Μαργαρίτα Καραπάνου: «Τη στιγμή που σβύνουνε τα φώτα»

Όταν πάω σινεμά, λειτουργώ σαν παιδί. Την στιγμή πού σβύνουνε τα φώτα, ένα εσωτερικό «αααααα…» με διαπερνάει ολόκληρη, γεμίζω το στόμα μου ποπ – κορν, – στραγάλια – πασσα- τέμπους, και παραδίνομαι απόλυτα στη μαγεία.

Το υπέρ εγώ μου, το εγώ μου το ασυνείδητό μου, όλα αυτά τα ανεξιχνίαστα μπαίνουν μπρος σαν μηχανή, μπαμ μπουμ, μέσα μου αναβοσβήνουνε φωτάκια, γίνεται της κακομοίρας… Βγαίνω από κάθε ταινία πτώμα, έχοντας ταυτιστεί με όλους τους ήρωες ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ, ακόμη και με τα ζώα, τα τοπία και τα ντεκόρ. Θα μπορούσα να γράψω ένα πολύ σοβαρό κείμενο για τον κινηματογράφο, να τον αναλύσω από μια φεμινιστική σκοπιά, να μιλήσω για το ανδροκρατούμενο φιλμ, για τον ευνουχισμό, την έλλειψη του φαλλού και όλα αυτά τα φοβερά. Αλλά βαριέμαι θανάσιμα.

Ένα είδος πρωτοπορείας αγγίζει πια τα όρια της παράδοσης, η Avant-Garde έγινε ρετρό, κι εγώ έχω σκάσει, έχω παραφάει κουλτούρα, δεν αντέχω άλλη τροφή, αποφάσισα να κάνω δίαιτα. Βαρέθηκα το εγώ και το υπερ-εγώ, την κοπροφιλία, τη λυκοφιλία και τη ταύτιση, όλα αυτά κακόμοιρα δουλεύουν (δυστυχώς) και μόνα τους στην εντέλεια, ας τα ξεχάσουμε λιγάκι. Αχ, να μπορούσα να πάλι κάτι σαν παιδί, μη ξέροντας να το δω, το βλέμμα μου κενό από νοήματα, όπως οι Yogi κυτάζουν ένα δέντρο… Τη στιγμή που σβύνουνε τα φώτα στο σινεμά, κάθε φορά, έχω την ιλλιγειώδη αίσθηση της ΠΡΩΤΗΣ ΦΟΡΑΣ, του πρωταρχικού κυτάγματος. Η μαγεία της οθόνης παίρνει την έννοια της πραγματικής πρωτόγονης μαγείας, του εξορκισμού και της απόλυτης ηδονής.

Ποιος θα μιλήσει κάποτε για τις σκοτεινές αίθουσες και για το απόκρυφο που αναδύουν; Χώρος τελετουργίας μοντέρνα μαντεία, εκεί παίρνουμε μια γεύση απ’ το μέλλον, όπου τα πάντα – πιστεύω – θα μεταφράζονται σε εικόνες, σε εικόνα της εικόνας, χωρίς αναφορά στο λόγο, η εικόνα θα είναι η αρχή και το τέλος θα προϋπάρχει του Θεού.

Οι χιλιάδες ταινίες που έχω δει μπερδεύονται μές τη μνήμη μου: Είμαι ένα κινηματογραφικό κομπιούτερ που έχει τρελλαθεί. Εικόνες, εικόνες τρελλές: ο Μπεν Χουρ τρέχει πάνω στο άρμα του, φορώντας μαύρα γυαλιά, ο Jerry Lewis φιλάει παθιασμένα την Scarlet Ο Hara, ο Grougho Marx έχει μεταφυσικές αγωνίες σε μια ταινία του Antonioni, η May West, χαμένη μέσα σε μια ταινία του Bergman ψάχνει να βρει το Θεό, στο «Casablanca» ο Humprey Bogart μπαίνει σ’ ένα μπαρ και βλέπει τον Woody Allen να παίζει στο πιάνο το «One of those things», τον ερωτεύεται με την πρώτη ματιά… Δεν θυμάμαι ακριβώς αν ερωτεύεται την Ingrid Bergman ή τον Woody Allen, ή αν ο Woody Allen ερωτεύεται την Ingrid Bergman στη «Φθινοπωρινή Μαζούρκα» του Bergman… Ταχω λίγο μπερδέψει, αλλά το ασυνείδητο έχει τη δική του λογική, που λογική δεν έχει, ή κάνω λάθος; Στο κεφάλι μου, οι χιλιάδες ταινίες που έχω δει, χορεύουν στριφογυρίζουν σαν τ’ αλογάκια στο λούνα παρκ, πρόσωπα, εκατομμύρια πρόσω χορεύουν βαλς, σαν τ’ άστρα του Κιούμπρικ στην «Οδύσσεια του Διαστήματος», η στιγμή που σβύνουνε τα φώτα, μοιάζει με τη νύχτα όταν πέφτει, και φωτίζεται ξαφνικά ο ουρανός.

Κάθομαι στο σινεμά. Πίσω μου, κάποιος βήχει. Δίπλα μου, ένας γέρος ροχαλίζει. Είναι χειμώνας, δεν ξέρει που να πάει, χώθηκε, κανείς μες το σκοτάδι, αλλάζει θέση συνέχεια, ίσως και να πεθαίνει και το ροχαλητό του να είναι βρόγχος. Τόσα μάτια, άπληστα, πεινασμένα, κυττάν το ίδιο μαγικό σημείο, πίνουν, καταπίνουν τις εικόνες, πνίγονται απ’ την ηδονή της απουσίας, τόσα μάτια, απέραντα μόνα, φτιάχνουν το δικό τους, σινεμά, ακίνητα στην πολυθρόνα τους. Ποιος θα μιλήσει κάποτε για τις σκοτεινές αίθουσες και για το απόκρυφο που αναδύουν; Χώρος τελετουργίας μοντέρνα μαντεία, εκεί παίρνουμε μια γεύση απ’ το μέλλον, όπου τα πάντα – πιστεύω – θα μεταφράζονται σε εικόνες, σε εικόνα της εικόνας, χωρίς αναφορά στο λόγο, η εικόνα θα είναι η αρχή και το τέλος θα προϋπάρχει του Θεού.

Θυμάμαι το πρώτο μου φιλμ: Είμουν έξη χρονών, κι η ταινία λεγόταν «Τα Κόκκινα Παπούτσια». Πάνω στον τοίχο, ένα πανί γεννούσε εικόνες μόνο του. Τρελλάθηκα. Έτρεξα κι αγκάλιασα την Moira Sherer που χόρευε, κι όλο μου ξέφευγε, «σταμάτα! σταμάτα! κατέβα απ’ την εικόνα σου, θέλω να σε πάρω σπίτι!». Και με τη λέξη ΤΕΛΟΣ, έχασα πια κάθε έλεγχο, ούρλιαζα «κι άλλο! κι άλλο!». Δεν ήξερα ακόμη πως η λέξη ΤΕΛΟΣ στο σινεμά είναι αιώνια.

Το ξέρω τώρα, κι όταν πάω σινεμά, τη στιγμή που σβύνουνε τα φώτα, ανοίγω τα μάτια, καθώς ξεδιπλώνεται μπροστά μου το Παραμύθι του Κόσμου, που λέγεται Κινηματογράφος.

  • Το κείμενο «Τη στιγμή που σβύνουνε τα φώτα» της Μαργαρίτας Καραπάνου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φιλμ, τεύχος 17, Ιούλιος του 1979

Η Μαργαρίτα Καραπάνου (1946-2008), κόρη της συγγραφέως Μαργαρίτας Λυ­μπεράκη και του ποιητή Γιώργου Καραπάνου, γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην Ελλάδα και τη Γαλλία και σπούδασε κινηματογράφο στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, εργάστηκε για ένα διάστημα ως νηπιαγωγός. Τα βιβλία της Η Κασσάνδρα και ο λύκος, Ο υπνοβάτης και Rien ne va plus εκδόθηκαν στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στην Αγγλία, στις ΗΠΑ, στη Σουηδία, στο Ισραήλ, στη Γερμανία, στην Ολλανδία και στην Ιταλία. Η Κασσάνδρα και ο λύκος απέσπασε παγκοσμίως θερμούς επαίνους από κριτικούς και συγγραφείς, όπως τον Jean-Pierre Faye, τον John Updike και τον Jerome Charyn. Ο υπνοβάτης, το 1988, τιμήθηκε στο Παρίσι με το «Βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος», που επίσης έχει δοθεί στον Laurence Durrell, τον Borges, τον Στρατή Tσίρκα και τον Gabriel Garcia Marquez. Αργότερα εκδόθηκαν τα βιβλία της: Ναι, Lee και Lou, Μαμά, Μήπως; (συνομιλίες με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου) και Η ζωή είναι αγρίως απίθανη. Αποσπάσματα των έργων της ανθολογήθηκαν σε βιβλία και σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά.