Cat Is Art

Λόρδος Μπάιρον: «Επιτάφιος για ένα Σκύλο»

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

O Μπάιρον έγραψε τον «Επιτάφιο για ένα Σκύλο» το 1808. Αφορούσε τον Boatswain, το δικό του σκύλο (φυλή της Νέας Γης), που είχε πεθάνει από λύσσα. Ο ποιητής τον φρόντισε με στοργή, χωρίς να φοβάται την αρρώστια. Χωρίς καμιά προφύλαξη άγγιζε το στόμα του, γεμάτο από αφρούς.

Οι στίχοι της εισαγωγής θεωρούνταν κι αυτοί του Μπάιρον, ανήκουν όμως στο φίλο και κληρονόμο του Τζον Χόμπχαουζ. Ο ποιητής είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει μόνο τους δύο τελευταίους. Πράγματι, διαβάζοντάς τους αποκομμένους, αναγνωρίζει κανείς τη γνωμική αυτοτέλεια που θα είχαν ως επιτάφιο επίγραμμα. Στη διαθήκη του, το 1811, η επιθυμία του εκφράζει τις γνωστές διαθέσεις του ρομαντισμού, αφοσίωση, θυσία, αίσθημα του υψηλού. Διατυπώνει την επιθυμία να ταφεί με το σκύλο και τον υπηρέτη του Τζο Μάρεϊ. Μετά το θάνατό του (Μεσολόγγι, 1824), ο ένας απ’ τους τρεις σκύλους που συνόδεψαν τη σορό του στην Αγγλία ήταν απόγονος του άτυχου Boatswain και τον κληροδότησε στον Χόμπχαουζ, μαζί με όλα τα υπάρχοντά του.

Προσωπογραφία του Byron από τον Thomas Phillips, 1813

Ο «Επιτάφιος», χωρίς τη μουσική και τους συνειρμούς της ομοιοκαταληξίας, ακούγεται μοντέρνος. Οι ηθικές αποστροφές («η αγάπη είναι λαγνεία, η φιλία απάτη»), όσο και η ανθρωπογνωσία του, δεν δείχνουν κουρασμένες. Ο Boatswain (φυλή της Νέας Γης) πέθανε από λύσσα. «Ο ποιητής τον φρόντισε με στοργή, χωρίς να φοβάται την αρρώστια. Χωρίς καμιά προφύλαξη άγγιζε το στόμα του, γεμάτο από αφρούς. Στη διαθήκη του, το 1811, διατυπώνει την επιθυμία να ταφεί με το σκύλο και τον υπηρέτη του Τζο Μάρεϊ».

Σε αρκετά ελεύθερη απόδοση το κείμενο είναι αυτό: «Εδώ/ κείτονται τα Λείψανα κάποιου/ που διέθετε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,/ Δύναμη χωρίς Θράσος,/ Τόλμη χωρίς Σκληρότητα/ και τις ανθρώπινες αρετές χωρίς τα Ελαττώματα./ Ο Έπαινος αυτός, που αν αφορούσε ανθρώπινη τέφρα/ θα ήταν άσκοπη Κολακεία,/ είναι δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη τού/ Boatswain, σκύλου/ που γεννήθηκε στη Νέα Γη, το Μάιο του 1803./ Πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, 18 Νοεμβρίου του 1808».

Χωρίς κενό, ακολουθεί το κείμενο του Μπάιρον: «Όταν κάποιος υπερήφανος/ Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στο χώμα,/ άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος απ’ τη Γέννησή του,/ ο γλύπτης εξαντλεί το μεγαλείο της θλίψης/ και οι υδρίες είναι μαρτυρία για εκείνους που αναπαύονται/ κάτω απ’ αυτές./ Όταν όλα έχουν τελειώσει,/ στον Τάφο διαβάζεις/ όχι αυτό που υπήρξε ο νεκρός, αλλά την ιδανική του εικόνα:/ ο δύστυχος Σκύλος όμως, ο πιστότερος φίλος στη ζωή,/ πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ’ όλους να υπερασπιστεί,/ που η τίμια καρδιά του ακόμα στον Κύριό του ανήκει,/ που μόνο γι’ αυτόν παλεύει, ζει, αναπνέει,/ πεθαίνει άδοξος, με την αξία του αφανή./ Στον ουρανό τού αρνούνται την Ψυχή που είχε στη γη,/ ενώ ο άνθρωπος, έντομο ματαιόδοξο, ελπίζει στη συγχώρεση,/ έχοντας εξασφαλίσει το μονοπώλιο του ουρανού./ Άνθρωπε εσύ! αδύναμε ένοικε μιας ώρας,/ ευτελισμένε απ’ τη δουλεία, απ’ την εξουσία διεφθαρμένε/ η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου απάτη,/ η γλώσσα σου υποκριτική, μιλάς με ψέματα!/ Από τη φύση σου αχρείος, κατ’ όνομα εξευγενισμένος,/ κάθε ζώο ευγενές σε κάνει από ντροπή να κοκκινίζεις./ Να προσπεράσεις, εσύ που ίσως δεις την υδρία,/ δεν είναι φόρος τιμής για κάποιον/ που θα μπορούσες να θρηνήσεις./ Αυτές οι πέτρες δείχνουν τα λείψανα ενός φίλου./ Έναν μονάχα ήξερα, και βρίσκεται εδώ».

  • Η ιστορία είναι από το βιβλίο του Κώστα Μαυρουδή «Η αθανασία των σκύλων» (Εκδόσεις Πόλις 2013), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2014 και το Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας 2014 του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».
  • Στο βιβλίο, που περιλαμβάνει 70 μικρές ιστορίες για την «αθανασία» του πιο πιστού φίλου του ανθρώπου, η συγκεκριμένη φέρει την αρίθμηση «60» (σελ. 182).

***

Ο Μπάιρον ανακοίνωσε το θάνατο του Μπόουσον στο φίλο του Φράνσις Χόντσον ως εξής: «Ο Μπόουσον είναι νεκρός! – κατέληξε, σε κατάσταση τρέλας στις 18 του μήνα, αφού υπέφερε πολύ, διατηρώντας μέχρι τέλους την τρυφερότητα του χαρακτήρα του και δεν προσπάθησε να κάνει κακό σε κανένα που ήταν κοντά του. Τώρα τα έχασα όλα εξόν από τον γερο-Μάραιη».

 

Το μνημείο του «Boatswain»

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΚΥΛΟ (1)

Κοντά σε αυτό το Σημείο

κείτονται τα Λείψανα κάποιου

που είχε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,

Δύναμη χωρίς Θράσος,

Τόλμη χωρίς Σκληρότητα

και όλες τις Αρετές του Ανθρώπου χωρίς τα Ελαττώματά του.

Ο Έπαινος αυτός, που θα μπορούσε να είναι μια ανούσια Κολακεία

αν αναγραφόταν πάνω από ανθρώπινες στάχτες,

δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη του

ΜΠΟΟΥΣΟΝ (2), ενός ΣΚΥΛΟΥ,

που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο, 1803

και πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, στις 18 Νοεμβρίου, 1808.

Όταν κάποιος περήφανος Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στη γη,

άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος από τη Γέννησή του,

η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί τη μεγαλοπρέπεια της θλίψης

και οι χιλιοτραγουδισμένες υδρίες μαρτυρούν για εκείνους που αναπαύονται

από κάτω.

Όταν όλα έχουν τελειώσει, πάνω στο Μνήμα βλέπει κανείς

όχι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που θα ‘πρεπε να είναι:

Αλλά ο φουκαράς ο Σκύλος, ο πιο πιστός φίλος στη ζωή,

πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ’ όλους να υπερασπιστεί,

που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμα στον Κύριό του,

που μοχθεί, παλεύει, ζει, αναπνέει μόνο γι’ αυτόν,

πέφτει χωρίς δόξα, χωρίς να αναγνωριστεί όλη η αξία του –

και αμφισβητείται στον Ουρανό η Ψυχή που είχε στη γη:

ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί

και απαιτεί για τον εαυτό του τη μοναδική αποκλειστικότητα του Ουρανού.

Ω άνθρωπε! εσύ, αδύναμε ένοικε μιας ώρας,

εξευτελισμένος από τη δουλεία, ή διεφθαρμένος από την εξουσία

-η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου όλη μια απάτη,

η γλώσσα σου υποκρισία, τα λόγια σου ένα ψέμα!

Από τη φύση σου αχρείος, εξευγενισμένος μόνο κατ’ όνομα,

κάθε ευγενικό ζώο μπορεί να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.

Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτήν την απλή υδρία,

προσπέρνα – δεν τιμάει κάποιον που θα ‘θελες να θρηνήσεις.

Για να σημαδέψει τα λείψανα ενός φίλου αυτές οι πέτρες έχουν υψωθεί·

δεν γνώριζα παρά μονάχα έναν – και βρίσκεται εδώ.

 

Το κείμενο στο μνημείο

 

Epitaph Το a Dog

Near this spot

Are deposited the Remains of one

Who possessed Beauty without Vanity,

Strength without Insolence,

Courage without Ferocity,

And all the virtues of Man without his Vices.

This Praise, which would be unmeaning Flattery

If inscribed over human Ashes,

Is but a just tribute to the Memory of

BOATSWAIN, a DOG,

who was born at Newfoundland, May, 1803,

and died in Newstead Abbey, Nov. 18, 1808.

When some proud son of Man returns to Earth,

Unknown by Glory, but upheld by Birth,

The sculptor’s art exhausts the pomp of woe,

And stories urns record that rests below.

When all is done, upon the Tomb is seen,

Not what he was, but what he should have been.

But the poor Dog, in life the firmest friend,

The first to welcome, foremost to defend,

Whose honest heart is still his Master’s own,

Who labours, fights, lives, breathes for him alone,

Unhonoured falls, unnoticed all his worth,

Denied in heaven the Soul he held on earth –

While man, vain insect! hopes to be forgiven,

And claims himself a sole exclusive heaven.

Oh man! thou feeble tenant of an hour,

Debased by slavery, or corrupt by power –

Who knows thee well must quit thee with disgust,

Degraded mass of animated dust!

Thy love is lust, thy friendship all a cheat,

Thy smiles hypocrisy, thy words deceit!

By nature vile, ennoble but by name,

Each kindred brute might bid thee blush for shame.

Ye, who perchance behold this simple urn,

Pass on – it honours none you wish to mourn.

Το mark a friend’s remains these stones arise;

Ι never knew but one – and here he lies.

1. Στη μνήμη του Άντυ, που «έφυγε» στις 7 Φεβρουαρίου, 2010.

2. Boatswain, ο Λοστρόμος, στα αγγλικά.

***

– Αρχική εικόνα: Clifton Tomson, «Boatswain», 1808

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΛόρδος Μπάιρον: «Επιτάφιος για ένα Σκύλο»