Cat Is Art

Langston Hughes: Ο μαύρος αδελφός

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Είμαι ο μαύρος αδελφός.
Όταν έχουμε επισκέψεις
με στέλνουν να φάω στην κουζίνα,
μα εγώ γελώ,
τρώω γερά
και δυναμώνω.

Αύριο
θα καθίσω κι εγώ στο τραπέζι
όταν θα έχουμε επισκέψεις.
Κανείς δεν θα τολμήσει
να μου πει
«πάνε να φας στην κουζίνα».

Άλλωστε
θα δούνε πόσο όμορφος είμαι
και θα ντραπούν.

Ο μαύρος αδελφός (μετ. Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Λάνγκστον Χιουζ / Langston Hughes (1902-1967)

Ένας πολύ ταλαντούχος ποιητής της Αναγέννησης του Χάρλεμ, από τους πρώτους μαύρους συγγραφείς που προσπάθησαν να ζήσουν από το γράψιμο. Ήταν εμπνευσμένος ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, αρθρογράφος. Στην ποίησή του αγκάλιασε τους ρυθμούς της τζαζ και των μπλουζ, προφορικά στοιχεία και παραδόσεις και θεωρείται ο πρώτος τζαζ ποιητής της Αμερικής.
Γεννήθηκε το 1902 στο Τζόπλιν του Μισούρι. Η μητέρα του πολέμησε προκειμένου να μορφωθεί και τελικά έγινε δεκτός στο κοντινό σχολείο των λευκών όπου δέχτηκε το μίσος των δασκάλων, αντιμετώπισε την οργανωμένη αντίδραση των συμμαθητών του, υπόμεινε το αργό τσάκισμα του εγωισμού του. Μπόρεσε, στη συνέχεια, να παρακολουθήσει γυμνάσιο στο Οχάιο, όπου άρχισε να διαμορφώνεται η προσωπικότητά του. Οι περισσότεροι συμμαθητές του ήταν λευκοί και τον θυμούνται ως έναν όμορφο νεαρό με ινδιάνικη εμφάνιση, τον σέβονταν για την πραότητα του χαρακτήρα, τους τρόπους και τις ικανότητές του. Εκεί έγραφε για τη σχολική εφημερίδα, την Κουκουβάγια του Καμπαναριού, επιμελήθηκε την επετηρίδα και άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

Όλα τα ταμ-ταμ της ζούγκλας
χτυπούν μέσα στο αίμα μου.
Όλα τ’ άγρια και φλογερά φεγγάρια
της Αφρικής
λάμπουν μέσα στα βάθη
της ψυχής μου.
Φοβούμαι αυτόν τον πολιτισμό,
τον τόσο σκληρό,
τον τόσο δυνατό,
τον τόσο κρύο.

Για το πορτρέτο νεαρού Αφρικανού (μετ. Δημήτρη Σταύρου)

Ο πατέρας του τον έστειλε για σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Έπειτα από ενάμισι χρόνο τα παράτησε λόγω έντονων φυλετικών διακρίσεων – συμπλήρωσε αργότερα τη μόρφωσή του στο Πανεπιστήμιο Λίνκολν – κι άρχισε τα ταξίδια σ’ αναζήτηση δουλειάς. Άρχισε να γράφει στη “Chicago Defender”, για κοινωνικά και φυλετικά ζητήματα. Στα τέλη του 1940 έγραψε τους στίχους για το μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ “Street Scene”, σε μουσική του Kurt Weill με μεγάλη επιτυχία. Δίδαξε δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο της Ατλάντα, ήταν επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγου. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών, έγραψε είκοσι θεατρικά έργα, μετέφρασε το έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και της Χιλιανής ποιήτριας Γκαμπριέλα Μιστράλ. Ήταν διοργανωτής πολιτιστικών εκδηλώσεων, δημοσίευσε πολλές μαύρες ανθολογίες και οργάνωσε μαύρες θεατρικές ομάδες στο Λος Άντζελες, το Σικάγο και στη Νέα Υόρκη.

Στο χαρακτηριστικό δοκίμιό του, το 1926, “Ο μαύρος καλλιτέχνης και το φυλετικό βουνό” (The Negro Artist and the Racial Mountain) ο Χιουζ διερεύνησε τις συνθήκες που έζησαν, εργάστηκαν και επέζησαν, παρά τις μεγάλες αντιξοότητες, οι Αφροαμερικανοί και εξήρε τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα. Επικεντρώθηκε στην εργατική τάξη και προσπάθησε να φωτίσει τα προβλήματα όλων των καταπιεσμένων. Το έργο του διαπερνά η υπερηφάνεια της αφροαμερικανικής ταυτότητας και κουλτούρας, αντανακλά τα αισθήματά του για το λαό του με τις χαρές και τις λύπες του, εκφράζει τη φτώχεια και τις ελπίδες του. Ο στίχος του είναι μια λυρική διαμαρτυρία, ένα σιγανό παράπονο, μια ναρκωμένη ελπίδα μια υπενθύμιση ότι το μαύρο είναι όμορφο.

Τα ποιήματά του είναι κραυγές απόγνωσης, ποτισμένα με καυτό δάκρυ και μια διάχυτη λαχτάρα για ισότητα και αδελφοσύνη.

Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες,
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι ,
είναι νύχτα
και φοβόμαστε.

Φοβισμένοι (μετ. Δημήτρη Σταύρου)

Ο Χιουζ ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση, προσχώρησε στο κομμουνιστικό κόμμα, μα το 1950 κατήγγειλε την κομμουνιστική ιδεολογία ως ουτοπία. Η αυτοβιογραφία του “Η μεγάλη θάλασσα” δημοσιεύτηκε το 1940. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που αγάπησε το λαό του. Ο στίχος του αποτελεί όπλο ενάντια στους εχθρούς του, ελπίδα και συνάμα αγωνία για τους ανθρώπους της φυλής του, μήνυμα πανανθρώπινο ισότητας και αγάπης για την οικουμένη. Μέχρι το θάνατό του το 1967, ο Hughes δημοσίευσε εννέα τόμους ποίησης, οκτώ βιβλία διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και διάφορα έργα, παιδικά βιβλία και μεταφράσεις.

Το ήσυχο,
Κρύο πρόσωπο του ποταμού
Ένα φιλί μου ζήτησε.

Σημείωμα αυτοκτονίας (μετ. Λ. Καραπαναγιώτης)

Στις 22 Μαΐου 1967, στην κηδεία του η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη τζαζ και μπλουζ μουσική. Οι στάχτες του ενταφιάστηκαν κάτω από το πάτωμα στη μέση του φουαγιέ του Κέντρου Arthur Schomburg για την Έρευνα του Μαύρου Πολιτισμού στο Χάρλεμ. Ο σχεδιασμός στο πάτωμα που καλύπτει τις στάχτες του είναι ένα αφρικανικό κοσμόγραμμα με τίτλο “Rivers”. Ο τίτλος προέρχεται από το εμβληματικό του ποίημα, Ο νέγρος μιλεί για ποταμούς, στο οποίο ενσωματώνει την αφρικανική του κληρονομιά. Το ποίημα υποδηλώνει ότι, όπως και τα μεγάλα ποτάμια του κόσμου, ο αφρικανικός πολιτισμός θα υπομείνει και θα εμβαθύνει. Η είσοδος σε ένα αμφιθέατρο ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του. Το σπίτι του στην Ανατολική 127η οδό, έγινε ιστορικό ορόσημο της Νέας Υόρκης. Τα βραβεία Γκουγκενχάιμ και Γουίτερ Μπίνερ και η αναγνώρισή του από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων (το 1981 το όνομά του προστέθηκε στο αντίστοιχο Εθνικό Μητρώο) αποτελούν δείγματα αναγνώρισης της συμβολής του στον τομέα της λογοτεχνίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Γνώρισα ποταμούς:
Γνώρισα ποταμούς παλιούς σαν τον κόσμο,
και πιο παλιούς από τη ροή ανθρώπινου αίματος
σε ανθρώπινες φλέβες.

Η ψυχή μου έγινε βαθιά σαν τους ποταμούς

Λούστηκα στον Ευφράτη όταν οι αυγές ήταν νέες.
Έχτισα το καλύβι μου κοντά στον ποταμό Κόγγο,
κι αυτός με νανούρισε να κοιμηθώ.
Αγνάντεψα το Νείλο κ’ έχτισα τις πυραμίδες πάνωθέ του.
Άκουσα το τραγούδι του Μισισιπή,
τότε που ο Αβραάμ Λίνκολν πήγε πέρα στη Νέα Ορλεάνη
και είδα το λασπερό στήθος του ποταμού
να γυρίζει σε χρυσαφί κατά το ηλιόγερμα.

Γνώρισα ποταμούς:
Παλιούς, λασπερούς ποταμούς.
Η ψυχή μου έγινε βαθιά σαν τους ποταμούς.

Ο νέγρος μιλεί για ποταμούς/ The Negro Speaks of Rivers -1902 (μετ. Δημ. Σταύρου).

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουLangston Hughes: Ο μαύρος αδελφός

Related Posts