Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Το έργο του Βαγγέλη Γέττου «Η Τελευταία Απολογία του Νίκου Κοεμτζή» είναι ένα καλογραμμένο έργο με σωστή τοποθέτηση και ουσιαστική προσέγγιση ενός αντιήρωα, του Νίκου Κοεμτζή.
Ο Νίκος Κοεμτζής – ένας φτωχός άνθρωπος με υψηλό φρόνημα και ήθος – που έμεινε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που το 1973 στην πίστα του λαϊκού κέντρου «Νεράιδα της Αθήνας» σκότωσε τρεις «για ένα ζεϊμπέκικο». Για μια παραγγελιά του αδελφού του, που δεν σεβάστηκαν κάποιοι θαμώνες και τη χόρεψαν εκείνοι.
Αυτό ήταν τελικά ο Κοεμτζής; Τον θυμάμαι για χρόνια στο πανηγύρι της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο στο Μαρούσι να πουλά το βιβλίο του, όπου εξιστορούσε την «περιπέτειά» του. Τον πετύχαινα πολλές φορές και στο Μοναστηράκι. Ένας απλός άνθρωπος καθόλου εγκληματίας.
Ο συγγραφέας Βαγγέλης Γέττος, όπως ο Πλάτωνας έγραψε την «απολογία του Σωκράτη», έτσι και εκείνος έγραψε το μοναδικό μέχρι σήμερα θεατρικό έργο για τον Νίκο Κοεμτζή, τον άνθρωπο αυτόν, θύμα μιας κοινωνικής αδικίας, που κάνει μια ευχή την ώρα που ξεψυχά: «να του δοθεί η ευκαιρία να αφηγηθεί την ιστορία του για μια τελευταία φορά. Αυτή τη φορά όμως όχι μπροστά σε δικαστές «που δεν βλέπουν ούτε τα μάτια του από τα ματομπούκαλα», ούτε σε αστυνομικούς, αλλά σε καθημερινούς ανθρώπους, στο κοινό».
Πόσο διαφέρει αυτό το έγκλημα από ένα άλλο σύγχρονο έγκλημα; Μήπως τα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου, της χούντας λειτούργησαν καθοριστικά και καταδικαστικά για αυτόν τον απλό, λαϊκό, φτωχό άνθρωπο;
Τη σκηνοθεσία του έργου υπογράφει ο Αλέξανδρος Νικόλαος Μπαλαμώτης, απόφοιτος του αντίστοιχου τμήματος σπουδών του Royal Holloway University of London και του Edinburgh Napier University, και ακολουθεί το γεμάτο ευαισθησία έργο του Βαγγέλη Γέττου.
Manos-Xyrouhakis-2-1-1024x681-1.jpg)
Ερμηνεύει εξαιρετικά τον Νίκο Κοεμτζή, ο ηθοποιός Μάρκος Γέττος ο οποίος εμφανίζεται στη σκηνή σαν πληγωμένο, μαζεμένο ζώο. Φοράει ένα μπουφάν και δηλώνει ότι πάντα «ήθελε να πεθάνει όρθιος όπως τα δέντρα».
Το βλέμμα του είναι διερευνητικό. Κοιτά το κοινό. «Εγώ μια φορά ήθελα να απολογηθώ. Εσείς πώς βρεθήκατε εδώ; Πεθαμένοι είστε ή ζωντανοί; Τι ήρθατε να δείτε; Το παιδί του ΕΑΜίτη, της λασπουριάς του τόπου; Θέλετε να μάθετε πώς είναι να ξεκοιλιάζεις μπάτσους και πώς αυτοί αντέδρασαν;».
Γίνεται λόγος για τις ρουφιανιές, για τους ασφαλίτες, για τον φάκελο του στιγματισμένου Κοεμτζή, που έτρεχε πιο γρήγορα και από ταχεία. Βλέποντας όλοι το μελανό παρελθόν του, του πρότειναν να καρφώνει πρεζάκια, κάτι που δεν θα έκανε εκείνος ποτέ βέβαια. Του χάλασαν τη ζωή.
Έπιασαν την αρραβωνιαστικιά του για να φύγει, να τον εγκαταλείψει, μην μπλέξει και αυτή και έφυγε. Είναι φανερό ότι ζει με τα φαντάσματά του, με τους εφιάλτες του. Η αστυνομία έπρεπε να επιτελέσει το έργο της. Τον συνέλαβαν να κρύβεται.
«Μετά το φονικό που εκείνος προκάλεσε, με ακούσιο υποκινητή τον Δημοσθένη, προσπάθησε να τη σκαπουλάρει με σφαγμένους μπασκίνες μέσα στη χούντα».
Δεν γινόταν αυτό. Έβγαζαν τα παιδιά από τα μπουντρούμια σε κακό χάλι. Επισημαίνει ότι στο μυαλό του κάποιος πρέπει να αφήνει ένα δωμάτιο ανοιχτό για την προδοσία.
Manos-Xyrouhakis-14-1024x681-1.jpg)
Καταρρακωμένος μιλά για τη φτώχεια του. Μεγάλωσε με το βλέμμα χάμω στον χωροφύλακα και τον παπά. Μια φορά ο Δημοσθένης, ο αδελφός του, έκλεψε ένα αγγούρι. Ο πατέρας τους τον κρέμασε ανάποδα και τον χτύπαγε. Είχε μαζευτεί κόσμος. Ο Νίκος αντέδρασε.
Στον στρατό «πέρασε των παθών του τον τάραχο». Η ζωή του ήταν ζωή περιθωριακού ανθρώπου. Από πιτσιρίκι στα βάσανα, από τη μια ο πατέρας και από την άλλη οι μπάτσοι. Κάτι άρχιζε να σιγοβράζει μέσα του. Θυμάται μια τραγική σκηνή, μια τραυματική του εμπειρία, που τον σημάδεψε.
Ήταν κάποτε που είδε τη σφαγή ενός μοσχαριού από τον σφαγέα, τον εκδορέα Χαράλαμπο σε ένα μέρος που έζεχνε. Οι ντόπιοι φέρναν ζωντανά και αυτός τα έσφαζε. Το μοσχάρι έμενε κρεμασμένο να μουγκανίζει και βασανιζόταν, ενώ οι άλλοι έπιναν τσίπουρα και γλεντοκόπαγαν μέχρι την ώρα που ο σφαγέας το αποτελείωνε. Δεν υπάρχει σκοτωμός για κέφι. Μόνο οι σαλεμένοι σκοτώνουν για το κέφι τους με τη βούλα και το γαλόνι στον ώμο.
«Για ένα ζεϊμπέκικο εγώ έκλεισα τρία σπίτια, για να δω το αδελφάκι μου να χορεύει» θα πει. Η κίνησή του νευρική. Θυμώνει, θεριεύει.
Ο ήχος (Δημήτρης Χατζηζήσης) εξαιρετικός ακολουθεί επιτυχώς τη στιγμή. Υπάρχει συσσωρευμένη ένταση. Περιγράφει τη σκηνή του φόνου. Είχε πιει και τα ποτά του, η κοινωνική αδικία είχε γιγαντωθεί μέσα του με όσα έχει ζήσει ως εκείνη τη στιγμή και φωνάζοντας «Είναι παραγγελιά βρε!» μαχαίρωσε τον έναν μετά τον άλλον, τρία άτομα.
Η ερμηνεία του Μάρκου Γέττου είναι συγκλονιστική. Τρέμει από ταραχή. Νιώθει σαν αγρίμι σε φάκα. Στις ανακρίσεις τους είπε ότι θόλωσε, ένιωσε σαν το κατσίκι που το πήγαιναν στο χασάπη. Ο πνιγμένος δεν έχει πατρίδα. Τα δικαστήρια τότε λόγω χούντας καταδίκαζαν εύκολα. Τον άφησαν νηστικό, του έβαλαν ρεύμα στα αχαμνά. Ο πατέρας του που συμμετείχε στη διαμόρφωσή του, όλο τον κοίταζε επίμονα.
«Τι με κοιτάς ρε; Κατάλαβε ότι όλα εδώ πληρώνονται».
Την έβλεπε τη δουλειά. Θα κατέληγε ένας άνθρωπος να πουλά την ιστορία του στην οδό Ηφαίστου στην Πλάκα. Ήταν πάντα ένας φτωχός, που πάλευε για να επιβιώσει, είναι ένας δαρμένος από τη μοίρα ήρωας.

Καθώς λέει «Άμα ο χείμαρρος φάει τα σχοινιά της γέφυρας, πες ότι γυρνάς και την εβλέπεις να παλεύει να κρατηθεί όρθια. Την ξαναπερνάς;».
Ξεντύνεται, απεκδύεται το κοινωνικό άδικο, τη βία, τον αυταρχισμό. Φορά καθαρά ρούχα, καθαρό πουκάμισο, κοστούμι, γραβάτα και καλογυαλισμένα παπούτσια. Η κίνησή του είναι αργή σαν ιεροτελεστίας. Παρ’ όλους τους φόνους, αγνή και καθαρή είναι η ψυχή του.
Φεύγει καθαρός, με υψηλό ανάστημα όχι ζαρωμένος όπως στην αρχή της παράστασης. Η κοινωνική πλεκτάνη δεν κατάφερε να τον κάμψει και σε αυτό καταλυτικό ρόλο έπαιξαν οι απλοί άνθρωποι, όλοι εμείς που τον βλέπαμε να πουλά το βιβλίο του και του λέγαμε και καμιά κουβέντα.

Το σκηνικό και το κοστούμι που επιμελήθηκε η Αλέγια Παπαγεωργίου, τους φωτισμούς που σχεδίασε ο Λάμπρος Παπούλιας στήριξαν την παράσταση, αλλά εκεί που θέλω να αναφερθώ περισσότερο είναι στην επιμέλεια της κίνησης που επιμελήθηκε και δίδαξε ο Αυγουστίνος Κούμουλος. Καθοριστική η κίνηση για την ερμηνεία του Μάρκου Γέττου.
Πρόκειται για μια παράσταση – αντίσταση στη διάβρωση της ιστορικής μνήμης, με την υπογραφή του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Νικόλαου Μπαλαμώτη.
Αξίζει να τη δείτε.
***
Το έργο του Βαγγέλη Γέττου «Η Τελευταία Απολογία του Νίκου Κοεμτζή» έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο Σταθμός στις 23 Σεπτεμβρίου 2024 και θα παίζεται εκεί και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.
***
«Η Τελευταία Απολογία του Νίκου Κοεμτζή» με τον Μάρκο Γέττο από τον Αλέξανδρο Μπαλαμώτη



