36.8 C
Athens
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Ο Άγγελος Κατακουζηνός για τον Albert Camus

Ομιλία του Άγγελου Κατακουζηνού για την επέτειο του θανάτου του Albert Camus στην παράσταση “Παρεξήγηση”, 1982Q

“Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που βαραίνουν πολύ και αφήνουν επάνω μας τα σημάδια, που στη συνέχεια τροφοδοτούν τη μνήμη και δίνουν περιεχόμενο στην ύπαρξή μας. Έτσι αυτές οι μέρες που ζήσαμε μαζί με τον Camus, όταν πρωτοήλθε στην Αθήνα, μας χάρισαν ώρες φωτεινές κι αξέχαστες. Όπως εκείνες του Γαλλικού Ινστιτούτου, στη διαλογική συζήτηση που είχα οργανώσει σαν πρόεδρος της Ελληνογαλλικής Πνευματικής Ένωσης, με κεντρικό πρόσωπο τον Camus, και θέμα το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Σ’ αυτήν τη γεμάτη λάμψη, εκπληκτική βραδιά, πρωτόγνωρη στο αθηναϊκό κοινό, η ελληνική διανόηση, που αντιπροσώπευσαν τα πιο τρανταχτά ονόματα: Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ευάγγελος Παπανούτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Φαίδων Βεγλερής, Ανδρέας Εμπειρίκος, στάθηκε δίπλα στον κορυφαίο συγγραφέα και φιλόσοφο, σε ένα ευτυχισμένο, αρμονικό συναπάντημα της γαλλικής με την ελληνική σκέψη. Στην πνευματική αυτή ευωχία, που είχα το δύσκολο έργο να διευθύνω, ακούστηκε ο Camus και γύρω μας φτερούγισε το άνθος της πολιτιστικής Ευρώπης: η πορεία του πολιτισμού, αλλά και η βεβαιότητα πως ο πολιτισμός αυτός με τη σκυτάλη της ελληνικής κληρονομιάς στο χέρι θα συνέχιζε τον δρόμο του με βήμα σταθερό. Το αστραφτερό μυαλό του Camus και ο λόγος του, σπίθα δεξιοτεχνίας και πάθους, κράτησαν πάνω από δύο ώρες σε πνευματική διέγερση ένα πλήθος ακροατών, μέσα και έξω από το Ινστιτούτο.

Σαν άνθρωπος, ο Camus ήταν ένας ενδόστροφος καταπιεσμένος στη ζωή. Πέρασε τα νιάτα του μέσα σε σωματικές και ψυχικές συμφορές, μέσα στη φτώχεια, την αρρώστια και τη φυματίωση, που τον σημάδεψε από τα δεκαεφτά του ήδη χρόνια. Χάρις όμως στη χωριστή πνευματική του ιδιοσυστασία και τη βαθιά του παιδεία, που καθόριζε την ψυχική του πορεία, κατάφερε να ξεφύγει από τις απωθήσεις μιας βαριάς ψυχολογικής καταπίεσης που ωστόσο του άφησε μια πικρή γεύση της ζωής. Το ψυχολογικό δράμα της Αλγερίας τον συνεκλόνισε κυριολεκτικά. Βρέθηκε σε ένα ψυχικό και συναισθηματικό διχασμό, σε ένα πελώριο δίλημμα. Από τη μια πλευρά η Αλγερία, η γη που τον γέννησε, και από την άλλη η Γαλλία, που, σαν στοργική μητέρα, τον ανέθρεψε με το πνευματικό της γάλα. Η Γαλλία που, μαζί με την ψυχοδιανοητική δομή που του χάρισε, διαμόρφωσε ταυτόχρονα την πνευματική του προσωπικότητα. Έπρεπε λοιπόν να διαλέξει και η εκλογή ήταν δύσκολη και σπαρακτική. Έτσι ένιωσε σαν μικρό παιδί που ξαφνικά χωρίζουν οι γονείς του και έπρεπε μόνο του να αποφασίσει ποιον θα ακολουθήσει. Η πνευματική Γαλλία τον τραβούσε σαν μαγνήτης, ενώ ο μεσογειακός ήλιος, το φως που πρωτοείδε στην Αλγερία και τα μεθυστικά αρώματα της Τίπαζα τον κρατούσαν αιχμάλωτο. Οι ψυχικές προσπάθειες, που κατέβαλε για να λυτρωθεί από αυτό το αδιέξοδο, άφησαν βαθιές πληγές μέσα του, που τον τυραννούσαν σε όλη του τη ζωή. Σε κάποια πτυχή της ψυχής του έκρυβε την πίκρα για τη χαμένη πατρίδα και ένα συναίσθημα, θα έλεγα, ενοχής, επειδή την άφησε για να αγκαλιάσει τη Γαλλία. Έτσι, για να απαλύνει αυτό το συναίσθημα, ετόνιζε σε κάθε ευκαιρία ότι είναι Αφρικανός του Βορρά.

Η γοητευτική πνευματική παρουσία του που τη συμπλήρωνε μια ανάλογη μορφολογική δομή και την πλούτιζε η ικανότης του γλαφυρού λόγου του, αποτελούσαν τον μαγικό καθρέφτη που τραβούσε κοντά του τον φτερωτό έρωτα σαν το αστραφτερό γυαλί της σιταρήθρας (Miroir des Alouettes).
Γι’ αυτό αγαπήθηκε από τις πιο λαμπερές γυναίκες της Τέχνης, που ήταν και έμεινε ο άνθρωπος της ζωής τους, τη Μαρία Καζαρές, την ηθοποιό, την Κατρίν Σελλέρ κι ακόμα την πρώτη του γυναίκα, και τη δεύτερη την Francine, μητέρα των παιδιών του, διαλεχτή μαθηματικό και μουσικό. Ο Camus ήταν ένας θερμός μεσογειακός χωρίς όμως να είναι και ερωτύλος. Ωστόσο η ερωτική αυτή ατμόσφαιρα που δημιουργούσε άθελα γύρω του, δεν του έδινε ευτυχία, τον βασάνιζε, γιατί αγαπούσε πραγματικά τη γυναίκα του που ο πόλεμος την κρατούσε μακριά του κάμποσα χρόνια τώρα.
Θα έλεγα πως μάλλον αφηνόταν να παρασυρθεί σε ερωτικούς δεσμούς γιατί τον αποσπούσαν από τους ενδοστροφικούς πονεμένους στοχασμούς του και τον ξεκούραζαν. Πιστεύω πως την πραγματική χαρά την ένιωσε κοντά στη φύση, στη θάλασσα που λάτρευε, τα μεγαλόπνοα έργα της τέχνης, και φυσικά, στην παγκόσμια αναγνώριση του έργου του.

Όταν στα σαράντα τέσσερά του χρόνια του απονεμήθηκε το βραβείο Nobel, γεγονός που γιορτάστηκε με πρωτοφανείς εκδηλώσεις χαράς σε όλο τον κόσμο. Ο Camus, έφηβος ακόμα, ζούσε με τον πόθο μιας λύτρωσης. Η πλούσια φαντασία του και ο βαθύς στοχασμός του, άνοιγαν κάθε τόσο νέους διάπλατους δρόμους που του επέτρεπαν να ξεφεύγει από τα στενά, δυσπνοϊκά μονοπάτια της ταλαιπωρημένης ζωής του για να λυτρωθεί, να ελευθερωθεί από την ψυχική φυλακή του. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και το πάθος του για το θέατρο. Είναι γνωστό πως από τα εφηβικά του χρόνια έπαιζε σε έναν θίασο που είχε ο ίδιος οργανώσει στο Αλγέρι. Το θέατρο ήταν για τον Camus μια φυγή από την καταπιεστική ζωή της καθημερινότητας που τον έπνιγε. Ήταν μια ποικιλία μέσα στη μονοτονία της ζωής, που του πρόσφερε τη δυνατότητα να ζει, με τους ρόλους που υποδυόταν, πολλές ζωές. Χαρακτηριστικό είναι πως του άρεσε να παίζει μόνος του τον ρόλο σε ένα κλειστό, άδειο θέατρο.
Όταν όμως βρισκόταν μπροστά στο αδιέξοδο, η σκέψη του πήγαινε καμιά φορά στην απορία μήπως η λύση ήταν ο θάνατος, όπως συμβαίνει σε ορισμένους ενδοστροφικούς νέους. Δεν ήταν ακόμα είκοσι δύο χρονών και σκεφτόταν κιόλας τον θάνατο αλλά τον ήθελε γεμάτο ευτυχία. Τότε, γράφει τον Ευτυχισμένο Θάνατο, ένα μυθιστόρημα που μετά τον θάνατό του δημοσιεύτηκε από τους φίλους του, σε πολύ λίγα αριθμημένα αντίτυπα, ένα από τα οποία μας χάρισε η γυναίκα του Francine, όταν επισκεφτήκαμε το Παρίσι. Μέσα στις σελίδες αυτές, που παρουσιάζουν τον θάνατο σαν μια ομαλή συνέχεια της ζωής, ή σαν επεισόδιο μιας ευτυχισμένης στιγμής, αντιλαμβάνεται κανείς την επίδραση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας πάνω στην πνευματική ιδιοσυστασία του μεγάλου αυτού ευρωπαίου, αλλά και ταυτόχρονα του γνήσιου μεσογειακού. Βλέπει τον Albert Camus, να συνοδεύει τον μεγάλο μας τραγικό Ευριπίδη, στις σκέψεις του για τον θάνατο.

Ο νεαρός Camus μην ξεχνάμε πως ήταν μόλις είκοσι δύο χρονών από αντίδραση στην ψυχική του καταπίεση, θέλει τον ήρωά του, Patrice Mersault, να ταυτίζεται μαζί του και να διαλέγει κοντά στη φύση μια ευτυχισμένη πορεία προς τον θάνατο.
Πορεία ανάλογη άλλωστε προς την ψυχική συμπεριφορά και τον αγώνα των νέων της εποχής, που, για να αντιδράσουν στην τεχνοκρατική αυτή περίοδο που μας καταδυναστεύει στη ζωή, καταφεύγουν, αδύναμοι καθώς είναι, στη βία, και πολλές φορές βρίσκουν διέξοδο στα ναρκωτικά, στην ιδέα του λευκού θανάτου, σα λύση στην ψευδαίσθηση ενός ευτυχισμένου θανάτου.

Ωστόσο, εκείνο που χαρακτηρίζει τον Camus και τη φιλοσοφία του είναι ο βαθύς σεβασμός του για τον άνθρωπο. Ο Camus δεν στέκεται στα περιθώρια της ανθρώπινης ζωής για να τον μελετήσει θεωρητικά, μπαίνει μέσα στη ζωή του ανθρώπου και συμμερίζεται τους καημούς και τους πόνους του. Γι’ αυτό είναι ο μόνος από τους υπαρξιστές φιλοσόφους, που πλησίασε τόσο κοντά τον άνθρωπο και σαν πιο ανθρώπινος, τον συγκίνησε βαθιά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι και ο πιο αγαπητός. Στην Ευρώπη και στην Αμερική όπου η ακτινοβολία του είναι πολύ μεγάλη, οι νέοι ιδιαίτερα, διαβάζουν άπληστα Camus και κάνουντις διατριβές τους πάνω στη φιλοσοφία του.

Ένα άλλο δείγμα της ανθρώπινης αυτής ευαισθησίας, είναι και η θερμή συνηγορία του για την υπόθεση της Κύπρου. Σε έναν μας περίπατο στις όχθες του Σηκουάνα, μιλώντας για τον Σίσυφο, η σκέψη του πέταξε στο μαρτυρικό νησί για να εκφράσει τους προφητικούς φόβους του για την τραγική μοίρα του, ταυτόχρονα όμως και να μαστιγώσει τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό που στάθηκε στο δράμα της Κύπρου ένας ανελέητος Πιλάτος. Χθες ακόμα ο Πρέσβυς της Κύπρου, κ. Κρανιδιώτης, μας έλεγε πως, όταν τον συνέλαβαν μαζί με τον Μακάριο, πρώτος ο Camus ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας και παρέσυρε μαζί του και άλλες πολλές σημαντικές προσωπικότητες της Ευρώπης.

Προσπάθησα να σας δώσω μια ιδέα από ένα στεγνό ψυχογραφικό πορτραίτο του γίγαντα αυτού της ευρωπαϊκής σκέψης που τη ζεσταίνει ο μεσογειακός ήλιος και το λόγο που ο Camus είναι τόσο ελκυστικός. Θα μπορούσα να μιλήσω ώρες πολλές για τον Camus και το πόσο ποτισμένος ήταν από το ελληνικό πνεύμα που κατά κάποιο τρόπο είχε αφομοιώσει. Τόσο, που να θεωρεί την Ελλάδα σαν θετή πνευματική του μητέρα. Η ελληνική αυτή παιδεία αποτελεί ένα είδος σπονδυλικής στήλης στην όλη δημιουργία του Camus. Γι’ αυτό και στην όποια έκφραση της προσωπικής σκέψης του, υπάρχει σχεδόν πάντα το στοιχείο το ελληνικό. Κι αυτό ακόμα που σας ανέφερα για τον «ευτυχισμένο θάνατο» είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πόσο είναι σύμφωνο και πόσο παράλληλα βαίνει με τους ενδόμυχους διαλογισμούς του.
Κατά συνέπεια ο Camus ήξερε καλά τις ελληνικές κλασικές απόψεις.
Τις είχε μελετήσει σε βάθος και σε πλάτος και ήταν απόλυτα επηρεασμένος από αυτές. Είναι φανερό πως η όλη εκδήλωση της φιλοσοφικής σκέψης του, είχε διαμορφωθεί από την Ελληνική Παιδεία. Γι’ αυτό και του έμεινε ο καημός να γνωρίσει από κοντά την Ελλάδα. Η φτώχεια, η αρρώστια, ο πόλεμος, η κατοπινή μεγάλη επιτυχία του καθώς και άλλα πολλά τον είχαν ως τότε εμποδίσει.

Και όταν πρωτοήλθε καλεσμένος μας τον Απρίλη του 1955, ήταν σαν ένας άνθρωπος που βρίσκεται ονειροπαρμένος. Στον Ναό της Αφαίας ξάπλωσε κατά γης και έμεινε εκεί τρεις ώρες ακίνητος. Δεν το έκανε για να παίξει θέατρο. Το αισθανόταν βαθιά συγκλονισμένος. Μέσα του είχε μια έντονη ευαισθησία, όταν ερχόταν σ’ επαφή με κάθε τι το ελληνικό. Τον χώρο, το φως, το χρώμα, την πέτρα, το μάρμαρο, το χώμα, τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τη θάλασσα. Η συναισθηματική του αντίδραση για ό, τι έβλεπε και άγγιζε γύρω του, έδιναν την εντύπωση πως ο Camus αντάμωνε ύστερα από χρόνια έναν παλιό αγαπημένο φίλο.

Συγκινητική στιγμή για μας, να βλέπουμε τον κορυφαίο αυτόν φιλόσοφο συγγραφέα να είναι τόσο σφιχτά δεμένος με τον τόπο μας, και να τον ξέρει τόσο καλά, δίχως ποτέ να τον έχει επισκεφθεί. Ο Camus στα σαράντα δύο του, με την αίγλη της μεγάλης, της παγκόσμιας επιτυχίας του να τον συνοδεύει, τούτες τις μέρες με τον ερχομό του στη χώρα μας ζούσε το πολυπόθητο όνειρο των εφηβικών χρόνων του. Το αντάμωμά του με τη θετή πνευματική του μητέρα. Την Ελλάδα.

* Το κείμενο και η φωτογραφία προέρχονται από το αρχείο του Ιδρύματος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -