Βραδινή φωτιά
*
Στον ποιητή Pierre Baudry
*
—Θυμάσαι τη φτωχούλα την καλύβα στο πλούσιο δάσος, πέρα απ’ το χωριό;
—Θυμάμαι την καλύβα τη φτωχούλα, σαν ξωκλήσι και σαν ασκηταριό.
—Τον ασκητή θυμάσαι της καλύβας; (Τάχα κλέφτης; καλόγερος; βοσκός;)
—Θυμάμαι. Ακόμα κλαίει μες στον αγέρα της φλογέρας του ο πόνος, μυστικός.

—Θυμάσαι τη χλωμή σωμένη του όψη και τ’ αλαφροσκυμμένο του κορμί;
—Θυμάμαι κάτου απ’ τα δασά του φρύδια τη σαγιτεύτρα της ματιάς του ορμή.
—Θυμάσαι τη φωτιά στο πλούσιο δάσος, τη βραδινή φωτιά την ξαφνική;
—Θυμάμαι. Λάμια. Στάχτη και η καλύβα. Το πλούσιο δάσος πάει. Ώρα κακή.
—Θυμάσαι; Τί ν’ απόγινε; Κανένας δεν τον ξανάειδε πια τον ασκητή.
—Δεν ξέρω. Όμως απάνου απ’ όλα ο νους μου της καλύβας τη θύμηση κρατεί,
γιατί στ’ αποκαΐδια της γερμένος ένας Έρωτας ξέγνοιαστα, σκληρά, τα βρεφικά του ζέσταινε τα χέρια και τ’ αρχαγγελικά του τα φτερά.
*
Κωστής Παλαμάς
*
Αρχική εικόνα: “Burnt land at sunset” by Tom Thomson



