30 C
Athens
Σάββατο 20 Ιουλίου 2024

Ο μεγάλος έρωτας που χώρεσε σ’ ένα “γοβάκι”

Μια συναισθηματική και πνευματική διαθήκη, που αποκρυσταλλώνει το απαύγασμα της ζωής και της φιλοσοφίας του συγγραφέα της, είναι το «Το ατλαζένιο γοβάκι» (1919-1924) του Πωλ Κλωντέλ. Μια κολοσσιαία δραματική κατασκευή, μοναδική μέσα στο έργο του αλλά και στο θέατρο του 20ου αιώνα. Η σκηνή του δράματος είναι ο κόσμος, όπως ο κόσμος όλος είναι μια σκηνή.
Πριν από χρόνια (2009) είχα παρακολουθήσει τον «Κλήρο του Μεσημεριού» με την υπέροχη Αμαλία Μουτούση ως Υζέ. Ο Κλωντέλ κατέθετε στο αυτοβιογραφικό αυτό έργο το βάθος του πνεύματος, το απαράμιλλο του ύφους και τη γοητεία της γλώσσας του, δημιουργώντας ένα συγκλονιστικό κείμενο για την αναζήτηση της αγάπης, γεμάτο ευαισθησία, ανατροπές και απρόοπτες εξελίξεις. Ο διεθνούς φήμης σκηνοθέτης Γιόσι Βίλερ επεξεργάστηκε το ανέβασμά του με το Εθνικό Θέατρο, έχοντας στη διάθεσή του ένα μοναδικό κουαρτέτο Ελλήνων ηθοποιών. Εκτός από την Αμαλία Μουτούση, έπαιζαν ο Νίκος Κουρής, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και ο Νίκος Καραθάνος. Φέτος είχα την ευτυχία να διδαχτώ και το άλλο αυτοβιογραφικό έργο του συγγραφέα, σε σκηνοθεσία μιας Ελληνίδας σκηνοθέτιδας, της Έφης Θεοδώρου.

 

Το έργο διαπερνά πολλές εποχές και ηπείρους και μιλάει με απαράμιλλο τρόπο για τον έρωτα, την αμαρτία, την ηθική, τη θυσία, το θείο, το ανθρώπινο, που συνδιαλέγονται σ’ ένα παιχνίδι ανάμεσα στον παράδεισο και τη γη, το πνεύμα και τη σάρκα. Το σύμπαν ολόκληρο μεταβάλλεται σε ένα ολοζώντανο κείμενο και αξιοποιείται ως πλαίσιο δράσης ενόσω εντός του επιτελείται η υπερβατική ισορροπία μεταξύ ορατού και αόρατου. Η δράση του έργου λαμβάνει χώρα σε όλη την υφήλιο, από την Ευρώπη και την Αμερική έως την Αφρική και την Ασία. Η δε πλοκή διαδραματίζεται κατά ένα φανταστικό τρόπο μέσα σε τέσσερις ημέρες. Πρόκειται για ένα γιγάντιο ταξίδι γεμάτο συναρπαστικές περιπέτειες, προσωπικές φιλοδοξίες και ανομολόγητες επιθυμίες. Πυρήνας του ο απαγορευμένος έρωτας της Δόνιας Προέσα για τον Δον Ροντρίγκο. Ποτέ άλλοτε η δραματουργία δεν υπήρξε τόσο προσωπική. Η ερωτική ιστορία σχεδιάζεται πάνω στα χνάρια που άφησε εκείνη του Κλωντέλ και της Rosalie Vetch. Η Ροζαλύ ήταν ο μεγάλος έρωτας στη ζωή του Πωλ Κλωντέλ με την οποία απέκτησε μια κόρη, «το αγαπημένο παιδί της καρδιάς μου, το ακριβό και οδυνηρό μυστικό της ζωής μου», όπως έγραψε σε μια επιστολή του. Γνωρίστηκαν το 1900 στο πλοίο για την Κίνα, ερωτεύτηκαν παράφορα και έζησαν επί τέσσερα χρόνια μαζί, διακινδυνεύοντας τη διπλωματική του σταδιοδρομία. Το 1904 η Ροζαλύ επιστρέφει στην Ευρώπη και εξαφανίζεται από τη ζωή του. Δεκατρία χρόνια αργότερα στέλνει στον Κλωντέλ ένα γράμμα που θα τον εμπνεύσει να γράψει το «Ατλαζένιο Γοβάκι».
Η Ισπανία της εποχής της Αναγέννησης, των κατακτητικών πολέμων, ο απόλυτος, αδύνατος έρωτας μέσα από μια θεατρική φόρμα που εναλλάσσει περίτεχνα το λυρικό και το επικό στοιχείο, το υψηλά ποιητικό και το προκλητικά πεζό, το δραματικό και το κωμικό, διαφαίνονται ανάγλυφα με όχημα την υπερβατική διάσταση της λογοτεχνίας. Ο Κλωντέλ συνθέτει ένα έργο για την κατάκτηση του Κόσμου, του Άλλου, του Θεού. Πάνω απ’ όλα όμως, συλλαμβάνει και παραδίδει στην αιωνιότητα έναν ύμνο για το θέατρο, για την απεριόριστη δύναμή του, μόνος τόπος και μέσον, χωρο-χρόνος, όπου μπορείς να αφηγηθείς τα πάντα για τη ζωή, εκεί όπου «ο καημένος ο άνθρωπος μπορεί να γίνει για λίγες ώρες Θεός».
Το “Ατλαζένιο Γοβάκι” είναι το φωτεινό προσωπείο της αυτοβιογραφίας του ποιητή, μετουσιωμένης σε μύθο. Χρειάστηκαν 374 σελίδες για να ξεγυμνωθεί μια ανθρώπινη ψυχή και να προκύψει ένα θέατρο μυστικιστικό, ένα θέατρο μυθικό και ανθρώπινο ταυτόχρονα! Στο επίκεντρο της δράσης ένας απαγορευμένος, αδύνατος έρωτας – αυτός που υπήρξε το καύσιμο για όλη τη ζωή του Κλωντέλ. Ο ίδιος που ξανασυναντάμε ως βασικό μοτίβο και στον «Κλήρο του Μεσημεριού», μόνο που εκεί είχε τη μορφή ενός κουαρτέτου σε θέατρο δωματίου. Εδώ ο έρωτας γίνεται μανιφέστο, γίνεται παντιέρα, γίνεται άνεμος και ταξιδεύει σε όλα τα σημεία της Γης: από την Αφρική στον Ορινόκο και από την Πράγα στον Παναμά, σε μια πορεία που ακολουθεί τις διαδρομές του ίδιου του Κλωντέλ, που ήταν διπλωμάτης. Με βασικό σκηνικό, λοιπόν, την Ισπανία του Χρυσού Αιώνα (του 16ου αι.), των conquistadores και του καθολικισμού, και μέσα από μια γλώσσα ποιητική σε ελεύθερο στίχο (ο περίφημος verset claudelien) ο Κλωντέλ συνθέτει ένα τολμηρό και αναπάντεχο έργο πάνω στα πανανθρώπινα ιδανικά και την πίστη του στον έρωτα. Μάγος των λέξεων και των ονείρων, ο Κλωντέλ μέσα από μια υπέρτατη και λυτρωτική μεταμόρφωση βιώνει το απόλυτο θαύμα της θνητής ύπαρξής του.

Ο πρωταγωνιστής ήρωας Δον Ροντρίγκο ενσαρκώνει το πνεύμα των μεγαλόπνοων κατακτήσεων και την παθιασμένη δίψα για υπέρμετρη δόξα. Το πεπρωμένο φέρνει στο δρόμο του την όμορφη και νεαρή σύζυγο του κυβερνήτη, τη Δόνια Προέσα. Ανάμεσά τους δημιουργείται ένας ακατάλυτος συναισθηματικός δεσμός. Και οι δύο αφήνονται στην ψευδαίσθηση της επίγειας ευτυχίας, η θεία βούληση όμως τους υποδεικνύει ότι η λύτρωση από την αλαζονεία της ύβρης δεν βρίσκεται παρά στο δρόμο της άρνησης. Η Δόνια Προέσα, παθιασμένη από τις δυνάμεις της ανεκπλήρωτης ερωτικής επιθυμίας, προσεύχεται για να επέλθει η κάθαρση, αφήνοντας ενέχυρο το γοβάκι της από φίνο και στιλπνό ατλάζι, περιμένοντας να νικήσει το καλό σε αυτή την εσωτερική πάλη. Το αίσθημα όμως των δύο ερωτευμένων αντί να σβήσει διατρανώνεται μέσω της θυσίας, τους κυριεύει και καθίσταται μια αέναη πηγή ζωής, μια απελευθέρωση για τις ευαίσθητες ψυχές.
Η Δόνια Προέσα υποχρεώνεται, κατόπιν εντολής του βασιλιά και του συζύγου της, να εγκαταλείψει την Ισπανία για το Μογκαντόρ, ένα κάστρο στην Αφρική, με σκοπό να υπερασπιστεί εκεί τα ισπανικά συμφέροντα, αναχαιτίζοντας την επέκταση του Ισλάμ. Μετά το θάνατο του Δον Πελάγιου, του συζύγου της, η Δόνια Προέσα στέλνει μια επιστολή στον Δον Ροντρίγκο για να έρθει να τη βρει αλλά η επιστολή αυτή φτάνει στα χέρια του δέκα χρόνια αργότερα. Εν τω μεταξύ, εκείνη έχει παντρευτεί τον Δον Καμίλλο και ο Δον Ροντρίγκο κατακτά την Αμερική, διαπράττοντας αγριότητες απέναντι στους αυτόχθονες, με άλλοθι τον εκχριστιανισμό τους. Μόλις λαμβάνει την επιστολή, ταξιδεύει στο Μογκαντόρ και συναντά τη Δόνια Προέσα για μία και μοναδική φορά, λίγο πριν από το θάνατό της. Εκείνη, του μεταδίδει τη χαρά που της προσφέρει η θρησκευτική πίστη και από το θάνατό της, ο Δον Ροντρίγκο απαρνείται το βίαιο παρελθόν του και μεταμορφώνεται σε έναν άνθρωπο που επιζητά την ειρήνη. Τιμωρείται από το βασιλιά της Ισπανίας για εσχάτη προδοσία, καταλήγει σκλάβος σε ένα καράβι και τελικά σώζεται τυχαία από μια καλόγρια.
Το μεγαλύτερο κύμα ποιητικής θάλασσας που δεχθήκαμε από την εποχή του Ουγκό, γράφουν οι κριτικοί για τον Πωλ Κλωντέλ. Ο Πωλ Κλωντέλ έγραψε το «Ατλαζένιο Γοβάκι» στην Ιαπωνία, στο διάστημα 1919 με 1924. Ο κορυφαίος Γάλλος συγγραφέας θίγει σ’ αυτό το έργο του όλα τα καίρια ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως ο έρωτας, ο θάνατος, η αμαρτία, η εξιλέωση και η έννοια του θείου.
Το εμβληματικό έργο, που έχει συμπεριληφθεί στη λίστα της εφημερίδας «Le Monde» με τα 100 σημαντικότερα βιβλία του περασμένου αιώνα, εκδόθηκε το 1929 και ανέβηκε στη σκηνή για πρώτη φορά το 1943 σε σκηνοθεσία του Ζαν Λουί Μπαρό, σε μία παράσταση διάρκειας τεσσάρων ωρών.
Ορόσημο της κλωντελικής δημιουργίας, το “Ατλαζένιο Γοβάκι” αποτελεί ένα από τα εμβληματικότερα έργα του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου θεάτρου χάρη στη μεγαλοφυή σύλληψή του και στο πολυσύνθετο πνευματικό του υπόβαθρο.
Η πρωτοτυπία του έγκειται στο γεγονός ότι θέτει υπό αμφισβήτηση όλους τους κανόνες της κλασικής δραματουργίας ενώ συγχρόνως εμπεριέχει και όλες τις θεατρικές αναζητήσεις του 20ου αιώνα.
Έργο ενταγμένο στο συμβολισμό, θεοκεντρικό και παράξενο, είναι αρκετά απαιτητικό και προσηλωμένο στην αναζήτηση της ισορροπίας στην αιωνιότητα.
Ανέβηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Έφης Θεοδώρου στις 30 και 31 Ιουλίου 2014, στις 20.00, στην Πειραιώς 260, Κτήριο Δ, σε μια περιορισμένης διάρκειας σκηνική εκδοχή του έργου τεσσάρων ωρών.
Η παράσταση δομήθηκε έξυπνα ως ψηφιδωτό, ακριβώς όπως και ο Κλωντέλ έγραψε το έργο. Το ψηφιδωτό που έφτιαξε η Έφη Θεοδώρου με τους συνεργάτες της διαμορφώθηκε ως μια ημιτελής και άτακτη παράθεση ποικιλόμορφων ψηφίδων, που ωστόσο έκρυβε επιδέξια τη δραματουργική, ποιητική, ιστορική και ιδεολογική έρευνά τους.
Η θεατρική του προσέγγιση αναδείχτηκε εξόχως εικονοπλαστική. Ο έναστρος ουρανός, το πλοίο, το υδάτινο στοιχείο, όλα τα ποιητικά κοσμοείδωλα του Κλωντέλ, διάσπαρτα μαζί με τις ανθρώπινες φιγούρες του έργου, σκιαγράφησαν σκηνές μεγαλείου και αρμονίας.
Όλα τα πρόσωπα που ερμήνευσαν οι άξιοι ηθοποιοί άντλησαν το μικρόκοσμό τους απευθείας από την έμπνευση του συγγραφέα, δίχως να χάσουν ούτε μια στιγμή τη συμβολική και οικουμενική υπόσταση που τους έχει δωρίσει στο έργο. Η περίφημη Μαργκοτίν, παραδείγματος χάριν, είναι η Audrey Parr, η φημισμένη για την ομορφιά της καλλιτέχνιδα που ο συγγραφέας γνώρισε το 1917 στη Βραζιλία. Το δε όνομα του Δον Καμίλλο παραπέμπει σε εκείνο της αδελφής του, της σπουδαίας γλύπτριας Camille Claudel.
Οι ηθοποιοί όλοι ανεξαιρέτως (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Μαριάννα Δημητρίου, Μάξιμος Μουμούρης, Δημήτρης Παπανικολάου, Μαρία Σκουλά, Γιώργος Τζαβάρας, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Γιώργος Φριντζήλας, Νικόλας Χανακούλας) με άφησαν κατάπληκτη με την ακούραστη ζωντάνια τους. Έκαναν ένα τιτάνιο έργο, όχι μόνον επειδή αποστήθισαν τεράστια και δύσκολα κείμενα, αλλά και διότι έπλασαν τους χαρακτήρες σαν να ξεπηδούσαν μαγικά από τις σελίδες του βιβλίου. Ερμήνευσαν με ποίηση, πάθος, ενθουσιασμό και αρετή.
Θαύμασα επίσης την εξαιρετική εικαστικότητα και λειτουργικότητα των σκηνικών της Εύας Μανιδάκη, τα πλούσιας έμπνευσης πολύχρωμα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, την επιβλητική μουσική του Νίκου Πλάτανου, τη διάνοια της κίνησης των Ερμή Μαλκότση και Καμίλο Μπεντανκόρ, τους ύψιστης ευγένειας και τόνου φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου. Συγχαρητήρια αξίζουν και στη βοηθό σκηνοθέτη Νάσια Φουρτούνη για την επίπονη -όπως υποθέτω-εργασία της.
Η Έφη Θεοδώρου υποψιάζομαι πως δημιούργησε μια παράσταση ισότιμη των παρισινών. Όλα τα στοιχεία που εμφύσησε ο Κλωντέλ στο έργο, όπως η αποχαλίνωση της ανηθικότητας, η άρνηση του νόμου, η αγάπη της γυναίκας, η ανεξίτηλη σφραγίδα του έρωτα, οι δεσμοί του αίματος και της κάστας, τα πάθη του σύμπαντος, η πορεία των βασάνων, ήταν εκεί παρόντα και μάλιστα με απόλυτη καθαρότητα. Παρά την κούραση της πολύωρης παρακολούθησης και τα πολύ μικρά χάσματα, απόλαυσα μια υψηλής αισθητικής και φιλοδοξίας σκηνική περιπέτεια γεμάτη από τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης και τη δίψα της καλλιτεχνικής ελευθερίας.

«Η τάξη είναι η ευχαρίστηση της λογικής: αλλά η αταξία είναι η απόλαυση της φαντασίας».
«Η σκηνή αυτού του δράματος είναι ο κόσμος».
Πωλ Κλωντέλ

* Ο Πωλ Κλωντέλ (Paul Claudel, Βιλνέβ-σιρ-Φερ 1868 – Παρίσι 1955) υπήρξε κορυφαίος Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, καθώς και διπλωμάτης. Ταξίδεψε και έζησε στη Σανγκάη, την Πράγα, τη Φρανκφούρτη, το Αμβούργο, εκπροσωπώντας τη Γαλλία. Διετέλεσε πρέσβης της Γαλλίας στο Τόκιο, την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες.
Συνολικά το έργο του διαπνέεται από έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, το οποίο πηγάζει από τη βαθιά του πίστη στον καθολικισμό. Η πρώιμη γραφή του χαρακτηρίζεται από την επιρροή των Γάλλων συμβολιστών και ιδιαίτερα του Ρεμπό. Καθώς συνέγραψε το έργο του παράλληλα με τα καθήκοντα του διπλωμάτη, το εξωτικό και κοσμοπολίτικο στοιχείο είναι παρόν στο θεατρικό του έργο. Το σημαντικότερο ποιητικό του έργο θεωρείται “Οι πέντε μεγάλες Ωδές” (1910). Από τα θεατρικά του έργα αναφέρουμε ενδεικτικά: “Ο χρυσοκέφαλος”, “Η ανταλλαγή”, “Ο κλήρος του μεσημεριού”. Το “Ατλαζένιο Γοβάκι” θεωρείται το αριστούργημά του. Συνέγραψε επίσης θεωρητικά κείμενα για την ποιητική τέχνη, κείμενα σχετικά με τη Βίβλο και κριτικά δοκίμια για το έργο άλλων συγγραφέων. Ο Κλωντέλ διαμόρφωσε την προσωπικότητά του ανάμεσα στους συμβολιστές ποιητές, συναναστράφηκε τον Μαλαρμέ και επηρεάστηκε βαθιά από την ποίηση του Ρεμπό. Η θρησκευτική κρίση που το διάστημα 1886-90 αναθέρμανε την πίστη του, στιγμάτισε την πορεία ολόκληρης της ζωής του. Την ίδια περίοδο δοκίμασε ένα είδος ακανόνιστου στίχου, μεταβλητού μήκους ανάλογα με τον τρόπο ομιλίας, έτσι ώστε να αναπαράγεται ο ίδιος ο ρυθμός της αναπνοής. Επρόκειτο για ένα αποτελεσματικότατο εκφραστικό μέσο, το οποίο έδωσε έναν τελείως προσωπικό χαρακτήρα στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του.

O Πωλ Κλωντέλ στην Ιαπωνία το 1921

Οι ταξιδιωτικές εμπειρίες του από τις μακρινές χώρες που υπηρέτησε αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή πολλών δοκιμίων του, όπως το “Γνωριμία με την Ανατολή” (1900). Το 1946 έγινε ακαδημαϊκός.
Στα λυρικά του –όπως οι “Πέντε μεγάλες ωδές” και το “Corona benignitatis anni Dei” (1915)– ο εκλεπτυσμός και η σύγχρονη ποιητική ελευθερία υποτάσσονται σε έναν ορισμένο απολογητικό σκοπό: η ευρύτητα και η ποικιλία του σύμπαντος εξυμνούνται ως μαρτυρίες για την ύπαρξη του Θεού. Παρόμοια αντίληψη εκφράζεται και στο έργο του “Ποιητική τέχνη” (1907).
Τα θεατρικά κείμενά του αποτελούν, μαζί με εκείνα του Μέτερλινκ, τη σπουδαιότερη δραματική έκφραση της συμβολικής ποίησης. Στα κείμενά του, που δεν είναι γραμμένα αποκλειστικά για το θέατρο, οι σκηνικές απαιτήσεις συχνά καλύπτονται από την ευγλωττία και τον λυρισμό, καθώς και από μια ελευθερία σύνθεσης, η οποία έχει αντληθεί από τα μεγάλα πρότυπα του Αισχύλου, του Σαίξπηρ και των Ισπανών δραματουργών. Άξιοι μνείας είναι επίσης οι σχολιασμοί του σε βιβλία άλλων συγγραφέων.

Ο πύργος του

Το 1927, λίγα χρόνια πριν συνταξιοδοτηθεί από το διπλωματικό σώμα ο Πωλ Κλωντέλ αγόρασε τον πύργο στην είσοδο της Μπρανγκ (Ιζέρ), ενός υπέροχου χωριού κοντά στην Αλσατία, το οποίο παλιότερα είχε εμπνεύσει και τον Σταντάλ να γράψει το «Κόκκινο και το Μαύρο». Ο πύργος, ένας παράδεισος με αναρίθμητα δωμάτια και διαδρόμους μέσα σε ένα κτήμα 170 στρεμμάτων στους πρόποδες της οροσειράς Μπιζί, όπου θα ρίζωνε ο Κλωντέλ μαζί με την πολυμελή οικογένειά του, είναι σήμερα ένα μνημείο αφιερωμένο στο μεγάλο Γάλλο δραματουργό.
Τα πάντα έχουν μείνει όπως ακριβώς τα άφησε ο Κλωντέλ, η πολυθρόνα του στο «κόκκινο δωμάτιο», το τραπέζι για τα επιτραπέζια παιχνίδια, το γραφείο όπου έγραφε τα έργα του. Και όλα τον θυμίζουν. Πρώτα απ’ όλα η αλέα με τις φιλύρες, που εξακολουθεί να είναι ίδια και απαράλλαχτη από τότε που ο Πωλ Κλωντέλ τη διέσχιζε καθημερινά για να πάει στην εκκλησία του χωριού αλλά και η βιβλιοθήκη της Μπρανγκ όπου βρίσκονται φυλαγμένοι 3.000 τόμοι με έργα των αγαπημένων συγγραφέων του, ανάμεσά τους και οι Ρεμπό, Σαίξπηρ, Αισχύλος, Δάντης.

Ο τάφος του Κλωντέλ στην Μπρανγκ

Ο εντυπωσιακός τάφος και η λεύκα που φύτεψε εκεί δίπλα αμέσως μετά τον θάνατό του Κλωντέλ το 1955 ο θρύλος του γαλλικού θεάτρου Ζαν Λουί Μπαρό, βρίσκεται μέσα στο πάρκο του πύργου, ο ίδιος ο ποιητής άλλωστε είχε επιλέξει το σημείο «στην πιο απομακρυσμένη γωνιά του κήπου». Στην επιτύμβια επιγραφή διαβάζεις «Εδώ κείτονται τα λείψανα και ο σπόρος του Πωλ Κλωντέλ», φράση εμπνευσμένη από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους. Με λίγα λόγια ο Κλωντέλ εξακολουθεί να ζει στην Μπράνγκ. Η Βιβιάν, η κηπουρός, μάλιστα ισχυρίζεται ότι έχει φωτογραφίσει το φάντασμά του να πλανιέται μέσα στους κήπους. Ακριβώς όπως στα παραμύθια.

Ο Paul Claudel, η Camille Claudel με την οικογένειά τους στο μπαλκόνι στην Boulevard de Port-Royal στο Παρίσι, 1887

Ο πύργος της Μπρανγκ όμως έχει γίνει αφορμή για μεγάλες διαφωνίες στους κόλπους της οικογένειάς του. «Το κόστος της συντήρησής του είναι πολύ μεγάλο», ισχυρίζεται η Ρενέ Ναντέτ Κλωντέλ, η μικρότερη κόρη του ποιητή που γεννήθηκε το 1917. Η γηραιά κυρία μοιάζει εντυπωσιακά με τον πατέρα της. Έχει το ίδιο γαλάζιο βλέμμα και το πλούσιο γέλιο, κληρονόμησε ακόμη και την αγροτική δύναμη και τη σκληράδα που διέθετε ο πατέρας της. Η Μαρί, ο Πιερ και η Ρεν –τα τρία μεγαλύτερα παιδιά του Κλωντέλ (τουλάχιστον τα νόμιμα)- έχουν ήδη πεθάνει και ο Ανρί, ο οποίος είναι ήδη 100 ετών, δεν ασχολείται πλέον με τις οικογενειακές υποθέσεις.
Η μνήμη του Κλωντέλ διατηρείται ολοζώντανη και στο διαμέρισμα της Ρενέ στο Παρίσι, στη οδό ντι Πον Λουί Φιλίπ, όπου βρίσκεται η έδρα του Ιδρύματος Πωλ Κλωντέλ. Η Ρενέ ανέλαβε μαζί με τον αδελφό της Πιέρ (πέθανε το 1979) την επίβλεψη και τη διάδοση του έργου του πατέρα της. «Πάντα πίστευα ότι η Μπρανγκ δεν μπορεί να είναι μόνο τόπος διαμονής της οικογένειας», λέει σε συνέντευξή της στη “Le Monde”. Έτσι το 1972 οργάνωσε τις «Συναντήσεις της Μπρανγκ» που γίνονται κάθε Ιούνιο και κατά τη διάρκειά τους καλλιτέχνες και ακαδημαϊκοί απ’ όλο τον κόσμο συναντιούνται στον πύργο και μιλάνε για τον Κλωντέλ. Βοηθούμενη από την κόρη της Μαρί Βικτουάρ Ναντέτ και την ανιψιά της (κόρη του Πιερ) Βιολέν Μποζόν, η Ρενέ παλεύει χρόνια τώρα να κάνει τον πύργο της Μπρανγκ ένα βιώσιμο πολιτιστικό κέντρο. Οι τρεις γυναίκες όμως δεν είναι παρά ένα κομμάτι μιας μεγάλης οικογένειας. Οι υπόλοιποι -ο κλάδος του Ανρί Κλωντέλ π.χ.- δεν συμμερίζονται καθόλου τις φιλοδοξίες τους. Θα προτιμούσαν να πουλήσουν τον πύργο ή να τον εκμεταλλευτούν εμπορικά αφού τα έσοδα του Ιδρύματος δεν επαρκούν για τη συντήρησή του.
Προς το παρόν, οι έντεκα κληρονόμοι -τα παιδιά του Κλωντέλ, Ρενέ και Ανρί και τα εννιά εγγόνια του- μοιράζονται το μισό ποσό των χρημάτων από τα πνευματικά δικαιώματα, τα οποία όμως θα λήξουν το 2026, ενώ τα υπόλοιπα διατίθενται για τη συντήρηση της ιδιοκτησίας. Ενώ τα έσοδα για μια χρονιά ανέρχονται στα 96.000 ευρώ περίπου, το κόστος για τη συντήρηση του πύργου και του κτήματος ξεπερνάει τα 6.000 ευρώ το μήνα. Και αν εξωτερικά οι φθορές δεν είναι ορατές, στο εσωτερικό του πύργου πολλά πράγματα καταρρέουν, όπως π.χ. η ταπετσαρία στη βιβλιοθήκη του Κλωντέλ. Η λύση που βρέθηκε σε συνεργασία με τον Κριστιάν Σιαρετί, διευθυντή του Theatre National Populaire (TNP), να γίνει η Μπρανγκ κέντρο για πολιτιστικά δρώμενα γενικότερα, δεν φαίνεται να προχωράει καθώς οι τοπικοί άρχοντες αντιμετωπίζουν μάλλον αδιάφορα την πρόταση. Το θέμα είναι περίπλοκο αφού, σύμφωνα με πληροφορίες, τα μέλη της οικογένειας δεν θέλουν να παραιτηθούν από το δικαίωμά τους να κατοικούν στον πύργο. Τι θα γίνει, λοιπόν, στο μέλλον; Άγνωστο προ το παρόν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η τρίτη γενιά των Κλωντέλ μετράει 60 μέλη.
Οι απογόνοι του Πωλ Κλωντέλ συνδέονται με την οικογένεια Καρτιέ (των χρυσοχόων). Ο Πωλ Ζωρζ Κλωντέλ -τον οποίο όλοι αποκαλούν απλά Πωλ, όπως και τον παππού του- παντρεύτηκε τη Μαρί Κλωντέλ, κόρη του Πιέρ και αδελφή της Βιολέν Μποζόν. Ξαδέλφια και σύζυγοι, λοιπόν, ο Πωλ και η Μαρί είναι ιδιοκτήτες ενός μεσαιωνικού πύργου στην άλλη πλευρά του Ροδανού απέναντι ακριβώς από την Μπρανγκ. Στην περιοχή ψιθυρίζεται ότι οι «αιμομείκτες» -όπως τους αποκαλούν πίσω από την πλάτη τους οι γηραιότεροι- ενδιαφέρονται για την εμπορική εκμετάλλευση του πύργου που αγόρασε ο παππούς τους. Θα μπορούσε για παράδειγμα να γίνει πολυτελές ξενοδοχείο.

H γλύπτρια Καμίλ Κλωντέλ
Όμως αυτά τα πράγματα δεν συζητιούνται φανερά. Στα σαλόνια του πύργου εξάλλου ανέκαθεν επιβαλλόταν η σιωπή για κάποια θέματα. Για παράδειγμα δεν μιλούσαν ποτέ για την Καμίλ, την αδελφή του Πωλ Κλωντέλ, γλύπτρια και ερωμένη του Ροντέν. Είναι όμως γνωστό τοις πάσι ότι λίγο μετά το θάνατο του πατέρα της, η μητέρα και ο (θρησκευόμενος) αδελφός της έκλεισαν την Καμίλ σε ψυχιατρική κλινική από όπου δεν ξαναβγήκε ποτέ. Φυσικά δεν μιλούσαν ποτέ και για την ανεπίσημη οικογένεια του ποιητή, για τη Ροζαλί Βετκ και τη Λουίζ. Η Ροζαλί ήταν ο μεγάλος έρωτας του Κλωντέλ, η Υζέ στον «Κλήρο του Μεσημεριού» και η Προυέζ στο «Ατλαζένιο Γοβάκι». Και η Λουίζ ήταν η κόρη που απέκτησε το παράνομο ζευγάρι, το «αγαπημένο παιδί της καρδιάς μου, το ακριβό και οδυνηρό μυστικό της ζωής μου», όπως έγραφε ο Κλωντέλ σε ένα γράμμα προς τη φίλη του Ανιές Μεγιέρ.
Ο Κλωντέλ και η Ροζαλί γνωρίστηκαν το 1900 στο πλοίο για την Κίνα. Ο νεαρός διπλωμάτης -32 ετών τότε- ερωτεύτηκε παράφορα την κομψή γυναίκα που ταξίδευε με τα τέσσερα παιδιά της για να συναντήσει τον σύζυγό της Φράνσις Βετκ, έναν τυχοδιώκτη που έκανε δουλειές στην Άπω Ανατολή. Την πήρε μαζί του, εγκαταστάθηκαν στο γαλλικό προξενείο της πόλης Φουζού στην επαρχία Φουτζιάν και επί τέσσερα χρόνια έζησαν ένα πάθος το οποίο λίγο έλειψε να του καταστρέψει την καριέρα. Τον Αύγουστο του 1904 η Ροζαλί επιστρέφει στην Ευρώπη με την υπόσχεση ότι θα χώριζε τον Βετκ για να παντρευτούν. Είναι έγκυος και ο Κλωντέλ θέλει να δώσουν στο παιδί τους το όνομα Λουί ή Λουίζ ανάλογα με το φύλο. Αλλά η Ροζαλί εξαφανίζεται. Στο πλοίο της επιστροφής γνωρίζει τον Ολλανδό επιχειρηματία Ζαν Λίντνερ και εγκαθίσταται μαζί του στις Βρυξέλλες. Δεκατρία χρόνια αργότερα στέλνει στον Κλωντέλ ένα γράμμα με τα νέα της Λουίζ, που θα τον εμπνεύσει να γράψει το «Ατλαζένιο Γοβάκι».
Ο Κλωντέλ εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί τη Ρεν Σεν Μαρί Περέν, γόνο πολύ καλής οικογενείας της Λυών με την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά. Από τη στιγμή, όμως που αρχίζει να επικοινωνεί ξανά με τη Ροζαλί, η οικογένεια Κλωντέλ θα γίνει άνω κάτω. Ο λόγος; Μα η ζήλια αλλά και τα χρήματα που στέλνει κάθε τόσο ο συγγραφέας στην κόρη του και τη μητέρα της η οποία εν τω μεταξύ έχει ξεπέσει οικονομικά.
1903, στο κέντρο της παρέας η Ροζαλί Βετκ, ο Φράνσις Βετκ και ο Πωλ Κλωντέλ στο Φουζού, της επαρχίας Φουτζιάν

Ο Κλωντέλ ανέκαθεν θεωρούσε ότι είχε τρεις οικογένειες, μία των γονιών του και της Καμίλ, μία με τη Ρεν και τα πέντε παιδιά τους και μία με τη Ροζί και τη Λουίζ. Αυτή η ανεπίσημη οικογένεια είναι πραγματικό αγκάθι στο πλευρό της επίσημης οικογένειας Κλωντέλ αφού χαλάει την εικόνα του πατριάρχη της, ο οποίος ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος. Ο Πωλ Κλωντέλ θεωρείται εξάλλου από τους κορυφαίους συγγραφείς της καθολικής ανανέωσης στη Γαλλία των αρχών του 20oυ αιώνα. Η ερωτική αλληλογραφία του Πωλ και της Ροζί όμως υπάρχει και φυλάσσεται στα αρχεία του οίκου Gallimard, αλλά δεν πρόκειται να δει το φως της δημοσιότητας πριν πεθάνουν και τα δύο τελευταία παιδιά του Κλωντέλ, Ρενέ και Ανρί: «Ο αδελφός μου κι εγώ δεν θέλουμε να δούμε να διαδίδονται αυτές οι ιστορίες», παραδέχεται η Ρενέ.

Η ταυτότητα της παράστασης

“Το ατλαζένιο γοβάκι”
του Πωλ Κλωντέλ
Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Έφη Θεοδώρου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης, Καμίλο Μπεντανκόρ
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός σκηνοθέτη: Νάσια Φουρτούνη

* Έπαιξαν (με αλφαβητική σειρά)
Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Μαριάννα Δημητρίου, Μάξιμος Μουμούρης, Δημήτρης Παπανικολάου, Μαρία Σκουλά, Γιώργος Τζαβάρας, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Γιώργος Φριντζήλας, Νικόλας Χανακούλας

Το ατλαζένιο γοβάκι
ή
το χειρότερο δεν είναι πάντα σίγουρο

Το “Ατλαζένιο Γοβάκι” (Le soulier de satin) -μια «ιστορική παραβολή»- είναι ο κόσμος όλος και το θέατρο όλο: ένα έργο – εγκώμιο στις απεριόριστες δυνατότητες του θεάτρου, της θεατρικής σκηνής. Έργο ποταμός, μεγάλης διάρκειας, όπου επιστρατεύονται με τόλμη και αφέλεια όλες οι φόρμες του θεάτρου, από το pathétique ως το burlesque, και όλοι οι τρόποι υποκριτικής, για να αφηγηθούν την ανθρώπινη περιπέτεια: επεκτατικοί πόλεμοι, θρησκευτικές μισαλλοδοξίες, η κατάκτηση του Νέου Κόσμου, και στο κέντρο της δράσης ο Έρωτας, ως μέσον για τη γνώση του Άλλου, του Θεού.
«Το ατλαζένιο γοβάκι» γράφτηκε στην Ιαπωνία στις αρχές του 20ου αιώνα (1919-1924), εκδόθηκε λίγο αργότερα (το 1929) και είδε τα φώτα της σκηνής το 1943, σε σκηνοθεσία του Ζαν-Λουί Μπαρώ που συνεργάστηκε με το συγγραφέα για μια πολύ συντομότερη «σκηνική εκδοχή» του έργου. Η παράσταση αυτή, διάρκειας τεσσάρων ωρών, ανέβηκε στην Κομεντί Φρανσαίζ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα στην ιστορία του θεάτρου του 20ου αιώνα. Αλλά και αργότερα, όταν το έργο ξαναπαίχτηκε στην ίδια σκηνοθεσία, μετά από την Απελευθέρωση, σημάδεψε τη συνείδηση του κοινού, χάρη στην ποιότητα και την πρωτοτυπία του, στην ομορφιά και το βάθος της ποιητικής του γλώσσας, στην ανατρεπτική δύναμη της μορφής του.
«Το Ατλαζένιο γοβάκι» ήταν μια σπάνια θεατρική εμπειρία για τους θεατές που παρακολούθησαν τη θρυλική εννιάωρη παράσταση του Αντουάν Βιτέζ στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 1987, καθώς και γι’ αυτούς της νεότερης γενιάς που ήταν παρόντες στην ενδεκάωρη παράσταση του Ολιβιέ Πυ στο θέατρο «Οντεόν» του Παρισιού το 2009. Έγινε ταινία διάρκειας 7 ωρών από τον Μανουέλ ντε Ολιβέιρα (1985).
Στην Ελλάδα έχει ανέβει μόνο μία φορά, το 1964, η σύντομη «σκηνική εκδοχή» του έργου, από τον Αλέξη Σολομό στο Εθνικό Θέατρο, σε μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη.
«Délivrance aux âmes captives!» – «Απελευθέρωση για τις αιχμάλωτες ψυχές!» ζητάει ο ποιητής στον ακροτελεύτιο στίχο αυτού του απρόσμενου και προκλητικού έργου.
Ο λόγος του, η διεκδίκηση της ομορφιάς και της αθωότητας μέσα από τη δύναμη της θεατρικής πράξης στην καθαρότερη μορφή της, μπορούν να γίνουν μέσα αντίστασης στις γκρίζες και αβέβαιες μέρες που διανύουμε.

* Το “Ατλαζένιο Γοβάκι” του Πωλ Κλωντέλ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Άγρα” σε μετάφραση του Στρατή Πασχάλη.

Πληροφορίες

Φεστιβάλ Αθηνών
Πειραιώς 260, Κτήριο Δ
30, 31 Ioυλίου, ώρα 20.00
Διάρκεια Παράστασης:
4 ώρες (με διάλειμμα)

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -