23.3 C
Athens
Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

«Ανεπίδεκτη Διόρθωσης». Με θάρρος σ’ έναν καταραμένο πόλεμο

Tης Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον δειλό και τον θαρραλέο άνθρωπο. Και οι δύο φοβούνται. Η διαφορά είναι πως ο δειλός ακούει τους φόβους του και τους ακολουθεί. Ο θαρραλέος άνθρωπος τους βάζει στην άκρη και προχωρεί πιο πέρα. Οι φόβοι υπάρχουν, τους γνωρίζει, αλλά μπαίνει μέσα στο άγνωστο αψηφώντας τους. Θάρρος δεν σημαίνει αφοβία, αλλά να προχωρείς παρά τους φόβους, γνωρίζοντας τι κάνεις και γιατί. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν η Άννα Πολιτκόφσκαγια. Μια δυναμική δημοσιογράφος που αναζητούσε πάση θυσία την αλήθεια. Δεν φοβόταν; Φυσικά και φοβόταν. Δεν μπορούσε όμως να σταματήσει, δεν υπήρχε κανείς που να μπορούσε να αναλάβει το έργο της. Ούτε τώρα υπάρχει. Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι που διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στο να αποφασίζουν οι κοινωνίες με βάση την ενημέρωση, σκοτώνονται με ανησυχητικά μεγάλη συχνότητα από παράγοντες εντός ή εκτός των κρατικών μηχανισμών. Ένας δημοσιογράφος βρίσκει το θάνατο κάθε πέντε ημέρες σε όλο τον κόσμο. Ο αριθμός των δημοσιογράφων που έχασαν τη ζωή τους σε στοχευμένες δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις και πυροβολισμούς σε όλο τον κόσμο αυξήθηκε σε 118 το 2014 από 105 που ήταν το 2013, σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων. Άνθρωποι με αληθινό θάρρος. 
Κάποτε πρέπει να έρθει η ώρα για δράση ώστε να αντιμετωπιστεί η πρωτοφανής απειλή κατά των δημοσιογράφων που βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο όχι μόνο για να περιοριστεί η ελεύθερη ροή των πληροφοριών, αλλά όλο και περισσότερο ως μόχλευση για να εξασφαλιστούν τεράστια λύτρα και πολιτικές παραχωρήσεις μέσω της καθαρής βίας.
Η τέχνη παίζει μεγάλο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση. Η τέχνη που ερευνά, που πληροφορεί, που διαδίδει, που εμβαθύνει. Όπως το θέατρο που κάνουν ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Μιχάλης Κοιλάκος και η ηθοποιός Τάνια Παλαιολόγου. Για τους δύο καλλιτέχνες η υπόθεση Άννα Πολιτκόφσκαγια είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Είναι φανερό από την παράστασή τους «Ανεπίδεκτη Διόρθωσης» ότι αισθάνονται την Άννα ανάμεσά τους, δίπλα τους. Είναι πια ένας δικός τους άνθρωπος, σαν να την ξέρουν από χρόνια μιλούν γι’ αυτήν με το μικρό της όνομα. Η σχέση τους ξεκινά πολύ πριν από τη δολοφονία της. Από τότε που η Άννα εμφανίστηκε στο θέατρο «Ντουμπρόβκα» ύστερα από πρόσκληση των ίδιων των αυτονομιστών – τρομοκρατών. Δύο χρόνια αργότερα έρχεται η δηλητηρίασή της στο δρόμο για το Μπεσλάν. Και κατόπιν η δολοφονία της.
Στις 7 Οκτωβρίου του 2006, η δημοσιογράφος Άννα Πολιτκόφσκαγια δολοφονείται με τέσσερις σφαίρες στον ανελκυστήρα έξω από το διαμέρισμά της. Ο δολοφόνος της δεν έχει βρεθεί μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Ανεξάρτητα από το ποιος τράβηξε τη σκανδάλη του όπλου ή ποιος ήταν ο εντολέας, την Πολιτκόφσκαγια τη δολοφόνησε η αδιαφορία της μεσαίας τάξης, που τυφλωμένη από τον εύκολο πλουτισμό έπεσε σε παρατεταμένη χειμερία νάρκη. Όσο για τους νέους, ελάχιστοι αναρωτιούνται. Οι υπόλοιποι πολύ απλά είναι απασχολημένοι με τη νυχτερινή ζωή.
Τέσσερις σφαίρες βρήκαν το στόχο τους και έκαναν να σωπάσει η ενοχλητική φωνή της Άννας Πολιτκόφσκαγια, της δημοσιογράφου που, αφήνοντας τις ανέσεις του γραφείου της, γύριζε τις εσχατιές της Ρωσίας για να συνομιλήσει με τους απλούς ανθρώπους, τους παρίες της ζωής, αλλά και τους οπλαρχηγούς των ενόπλων στον εμφύλιο της εξουσίας. Φωνή ανεξάρτητη, μαχητική, φωνή επικίνδυνη, η Άννα Πολιτκόφσκαγια ενόχλησε τους ισχυρούς, προστάτευσε τους αδύναμους, πάλεψε για τα ανθρώπινα δικαιώματα προσπαθώντας να μην κάνει εξαιρέσεις. Κατάφερε να είναι αντικειμενική; Αμερόληπτη; Κανείς δεν είναι! Το σίγουρο είναι πως τα ρεπορτάζ και οι έρευνές της είναι μια γροθιά στην αυθαιρεσία της εξουσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν, του “εκλεκτού του λαού”, του “προνομιακού συνομιλητή της Δύσης”. 
Αποφασισμένη και αποφασιστική όσο λίγοι δημοσιογράφοι, η Πολιτκόφσκαγια περιέγραψε την πραγματική κατάσταση στη Ρωσία, μια πραγματικότητα στην οποία οι μυστικές υπηρεσίες και οι Τσετσένοι τρομοκράτες κρατούν τα ηνία, ενώ η κοινωνία, εξαντλημένη από τις κακουχίες, παρακολουθεί αδιάφορη την Ιστορία για άλλη μια φορά να παίζει τα μοιραία παιχνίδια της.

Ο Μιχάλης Κοιλάκος και η Τάνια Παλαιολόγου ψάχνουν κάθε στοιχείο και το διασταυρώνουν. Η έρευνά τους είναι εξονυχιστική. Βρίσκουν τα βιβλία της, τα άρθρα της στο Διαδίκτυο, τα κείμενα που αφορούν τη βιογραφία της, βίντεο, ντοκουμέντα, ντοκιμαντέρ, αφιερώματα, σχόλια, μαρτυρίες. Όλα ξεσκονίζονται στην κυριολεξία με απώτερο στόχο να γραφτεί ένα θεατρικό έργο για την προσωπικότητά της. Τότε ο Δημήτρης Αλεξάκης τους φέρνει το έργο του Στέφανο Μασίνι, μεταφρασμένο από τον ίδιο. Να λοιπόν που άλλο ένα μυαλό, το οποίο σκέπτεται και γράφει ιταλικά, είχε την ίδια με αυτούς επιθυμία. Η πρώτη ανάγνωση γίνεται στο μεγάλο τραπέζι της βιβλιοθήκης, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων. Είναι το πρώτο μούδιασμα, το αρχικό ταρακούνημα.
Αναλογίζονται την Άννα Πολιτκόφσκαγια, την ακτιβίστρια που ήταν βαθιά μόνη. Τη γυναίκα που με την ειλικρίνεια και την τόλμη της ανάγκασε τον δυτικό κόσμο να στρέψει το βλέμμα του στην κατάσταση στη Ρωσία, διδάσκοντας ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο ένας αληθινός υπηρέτης του Τύπου οφείλει να αντιμετωπίζει την εξουσία. Με κριτική ματιά. Η υποθήκη της Άννας δεν προορίζεται μόνο για μελέτη από τον ιστορικό του μέλλοντος, αλλά και για αφύπνιση των επόμενων γενεών της χώρας της, που τη δολοφόνησε με τέσσερις σφαίρες στην πόρτα του σπιτιού της.
Για τους θεατές της παράστασης γίνεται συγκινητικά φανερό πως μέσα από την ιστορία της Άννας και μέσα από τη διαδρομή της απίστευτης αυτής γυναίκας ξεπηδούν κι άλλες, παράλληλες ιστορίες. Ακολουθούνται πολλά και δαιδαλώδη μονοπάτια. Ιστορίες βιασμών, ιστορίες υποδούλωσης και βαρβαρότητας, ιστορίες εικονικών και πραγματικών εν ψυχρώ εκτελέσεων, ιστορίες ανελέητης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ιστορία της Πολιτκόφσκαγια είναι η σύγχρονη ιστορία μιας άλλης (τηρουμένων των αναλογιών) Αντιγόνης. Μια ιστορία αντίστασης.
Δεν είναι μια παράσταση που αγιοποιεί την Πολιτκόφσκαγια αλλά μια παράσταση ενός θεάτρου ακραιφνώς πολιτικού που υπενθυμίζει πως αξίζει να νοιαζόμαστε, να βρισκόμαστε σε επαγρύπνηση, να μην παραιτούμεθα, να μην υποκύπτουμε, να εκπαιδεύουμε το σώμα και το πνεύμα μας και να σεβόμαστε όλες τις μορφές της ζωής. Να μην ανεχόμαστε καμία μορφή αδικίας. Και να μένουμε ακλόνητα «ανεπίδεκτοι διόρθωσης».
Η δολοφονία της ήταν η αιτία για να την ανακαλύψει ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης της νεότερης γενιάς Stefano Massini,  ένας από τους πιο δραστήριους και ήδη αναγνωρισμένους θεατράνθρωπους στη Δυτική Ευρώπη και να εμπνευστεί από τη στάση της.
Υπήρξε ένας μάρτυρας, ένας αυτόπτης μάρτυρας, ένας αυθεντικός μάρτυρας της εποχής της, που αγαπούσε να λέει την αλήθεια. Και η αλήθεια δεν είναι μια ιδέα, η αλήθεια είναι ένα γεγονός. «Η δημοσιογραφία, λέει ο Stefano Massini, είναι μια φωτογραφία και η Πολιτκόφσκαγια ήταν απλά μια κορυφαία φωτορεπόρτερ: χάρη σε αυτήν μπορούμε και βλέπουμε την αλήθεια για τη Ρωσία και για την Τσετσενία αναφορικά με έναν από τους φρικτότερους πολέμους των τελευταίων χρόνων».
Στην παράσταση συνθέτονται τα σπαράγματα μιας ιστορικής στιγμής που καλύπτεται από πυκνό πέπλο ομίχλης. Η Άννα Πολιτκόφσκαγια ήταν πανταχού παρούσα, ήταν εμπλεκόμενη. Υπήρξε μάρτυρας σε πολλές βομβιστικές επιθέσεις στο Γκρόζνι. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που πήρε συνέντευξη από τον 28άχρονο Ράμζαν Καντίροφ, μόλις ανέλαβε πρόεδρος της Τσετσενίας. Ήταν η πρώτη που κατονόμασε τα βασανιστήρια και τους βιασμούς από Τσετσένους. Ήταν η πρώτη που αποκήρυξε δημόσια σοβαρά κρούσματα διαφθοράς στο ρωσικό στρατό. Ακόμα ήταν αυτόπτης μάρτυρας και στην πολιορκία του θεάτρου «Ντουμπρόβκα», το 2002, όταν 50 ένοπλοι Τσετσένοι κράτησαν ομήρους 850 ανύποπτους θεατές. Ήταν επικεφαλής των διαπραγματεύσεων με τους τρομοκράτες. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στην πολιορκία του σχολείου στο Μπεσλάν. Μάλιστα τότε ήταν που δηλητηριάστηκε, ενώ είχε τοποθετηθεί συντονίστρια των συνομιλιών. Ευαίσθητη και καλλιεργημένη, επαναστατούσε μπροστά σε κάθε μορφής αδικία, από όπου κι αν προερχόταν.
Η “Ανεπίδεκτη διόρθωσης” είναι ένα θεατρικό παζλ, με αφορμή τα γραπτά, τις συνεντεύξεις της, την ίδια της τη ζωή και την ακάθεκτη πορεία της προς τον προδιαγεγραμμένο θάνατό της. Παρακολουθούμε μια συναρπαστική αφήγηση με την εξαιρετική και σπάνιας λεπτότητας ηθοποιό Τάνια Παλαιολόγου. Σύντομες σκηνές ακολουθούν η μία την άλλη με ρυθμό κινηματογραφικής ταχύτητας, κουμπώνοντας με την τελευταία πρόταση, που ακολουθείται πάντα από μια ανθεκτικά εύγλωττη παύση.
Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στα αντικείμενα που “σπάνε” σε επιλεγμένα σημεία το μονόλογο. Αντικείμενα πρόχειρα, καθημερινά και χρηστικά, σιωπηλά και επίσης ανθεκτικά. Κέρματα, μια πλαστική σακούλα, μαύρα γυαλιά, ένα σημειωματάριο, μια χτένα ή μια μπάλα που όταν το βλέμμα εστιάσει πάνω της αποδεικνύεται ανθρώπινο κεφάλι.
Κάθε λέξη της Τάνιας Παλαιολόγου – Άννας είναι σημαίνουσα, αυθεντική και μοναδική. Η πιο τραγική στιγμή της παράστασης είναι όταν η ηρωίδα διηγείται τη δολοφονία από αγνώστους μια μέρα, στην είσοδο της πολυκατοικίας της και στη θέση της, μιας γυναίκας που της έμοιαζε. «Μια γυναίκα σαν κι εμένα», συνειδητοποιεί, μια «οποιαδήποτε γυναίκα», παράπλευρη απώλεια στον πόλεμο εναντίον της.
Από την άλλη πλευρά, το σαρκαστικό και αβρό χιούμορ της παράστασης καθιστά σαφές ότι δεν ωφελεί καθόλου η Πολιτκόφσκαγια να παρουσιαστεί με το φωτοστέφανο της ηρωίδας ή της μάρτυρος, καθότι υπήρξε μια κατά τύχην ηρωίδα, μια ηρωίδα παρά τη θέλησή της, μια επαγγελματίας δημοσιογράφος επίμονη, σκληρή, σχολαστική, μεθοδική, πειθαρχημένη, που διασταύρωνε τις πληροφορίες της, έδινε σημασία στις λεπτομέρειες της είδησης, υπερνικούσε τα εμπόδια που εύρισκε στο δρόμο της. Εμπόδια που κάποιες φορές ήταν πεζά, υλικά και γραφειοκρατικά. Ο ηρωισμός επομένως έχει ελάχιστη θέση και αξία στην ιστορία της, αυτό που μετράει σ’ αυτήν είναι η βαναυσότητα, η ακύρωση του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και η δίψα για ζωή.

Συντελεστές

Πολύ ωραίο το βίντεο της παράστασης από την Ειρήνη Στείρου, πληροφοριακό και με άψογη καλλιτεχνική αισθητική.
Οι φωτισμοί της Αλίκης Δανέζη – Knutsen ρεαλιστικοί και υπαινικτικοί.
Αγαστό συμπλήρωμα της παράστασης η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου και επιτυχημένοι οι ηχητικοί σχεδιασμοί του Γιάννη Χρυσογόνου. Τα σκηνικά – κοστούμια της Μαρίζας Σουλιώτη, απλά και αφαιρετικά, δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα.
Σοβαρή δουλειά έχουν κάνει επίσης η Δάφνη Καφέτζη στο χειρισμό της κονσόλας και ο Παναγιώτης Κουκουρουβλής στην ηλεκτρολογική επιμέλεια. Πολύτιμη η σύμπραξη της Μαρίας Χανδρά στη σκηνοθετική επιμέλεια. Δεν θα πρέπει να παραλείψω, επ’ ουδενί, την επίμοχθη και λεπτομερή δουλειά της χορογράφου Μαργαρίτας Τρίκκα στην κίνηση. Συνέβαλε τα μάλα στον δυναμισμό της παράστασης και υπογράμμισε τη σύνδεση λόγου και δράσης.
Το πρόγραμμα της παράστασης έχει αξιόλογο υλικό, θα μπορούσε όμως να είναι πιο άρτιο τυπογραφικά.
Εξαιρετική η μετάφραση του Δημήτρη Αλεξάκη σε γλώσσα ρέουσα, σαφή, αποστασιοποιημένη αλλά και με γνήσια συναισθηματική φόρτιση όπου αυτό είναι αναγκαίο.
Ο Μιχάλης Κοιλάκος, εκτός από τη θαυμάσια σκηνοθεσία ενός απαιτητικού -τόσο για την ανθρωπιά του όσο και για τα πολιτικά του χαρακτηριστικά- έργου, φέρει εις πέρας με επάρκεια κι όλους τους ανδρικούς ρόλους.
Η Τάνια Παλαιολόγου, που μας είναι γνωστή από το «Τοπίο στην ομίχλη» του Θόδωρου Αγγελόπουλου αλλά και από τον «Κοινό λόγο» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, στο ρόλο της Πολιτκόφσκαγια δίνει ένα αξεπέραστο ρεσιτάλ ερμηνείας.
Το έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ένα δυνατό θρίλερ με συνεχείς απανωτές κορυφώσεις, από το οποίο δεν λείπουν το πικρό χιούμορ, η ευγένεια και η τρυφερότητα, οι εντάσεις και η ανηλεής βία.
Επιπλέον, με τα τελευταία γεγονότα της εκτέλεσης ανθρώπων του Τύπου από φονταμενταλιστές στο Παρίσι, η παράσταση γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ. Πεισματικά «ανεπίδεκτοι διόρθωσης» και τα δώδεκα θύματα της επίθεσης, έδωσαν τη ζωή τους για το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

«Δε γράφω ούτε σχόλια, ούτε γνώμες, ούτε προσωπικές απόψεις. Πάντα πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω ότι ο ρόλος μας δεν είναι να κρίνουμε. Είμαι δημοσιογράφος, όχι δικαστής. Αρκούμαι στο να διηγούμαι τα γεγονότα. Τα γεγονότα όπως συμβαίνουν, όπως είναι».
– Άννα Πολιτκόφσκαγια

Μία ενέδρα των Ρώσων στο Κουρτσαλόι της Τσετσενίας, οι συνεντεύξεις της σε ένα Ρώσο στρατιώτη, σε έναν Τσετσένο γιατρό, στον αρχηγό των ανταρτών στο θέατρο Ντουμπρόβκα στη Μόσχα, σε έναν ανώτατο αξιωματικό στο Χατούνι της Τσετσενίας, η ομηρεία στο Μπεσλάν της Οσετίας, η επίσκεψη στο βομβαρδισμένο προαύλιο του προεδρικού μεγάρου στο Γκρόζνι, μία τηλεφωνική συνομιλία με το γιο της, θραύσματα από γραπτά, σκέψεις και εξομολογήσεις της Ρωσίδας δημοσιογράφου, μέσα από την ελλειπτική γραφή του Μασίνι διατρέχουν σαν ένα αλλόκοτο χρονικό τα βήματα που ακολούθησε η Πολιτκόφσκαγια για να βρεθεί απέναντι στο δολοφόνο της.
Η παράσταση παρουσιάζεται στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κοιλάκου και με τον ίδιο και την Τάνια Παλαιολόγου να ερμηνεύουν τους ρόλους του σπουδαίου πολιτικού έργου.

Η ταυτότητα της παράστασης

“Ανεπίδεκτη διόρθωσης”
Θεατρικό αφιέρωμα στη μνήμη της Άννα Πολιτκόφσκαγια του Στέφανο Μασίνι
Πανελλήνια πρώτη
Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξάκης
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κοιλάκος
Συνεργάτης Σκηνοθέτης: Μαρία Χανδρά
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρίζα Σουλιώτη
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Αλίκη Δανέζη – Knutsen
Βίντεο προβολές: Ειρήνη Στείρου
Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα
Ηχητικός Σχεδιασμός: Γιάννης Χρυσογόνου
Παίζουν: Τάνια Παλαιολόγου, Μιχάλης Κοιλάκος

* Ακολουθούν τρία κείμενα της Άννας Πολιτκόφσκαγια. Το πρώτο από τον “Γκάρντιαν” για την υπόθεση του θεάτρου “Dubrovka”, στο οποίο ήταν διαπραγματεύτρια. Το δεύτερο είναι μια συζήτηση με μια επιζώσα του Μπεσλάν, το τρίτο μια ανατριχιαστική συνέντευξη με τον Καντίροφ, αντιπρόεδρο της Τσετσενίας.

Προσπάθησα και απέτυχα

The Guardian, Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2002

Την περασμένη εβδομάδα, η βετεράνος Ρωσίδα πολεμική ανταποκρίτρια Άννα Πολιτκόφσκαγια μπήκε σε ένα θέατρο στη Μόσχα για να μιλήσει με τον αρχηγό των τρομοκρατών που το είχαν υπό κατάληψη. Η αποστολή της ήταν να προσπαθήσει να σώσει ομήρους, αλλά τίποτα στη μακρόχρονη καριέρα της δεν την είχε προετοιμάσει για κάτι τέτοιο.

«Είμαι η Πολιτκόφσκαγια, είμαι η Πολιτκόφσκαγια», φώναξα περίπου στις 2 μ.μ. στις 25 Οκτωβρίου, καθώς έμπαινα στο θέατρο Dubrovka, το οποίο βρισκόταν υπό κατάληψη από τρομοκράτες. Δεν είχα καμία εξειδίκευση και απολύτως καμία εμπειρία από διαπραγματεύσεις με τρομοκράτες. Αν είχα κάτι, αυτό ήταν η επιθυμία μου να βοηθήσω ανθρώπους που βρίσκονταν σε κίνδυνο χωρίς να φταίνε οι ίδιοι. Επιπλέον, εφόσον οι τρομοκράτες είχαν ζητήσει οι ίδιοι να μου μιλήσουν, δεν μπορούσα να αρνηθώ.
Οι σόλες των παπουτσιών μου έτριζαν στο πάτωμα και ο οξύς ήχος που έκαναν τα πόδια μου πάνω στα σπασμένα γυαλιά πάντα θα ηχεί επίπονα στην καρδιά μου. Καθώς περπατούσα κλοτσούσα χρησιμοποιημένα φυσίγγια. Τα πόδια μου ήταν σαν λάστιχα από τον φόβο. «Γιατί εγώ, μια γυναίκα, να έχω βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση – κόλαση;», σκέφτηκα. «Υπάρχουν ένα σωρό άνδρες που είναι εκπαιδευμένοι ειδικά για τέτοιες περιστάσεις. Γιατί έπρεπε να έρθω εγώ εδώ;».
«Είμαι η Πολιτκόφσκαγια…. Είναι κανείς εδώ;», φώναξα. «Γειά σας, είμαι η Πολιτκόφσκαγια έχω έρθει για να συναντήσω τον αρχηγό. Απαντήστε!».
Ήταν απολύτως ήσυχα και ήρεμα γύρω μου. Στα αριστερά μου το βεστιάριο του θεάτρου  γεμάτο αδιάβροχα και τζάκετς. Παλτό, αλλά όχι άνθρωποι, ούτε  ανθρώπινοι ήχοι. Έμοιαζε σαν να έμπαινες σε ένα σχολείο, ενώ όλα τα παιδιά κάθονταν ήσυχα στις τάξεις τους.
Ανέβηκα από τις σκάλες στο δεύτερο όροφο, φωνάζοντας ακόμη. Περπάτησα τη μισή απόσταση χωρίς να συναντήσω ψυχή. Τελικά εμφανίστηκε μπροστά μου ένας άνδρας με μια μαύρη μάσκα και ένα πολυβόλο. «Είμαι η Πολιτκόφσκαγια, ήρθα για να συναντήσω τον αρχηγό σας», είπα.
«Θα τον φωνάξω αμέσως», απάντησε. Με κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια και ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες.
«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Από το Τοβζένι» (ένα μεγάλο χωριό στα τσετσενικά βουνά).
«Έχω πάει εκεί».
«Αλήθεια; Πώς σου φάνηκε; Σου άρεσε;».
Σήκωσα τους ώμους μου, δεν ήξερα τι να του απαντήσω.
Περιμέναμε ήδη 15 ή 20 λεπτά. Τι να σχεδίαζαν; Μου φάνηκε πως άκουσα έναν ήχο πίσω από μια πράσινη πόρτα που βρισκόταν σε απόσταση δύο μέτρων από μένα, εκεί όπου φανταζόμουν ότι εκατοντάδες άνθρωποι κάθονταν παγιδευμένοι και φοβισμένοι. Για αυτούς τους ανθρώπους είχα έρθει εδώ. Έπειτα η πράσινη πόρτα άνοιξε. Ένας άλλος μασκοφόρος οδήγησε έξω μία εύθραυστη έφηβη που φορούσε ένα κίτρινο μπλουζάκι. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό. Την έβαλαν να σταθεί δίπλα μου. Μάζεψα όλο μου το θάρρος και ρώτησα:
«Πώς είσαι;».
«Ορίστε;» απάντησε το κορίτσι.
Κι αυτό ήταν όλο, την έσπρωξαν με το πολυβόλο πίσω πάλι από την καταραμένη σκοτεινή πράσινη πόρτα. Παρόλη την εμπειρία μου και τη μόρφωσή μου, ήμουν ολωσδιόλου ανίκανη να βοηθήσω το παιδί. Η αίσθηση της ανικανότητας ήταν απαίσια.
Μασκοφόροι πηγαινοέρχονταν, μιλώντας μεταξύ τους και ρωτώντας με «είσαι η Πολιτκόφσκαγια;». Από το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου διάφορα κεφάλια κοιτούσαν κάτω με περιέργεια. Μπορούσα να διακρίνω από το άνοιγμα των μασκών τους στο ύψος των στομάτων τους ότι χαμογελούσαν πίσω από τις μάσκες. Προκειμένου να διασκεδάσω το βάρος της σιωπής, προσπάθησα να τους μιλήσω.
«Οι μητέρες σας; Ξέρουν οι μητέρες σας ότι είστε εδώ;» «Όχι, αλλά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επιστροφή. Ή θα σταματήσει ο πόλεμος, ή θα ανατινάξουμε τους ομήρους.»
«Πότε θα έρθει ο αρχηγός σας;», ρώτησα.
«Περίμενε. Είσαι βιαστική; Μη βιάζεσαι. Θα μάθεις τα πάντα αμέσως», απάντησε ένας από αυτούς. Τα λόγια αυτά με έκαναν να τρέμω πάλι.
«Ποιο είναι το επόμενο στάδιο; Θα με σκοτώσουν; Θα με κρατήσουν όμηρο;».
Σύντομα κάποιος μπήκε από την πράσινη πόρτα, πίσω από την οποία βρίσκονταν οι όμηροι, και μου είπε να τον ακολουθήσω. Ένα λεπτό μετά μιλούσαμε σε ένα βρώμικο δωμάτιο χωρίς παράθυρα, που ήταν κοντά στην αίθουσα με τους ομήρους. Εκεί μέσα υπήρχε φως και για πρώτη φορά μπορούσα να δω τα πάντα πιο καθαρά. Ο υπεύθυνος των διαπραγματεύσεων από τη δική τους μεριά αποδείχτηκε ότι ήταν ένας άνδρας 29 ετών ονόματι Αμπού Μπακάρ, ο οποίος αυτοσυστήθηκε ως αναπληρωτής αρχηγός του τάγματος των αυτονομιστών. Στο ξεκίνημά της, η συνομιλία ήταν τεταμένη. Ο Αμπού Μπακάρ φαινόταν νευρικός αρχικά, αλλά αργότερα ηρέμησε. Όταν μίλησε για τη γενιά του, για τους Τσετσένους ηλικίας 20 έως 30 ετών που έζησαν και τους δύο πολέμους και δεν γνώρισαν τίποτα άλλο εκτός από το να πολεμούν, ήταν φανερά θυμωμένος.
«Δεν θα με πιστέψεις αλλά για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια αισθανόμαστε ήρεμοι εδώ».
«Εδώ στο θέατρο;».
«Ναι θα πεθάνουμε εδώ για την ελευθερία της γης μας».
«Θέλετε να πεθάνετε;»
«Δεν θα το πιστέψετε αλλά ναι, το θέλουμε πάρα πολύ. Τα ονόματά μας θα γραφτούν στην ιστορία της Τσετσενίας».
Είμαι βέβαια πολύ άπειρη στον τομέα των διαπραγματεύσεων. Δεν είχα ιδέα σχετικά με το τι να πω. Το ίδιο ίσχυε και για εκείνον, που είχε περάσει τη μισή του ζωή φορώντας στρατιωτική στολή και κρατώντας το όπλο του. Γι’ αυτόν τον λόγο προσπαθούσα να κερδίσω χρόνο με συζητήσεις σχετικά με το νόημα της ζωής τους, για παράδειγμα. Κάποιοι άλλοι από τους αντάρτες ήρθαν για να ακούσουν τη συζήτηση.
Ο Αμπού Μπακάρ ηρέμησε ξανά, άφησε στην άκρη το όπλο του και είπε ότι ήθελε να καθαρίσει την ψυχή του πριν πεθάνει. Τον άκουγα με προσοχή αλλά ταυτοχρόνως προσπαθούσα να παρέμβω σχετικά με την κατάσταση των ομήρων.
«Απελευθερώστε τους εφήβους», πρότεινα.
«Όχι. Έχουμε υποφέρει στα χέρια των ανθρώπων σας. Τώρα αφήστε τους δικούς σας ανθρώπους να υποφέρουν στα δικά μας χέρια. Και αφήστε και τους γονείς που βρίσκονται έξω από το θέατρο να νιώσουν όπως ένιωθαν οι δικοί μας γονείς».
«Τουλάχιστον αφήστε μας να ταΐσουμε τα παιδιά».
«Όχι. Τα παιδιά μας πεθαίνουν από την πείνα, ας πεινάσουν και τα δικά σας».
Ο Αμπού Μπακάρ είπε ότι δεν περίμενε να δείξουν οι εχθροί έλεος. Είπε ακόμη ότι ονειρευόταν να πεθάνει στο πεδίο της μάχης. Πιστεύω ότι ήταν ειλικρινής και έντιμος μαζί μου γιατί βρισκόταν μπροστά σε μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας του. Και αυτό ακριβώς του είπα, ότι δηλαδή ήταν στην ηλικία του γιου μου και ότι ούτε στους χειρότερούς μου εφιάλτες δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον γιο μου σε μία τέτοια κατάσταση. «Αν είχε γεννηθεί στην Τσετσενία, θα μπορούσε να είναι στη θέση μου. Και θα επιθυμούσε όπως εγώ να πεθάνει για όλα όσα μας κάνετε στην Τσετσενία», απάντησε.
«Και αν έπρεπε να πεθάνεις αύριο;».
«Δόξα τον Αλλάχ».
Στο τέλος αποφασίσαμε ότι ήταν η ώρα να αποχωρήσουμε. Δεν συμφωνήσαμε πολλά πράγματα και δεν πείστηκα για το ότι οι συζητήσεις μας είχαν φέρει κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά δεν είμαι διαπραγματεύτρια. Το μόνο που συμφωνήσαμε ήταν ότι τις επόμενες ώρες θα έφερνα νερό και χυμό μέσα στο θέατρο και θα προσπαθούσα να  φέρω αρκετή ποσότητα για περίπου 700 άτομα.
Αποχώρησα από το θέατρο σε πλήρη σιωπή. Πάλι ένιωθα ότι δεν βρισκόταν κανένας γύρω μου. Μοναχικά πανωφόρια και αδιάβροχα παρακολουθούσαν τα βήματά μου. Είχε κρύο, πάρα πολύ κρύο μέσα σε αυτό το τρομαχτικό θέατρο -δεν υπήρξε ποτέ, κανένα θέατρο σε ολόκληρο τον κόσμο, τόσο γεμάτο με εκρηκτικά. Είπα στον εαυτό μου: «Πήγαινε φέρε τον χυμό, ψάξε γι’ αυτόν, κάνε μόνο αυτό τώρα και μη σκέφτεσαι».
Είχα πετύχει πολλά ή λίγα; Λίγα φυσικά. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω. Όταν έγινε εισβολή στο θέατρο, όλοι οι τρομοκράτες με τους οποίους είχα μιλήσει σκοτώθηκαν. Και μαζί τους πέθαναν και 67 από τους ομήρους που είχαν πιει νωρίτερα τον χυμό μου.
Ας σταματήσει επιτέλους αυτός ο καταραμένος πόλεμος.

Πηγή: http://www.theguardian.com/world/2002/oct/30/russia.terrorism
Μετάφραση από το πρωτότυπο: Μαρία Χανδρά

– Συνάντηση με τη δασκάλα Ραΐσα Καμπουλάτοβνα, επιζώσα των γεγονότων στο Μπεσλάν

Η Ραΐσα Καμπουλάτοβνα είναι 62 ετών και την 1η Σεπτεμβρίου έκλεινε σαράντα χρόνια παιδαγωγικής εργασίας.
“Περίμενα να με προϋπαντήσουν με λουλούδια, όχι με σφαίρες”.

Μπεσλάν, ο απόλυτος τρόμος

Η Ραΐσα Καμπουλάτοβνα, όπως και πολλοί άλλοι δάσκαλοι με μεγάλη προϋπηρεσία είναι ευθυτενής και υπερήφανη, κάτι που δεν μπορεί να τσακίσει η απόλυτη σχιζοφρένεια που επικρατεί σήμερα στο Μπεσλάν, όπου λόγω της έλλειψης πληροφόρησης κανείς δε γνωρίζει πώς διεξάγεται η ανάκριση και ποιος φταίει για όλα αυτά.
“Την 1η του μηνός μπήκαμε στην αίθουσα γυμναστικής με το πρώτο κύμα, γιατί η θέση της δικής μου, δεύτερης τάξης, στη γραμμή, ήταν μπροστά από τις πόρτες. Κάθισα στο πάτωμα μπροστά από την τάξη μου. Πίσω από την πλάτη μου κάθονταν οι μαθητές με τους γονείς τους. Εκρηκτικά κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου. Ο Αρτούρ Κισίγιεφ ήταν με τον γιο του, όπως όλοι. Οι τρομοκράτες είπαν: “Όλοι οι νεαροί πατεράδες θα κάνουν ένα βήμα μπροστά από τους άλλους”. Πέντε λεπτά αργότερα τούς εκτέλεσαν στο διάδρομο. Έτσι δύο μαθητές μου έμειναν ορφανοί από πατέρα, ο Μούσικοβ και ο Κισίγιεφ. Είπα στα παιδιά μου “Παιδιά δεν πρόκειται να πυροβολήσουν”.
“…Τη δεύτερη νύχτα, όταν τελείωσε πια το νερό και δεν επέτρεπαν σε κανέναν να πάει στην τουαλέτα, είπα στα παιδιά μου να τα κάνουν πάνω τους. Τότε χαλάρωσαν κι άρχισαν να κατουράνε. Στα αγοράκια έδιναν άδεια μπουκάλια για να κατουράνε εκεί μέσα και τους έλεγα να πίνουν από αυτά τα μπουκάλια. Τα παιδιά σιχαίνονταν. Τότε εγώ πρώτη πήρα κι ήπια τα ούρα ενός παλιού μου μαθητή από την έκτη τάξη. Δεν έκλεισα καν τη μύτη μου για να αντιληφθούν τα παιδιά ότι δεν είναι και τόσο τρομερό”.
“…λίγο πριν από την έφοδο τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Οι άνθρωποι ήταν αναίσθητοι. Πολλοί έπεφταν πάνω στους άλλους. Η Ταΐσα Καουρμπέκοβνα Χεταγούροβα, δασκάλα της οσετινικής γλώσσας, ένιωσε άσχημα και σύρθηκα προς το μέρος της για να τη στηρίξω στον τοίχο, διαφορετικά θα την τσαλαπατούσαν… Έτσι άφησα τον Ασίκ Κισίγιεφ, που μετά το θάνατο του πατέρα του είχε συρθεί δίπλα μου. Αυτό ήταν. Δεν άκουσα ούτε την έκρηξη, ούτε τους πυροβολισμούς. Απλά έχασα τον κόσμο. Ξύπνησα, όταν έπεσαν πάνω μου οι άντρες των ειδικών δυνάμεων. Πατούσαν πάνω στα κορμιά μας. Πάτησαν πάνω μου κι άρχισα να ανακτώ τις αισθήσεις μου, άρχισα να σέρνομαι. Γύρω μου υπήρχαν πτώματα το ένα πάνω στο άλλο. Γιατί επέζησα εγώ και όχι αυτοί; Γιατί σκοτώθηκαν επτά μαθητές μου από τη δευτέρα τάξη και όχι εγώ που είμαι πια 62 χρονών; Πού είναι ο Ασίκ; Κάθε νύχτα έρχεται στον ύπνο μου, σέρνεται προς το μέρος μου σαν γατάκι. Η μητέρα του, Μαρίνα, ζει με το ζόρι, το ξέρω, συναντήθηκα μαζί της”.
Οι άνθρωποι στη χώρα θα πρέπει να θυμούνται τι συνέβη: Το κράτος αυτοακυρώθηκε πλήρως από τα γεγονότα στο Μπεσλάν. Και το Μπεσλάν τρελαίνεται. Τρελαίνεται στην απόλυτη μοναξιά του.
Οι άνθρωποι, όμως, στη χώρα μας δεν θέλουν να θυμούνται.

– Απόσπασμα από συνέντευξη με τον Ραμζάν Καντίροφ, αντιπρόεδρο της Τσετσενίας, αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2004 και την εκλογή του διορισμένου από το Κρεμλίνο, Αλού Αχλάνοφ.

Α.Π. Πώς εκτιμάτε τον εαυτό σας; Ποια είναι η πιο δυνατή πλευρά του χαρακτήρα σας;
Ρ.Κ. Τι θα πει αυτό; Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση.
Α.Π. Σε ποιο πράγμα είστε δυνατός; Σε ποιο αδύναμος;
Ρ.Κ. Δεν θεωρώ ότι είμαι αδύναμος πουθενά. Είμαι δυνατός. Τον Αλού Αχλάνοφ τον έκανα πρόεδρο γιατί τον θεωρώ δυνατό. Τον εμπιστεύομαι εκατό τοις εκατό. Εσύ, πιστεύεις ότι το Κρεμλίνο εκλέγει; Ο λαός εκλέγει. Πρώτη φορά ακούω ότι το Κρεμλίνο αποφασίζει για οτιδήποτε.
Παράξενο, αλλά το άκουσα κι αυτό.
(Θα περάσει λίγη ώρα, ούτε μια ώρα για την ακρίβεια, και ο Ραμζάν θα πει τα εντελώς αντίθετα: Ότι για όλα αποφασίζει το Κρεμλίνο, ότι ο λαός είναι όχλος και ότι αμέσως του πρότειναν στο Κρεμλίνο “να γίνει εκείνος πρόεδρος”, αλλά ο Ραμζάν αρνήθηκε γιατί “θέλει να πολεμήσει”).
Ρ.Κ. Αν εσείς μας είχατε αφήσει στην ησυχία μας, εμείς, οι Τσετσένοι, από καιρό θα ήμασταν ενωμένοι.
Α.Π. Ποιοι “εσείς”;
Ρ.Κ. Εσείς, οι δημοσιογράφοι. Οι πολιτικοί της Ρωσίας. Εσείς δεν μας αφήνετε να αποκαταστήσουμε την τάξη. Σπέρνετε τον διχασμό ανάμεσά μας. Εσύ έλαβες θέση στη διαμάχη των Τσετσένων. Είσαι εχθρός, χειρότερος και από τον Μπασάγιεφ.
Α.Π. Ποιοι άλλοι είναι εχθροί σας;
Ρ.Κ. Εγώ δεν έχω εχθρούς. Είναι ληστές.
Α.Π. Εσείς δεν εκλέξατε μόνοι σας τον πρόεδρο της Τσετσενίας;
Ρ.Κ. Όχι.
Α.Π. Ποια δραστηριότητα σας αρέσει περισσότερο από όλες;
Ρ.Κ. Να πολεμώ. Είμαι πολεμιστής.
Α.Π. Έχετε σκοτώσει κάποιον προσωπικά;
Ρ.Κ. Όχι. Πάντα διοικούσα.
Α.Π. Δεν είστε πολύ νεαρός για να ισχυρίζεστε ότι πάντα διοικούσατε; Κάποιος θα σας διοικούσε κι εσάς κάποια στιγμή.
Ρ.Κ. Μόνο ο Καντίροφ. Κανείς άλλος δε με διοίκησε ποτέ. Κι ούτε πρόκειται.
Α.Π. Δώσατε εντολές να σκοτώσουν;
Ρ.Κ. Έδωσα.
Α.Π. Δεν είναι τρομερό αυτό;
Ρ.Κ. Δεν είμαι εγώ, αλλά ο Αλλάχ. Ο προφήτης έλεγε ότι τους ουαχαμπίτες* πρέπει να τους εξοντώνουμε. Έτσι δεν έλεγε;
Α.Π. Κι όταν εξαφανιστούν οι ουαχαμπίτες με ποιον θα πολεμάτε;
Ρ.Κ. Θα ασχοληθώ με τη μελισσοκομία. Έχω μελίσσια. Και ταύρους. Και σκυλιά για κυνομαχίες.
Α.Π. Δε λυπάστε που τα σκυλιά σκοτώνουν το ένα το άλλο;
Ρ.Κ. Όχι, δεν λυπάμαι. Μου αρέσει. Το σκύλο μου, τον Ταρζάν, τον σέβομαι σαν άνθρωπο. Είναι ένα καυκασιανό λυκόσκυλο, το πιο δίκαιο σκυλί.
Α.Π. Τι άλλες ασχολίες έχετε; Σκυλιά, μελίσσια, πόλεμος, και…;
Ρ.Κ. Αγαπώ πολύ τις γυναίκες.
Α.Π. Η σύζυγός σας δεν έχει αντίρρηση;
Ρ.Κ. Κρυφά τα κάνω.
Α.Π. Τι σπουδές έχετε κάνει;
Ρ.Κ. Ανώτατες νομικές. Τελειώνω. Δίνω εξετάσεις.
Α.Π. Τι εξετάσεις;
Ρ.Κ. Τι θα πει τι εξετάσεις. Εξετάσεις.
Α.Π. Πώς λέγεται το ινστιτούτο στο οποίο ολοκληρώνετε τις σπουδές σας;
Ρ.Κ. Παράρτημα του Ινστιτούτου Διοίκησης Επιχειρήσεων της Μόσχας. Βρίσκεται στο Γκουντερμές. Δηλαδή Νομική Σχολή.
Α.Π. Ποια είναι η ειδικότητά σας;
Ρ.Κ. Είμαι νομικός.
Α.Π. Το δίπλωμά σας σε ποιο δίκαιο αναφέρεται; Στο ποινικό, στο αστικό;
Ρ.Κ. Ξέχασα. Έγραψα το θέμα σ’ ένα χαρτάκι, αλλά το ξέχασα. Έχουμε τώρα πολλά γεγονότα.

* Ουαχαμπίτες: Φανατικοί μουσουλμάνοι που χρηματοδοτούνται βασικά από τη Σαουδική Αραβία. Αυτοί αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα της αντίστασης κατά των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν και δημιούργησαν εκεί το κίνημα των Ταλιμπάν.

* * Τα κείμενα προέρχονται από το πρόγραμμα της παράστασης σε επιμέλεια Τάνιας Παλαιολόγου και Μαρίας Χανδρά.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -