ο Ίων τον ακολουθούσε παντού όπου πήγαινε για παραστάσεις. Έπασχε όμως από καρκίνο και απλά ο Ίων τον βοήθησε να πεθάνει. Τώρα ένας στραγγαλισμένος τενόρος είναι θαμμένος στον κήπο τους, λίπασμα των φυτών τους. Η ρομαντική και εύθραυστη Αγνή κλαίει με γκροτέσκο τρόπο. Είναι τραγικό, γιατί θυμήθηκε ότι ο τενόρος έλεγε ότι μόνο όταν τραγούδαγε ανέπνεε. Γι’ αυτόν η αγάπη ήταν εμπόδιο δεν ήταν αρκετή για να τον εμπνεύσει.

Η Αγνή ζει με τις θύμησες των παρελθόντων ερώτων. Για τον Ίωνα οι θαμώνες έρχονται στο ξενοδοχείο για τον τζόγο. Η Αγνή ωστόσο περιμένει εκείνο τον έρωτα της μιας νύχτας, που μετά δεν τον ξαναείδε. Έφυγε και η Αγνή περιμένει να γυρίσει και σε αυτή την αναμονή της δεν υπάρχει όριο. Η μπεκετική αναμονή για το απίθανο, για αυτό που μάλλον δεν θα έρθει ποτέ, για μια ουτοπική πραγματικότητα διαπνέει όλη της τη ρομαντική φύση.

Το γαύγισμα των σκυλιών την κάνει να πάρει ένα όλο και να πυροβολήσει. Μετά από λίγο ένας κύριος (Θανάσης Δήμου), που ήταν αυτός που είχε επισημάνει στην πόρτα ο Ίων και που με την παρουσία του μάλλον αναστάτωνε τα σκυλιά, εμφανίζεται με μια σακούλα με το σκοτωμένο ζώο. Ο Ίων αναρωτιέται πώς μπήκε ο κύριος, που σχολιάζει τον ευθύβολο πυροβολισμό της Αγνής. Τον ενημερώνει λοιπόν ότι μάλλον απλά με τον κρότο φοβήθηκε και πέθανε ο γερασμένος σκύλος. Ο σκύλος σκοτώθηκε τυχαία, όπως ο γλάρος του Τσέχωφ.

Μια σύμπτωση στη ζωή μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω με «τυχαία» θύματα, με παράπλευρες απώλειες. Ο κύριος σχολιάζει τον παρατημένο κήπο του ξενοδοχείου, αλλά ο Ίων του διευκρινίζει ότι αυτοί τον θέλουν έτσι απεριποίητο. Υπάρχουν παντού φθορές αθέατες, αλλά έχουν μάθει να ζουν με αυτές. Ο κύριος ζητά δωμάτιο, αλλά του το αποκλείει. Ο επισκέπτης θεωρεί ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι διαρκώς διαθέσιμοι. Ζητά να δει την ιδιοκτήτρια, την Αγνή, αλλά ο Ίων του λέει ότι αποκλείεται να τον δεχτεί, γιατί το βράδυ δεν δέχεται επισκέψεις.

Νιώθει την ανάγκη ίσως αναγνωρίζοντας τον επισκέπτη να μιλήσει για τη δική του λιποταξία από το στρατιωτικό κολλέγιο, που τον είχαν στείλει οι γονείς του. Η προδοσία έμαθε τον κόσμο να επιβιώνει του λέει. Ο επισκέπτης ζητά να μάθει τι κρύβουν στον κήπο.

Η Αγνή ρωτά τον επισκέπτη γιατί ήρθε. Εκείνος λέει ότι στα ξενοδοχεία έτσι πας απρόσκλητος και σου φέρονται σαν να είσαι προσκεκλημένος, άρα και παντού, και στις σχέσεις, όποτε θέλει κάποιος φεύγει και όποτε θέλει επιστρέφει. Η σκηνή όπου η Αγνή ζητά εξηγήσεις, γιατί την εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε, ενώ παράλληλα ζητά λεπτομέρειες για τη γυναίκα με την οποία μοιράστηκε αυτό το διάστημα της ζωής του είναι τσεχωφικού ύφους.

Η Αγνή τον παρακαλεί, μιας και μες τη νύχτα ήρθε να αναστατώσει ένα «πεθαμένο» ζευγάρι να της μάθει να φεύγει, να φεύγει και εκείνη από ό,τι την καταδυναστεύει, από τις θύμησες, από τον ίδιο της τον εαυτό. Καμιά φορά αυτοί που φεύγουν μένουν πιο πολύ, λέει εκείνος. Μένουν μέσα από την ατελείωτη προσμονή και τη βασανιστική ανάμνηση.

Οι ερμηνείες και των τριών ηθοποιών είναι συγκλονιστικές, ενώ ο θεατής καλείται να κάνει τις απαιτούμενες θεατρικές συνάψεις, αλλά σ’ ένα άλλο επίπεδο με διαφορετική αχλή που προσδίδεται από το αναγνωρίσιμο σκηνοθετικό ύφος του Γιάννη Σκουρλέτη.

Το κείμενο του Άκη Δήμου σχετικά με τη λιποταξία του ανθρώπου, με την αυτοσυνείδηση, με την αγάπη, με την επιστροφή, με τον θάνατο είναι διεισδυτικό στην ανθρώπινη αδυναμία και ανεπάρκεια. «Ποιος νοιάζεται για ένα νεκρό ζευγάρι όταν οι ζωντανοί έχουν καρδιά που δεν χτυπά». «Καμιά φορά η αγάπη δεν αρκεί, είναι μόνο ένα μόριο» είναι εκφράσεις του κειμένου, που απομυθοποιούν την υπέρτατη, την άδολη αγάπη.

Η παράσταση με κυκλική μορφή κλείνει όπως άρχισε με το τραγούδι «Guarda che luna, Guarda che mare…», που μοιάζει να συνοψίζει όλο το έργο.

Τα σκηνικά του Νίκου Παπαδόπουλου, ένα δωμάτιο με έπιπλα εποχής, που θα μπορούσε να είναι λόμπι ξενοδοχείου, τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, έτσι που να ευνοούν τη θηλυπρεπή κίνηση και του Ίωνα και της Αγνής, ενώ είναι πιο στιβαρό το κοστούμι του νυχτερινού επισκέπτη, που μοιάζει με τον Πουαρό και κυρίως οι εξαιρετικοί φωτισμοί του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη ακολούθησαν πλήρως τη σκηνοθετική τοποθέτηση του Γιάννη Σκουρλέτη.

Μια παράσταση που προβληματίζει τον θεατή, ενώ παράλληλα είναι και ένα παιχνίδι μυαλού, παρακολουθώντας τις θεατρικές αναφορές.

***

Η νέα παράσταση της bijoux de kant, το πρωτότυπο και ανέκδοτο έργο του Άκη Δήμου «Μάθε με να φεύγω», παίζεται στο «HOOD art space», στο κέντρο της Αθήνας στην οδό Πολυκλείτου 21, στο Μοναστηράκι.

Το «Μάθε με να φεύγω» του Άκη Δήμου από την ομάδα bijoux de kant στο «HOOD art space»

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -