Όταν οι «Ίριδες» του Βαν Γκογκ πωλήθηκαν προς 53,9 εκατ. δολάρια το 1987, το έργο του Μαρκ Ρόθκο «Πορτοκαλί, Κόκκινο, Κίτρινο» πωλήθηκε προς 86,9 εκατ. δολάρια σε δημοπρασία το 2012.
Οι καμβάδες με την εντελώς αφηρημένη μορφή ζωγραφικής – που χαρακτηρίζει την τελευταία δεκαετία του Μαρκ Ρόθκο (Mark Rothko) – σημείωσαν ρεκόρ πωλήσεων στις δημοπρασίες από το 2000 και μετά.
Το 2003, το έργο του «Homage to Matisse» πωλήθηκε προς 22,4 εκατ. δολάρια, σπάζοντας το ρεκόρ του πιο ακριβού πίνακα που πωλήθηκε σε πλειστηριασμό. Το ρεκόρ καταρρίφθηκε το 2007 με τον πίνακα «White Center», με τιμή 72,84 εκατ. δολάρια, ο οποίος πωλήθηκε στη βασιλική οικογένεια του Κατάρ.
Το 2012 ο «Νο 1 (Βασιλικό κόκκινο και μπλε)» πωλήθηκε 75,1 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο πίνακας – που ο Ρόθκο ζωγράφισε το 1954 – για 30 χρόνια βρισκόταν σε ιδιωτική συλλογή, και δεν είχε εκτεθεί ποτέ άλλοτε δημόσια.
Όμως ο Ρόθκο δεν ζούσε όταν οι πίνακές του έκαναν αυτά τα ρεκόρ…
Στις 25 Φεβρουαρίου 1970 ο διάσημος ζωγράφος είχε θέσει τέλος στη ζωή του. Βέβαια είναι γνωστό πως τα χρήματα δεν αποτέλεσαν ποτέ το κίνητρό του. Η ευημερία και η φήμη δεν ήταν ποτέ μέσα στις προτεραιότητες του Ρόθκο.
Η λεγόμενη ανάθεση Seagram είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Τον Ιούνιο του 1958, ο Μαρκ Ρόθκο δέχθηκε μια ανάθεση από τους ιδιοκτήτες του νέου εστιατορίου «Four Seasons» στη Νέα Υόρκη για να δημιουργήσει μια σειρά τοιχογραφιών για το εσωτερικό και για να συμπληρώσει το «καστ» όσων εμπλέκονταν στο σχεδιασμό του εστιατορίου, συμπεριλαμβανομένων των Mies van der Rohe και Philip Johnson.

Αφού αρχικά είχε αποδεχθεί αυτό που θα ήταν η πιο προσοδοφόρα προμήθεια, ο Ρόθκο έσπασε το συμβόλαιο απότομα, χωρίς πολλές εξηγήσεις. Κάποιοι εικάζουν πως σκέφτηκε πως το έργο θα έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητά του ως καλλιτέχνη και θα καθιστούσε τα έργα του ως καθαρά διακοσμητικά αντικείμενα μέσα σε ένα πολυτελές περιβάλλον.
***
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1903 γεννήθηκε στη Λετονία ο Μάρκους Γιακόβλεβιτς Ρόθκοβιτς. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του Τζέικομπ και της Άννα Γόμπλιν Ρόθκοβιτς. Το 1910, ο πατέρας του, φαρμακοποιός στο επάγγελμα, μετανάστευσε μόνος του στο Πόρτλαντ των ΗΠΑ και εργάστηκε στην επιχείρηση ένδυσης του αδερφού του. Αφού τακτοποιήθηκε, το 1912 πήρε κοντά του τους δύο μεγαλύτερους γιους του και το 1913 πήρε και την υπόλοιπη οικογένεια, τη σύζυγό του, την κόρη του και τον Μάρκους.
Επτά μήνες αργότερα όμως, ο πατέρας πέθανε και τα παιδιά πήγαν να εργαστούν για να βοηθήσουν την οικογένεια. Ο Μαρκ δούλεψε στο εργοστάσιο του θείου του και πουλούσε εφημερίδες μετά το σχολείο.
Τον Ιούνιο του 1921, ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του, σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών και έγινε ενεργό μέλος του εβραϊκού κοινοτικού κέντρου, όπου δραστηριοποιήθηκε έντονα σε πολιτικές συζητήσεις και ζητήματα.
Λίγο αργότερα ο Rothko πήρε υποτροφία στο Γέιλ, στο τέλος όμως του πρώτου έτους το 1922, η υποτροφία δεν ανανεώθηκε και έτσι εργάστηκε ως σερβιτόρος για να υποστηρίξει τις σπουδές του.
Το 1923 εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Γέιλ, το οποίο έβρισκε ελιτίστικο και ρατσιστικό και φεύγει για τη Νέα Υόρκη. Κατά την επίσκεψή του σε ένα φίλο του, στο Art Students League της Νέας Υόρκης, είδε τους μαθητές να σκιαγραφούν ένα μοντέλο.
Σύμφωνα με τον Rothko, αυτή ήταν η αρχή της ζωής του ως καλλιτέχνη.
Μετά τις σπουδές του έκανε υπέροχη χρήση των χρωμάτων, όπως ο Paul Klee. Η συντριπτική πλειονότητα των σουρεαλιστικών του έργων ήταν στην αρχή της καριέρας του, έντονα επηρεασμένα από τις ψυχολογικά ενδιαφέρουσες ιδέες, πλάσματα και στοιχεία που ήταν μάλλον εξωφρενικά, επηρεασμένος από τους σουρεαλιστές δημιουργούς Joan Miro, Salvador Dali και Max Ernst.
Ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη σταδιοδρομία του ήταν όταν προσχώρησε σε μια ομάδα καλλιτεχνών, μαζί με τους Τζάκσον Πόλοκ και Βίλεμ ντε Κοόνινγκ, που ήταν γνωστοί ως αφηρημένοι εξπρεσιονιστές καθώς είχαν απορρίψει τα καλλιτεχνικά κινήματα που είχαν παρουσιαστεί στην Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα, όπως ο σουρεαλισμός, ο κυβισμός και το Bauhaus.
Αρχικά οι φίλοι του πίστευαν ότι τα έργα αυτά είναι παράξενα για τους κριτικούς και το ευρύ κοινό, όμως τα έργα του Ρόθκο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τυχαία χρώματα: ήταν λαμπερά, οργανικά και οι απαλές, θολές ακμές τους εξυμνούσαν τη δύναμη της ζωής.
Ο Μαρκ είχε πια βρει τον τρόπο να εκφράζεται όπως εκείνος ήθελε, κάτι που συνέχισε μέχρι και τον θάνατό του το 1970.



