34.2 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στις «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι» η Νοεμή Βασιλειάδου σχολιάζει και την κοινωνική αδικία

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Στο «Θέατρο Τέχνης Κ. Κουν – Σκηνή Φρυνίχου» είδα τις «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι».
Πρόκειται για έργο σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Νοεμής Βασιλειάδου η οποία πριν από ένα χρόνο είχε παρουσιάσει την devised θεατρική παράσταση «Προσοχή: Εκτελούνται έργα», σε δική της δραματουργία.

Φέτος η Νοεμή Βασιλειάδου μας «ξεναγεί» στη Λαϊκή Αγορά. Εκεί όπου γεννιέται η πιο γνήσια τελετουργία του δημόσιου χώρου, εκεί που εκτυλίσσεται μια ιδιαίτερη επικοινωνία κάθε κοινωνικής τάξης, εκεί που πωλούνται προϊόντα, που προέρχονται από σκληρό κόπο και προσωπική και οικονομική επένδυση των καλλιεργητών.
Εκείνων που απογοητεύονται αν δεν πουλήσουν αν και με σκληρό και απολύτως παραστατικό τρόπο έχουν προσπαθήσει μάταια να λανσάρουν τα προϊόντα τους στην αγορά.

Ο χώρος αυτός αφορά επιπλέον και την τροφή των ανθρώπων, είναι το πεδίο, όπου ο καθένας τοποθετεί τον εαυτό του και όλα όσα θα ήθελε να γεμίσει αυτόν. Η Λαϊκή Αγορά είναι ο πλέον θεατρικός χώρος. Διάφορα πρόσωπα, το καθένα με τη δική του φυσιογνωμία και χαρακτηριστικά. Στον χώρο αυτόν οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν. Τα προϊόντα στην πραγματικότητα είναι φυσικά και προέρχονται από το φυσικό περιβάλλον, χωρίς παρεμβολές χημικών και άλλων ουσιών.

Ο πελάτης ερχόταν σε επικοινωνία με τους εμπόρους. Έπιανε το προϊόν, μπορούσε να το μυρίσει, να το διαλέξει ο ίδιος. Ο έμπορος το διαφήμιζε, «άντε ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση», μέχρι να τελειώσουν.

Ο Νικόλας Μαραγκόπουλος πουλά πορτοκάλια «εγώ ο ίδιος τα έκοψα τα πορτοκάλια από τη Λακωνία. Πορτοκάλια για χυμό! Εγώ έχω πελάτες 10 χρόνια».

Ο άλλος πιο πέρα, ο Θανάσης Ζερίτης, διατυμπανίζει και λανσάρει «καρπούζια από το Κιλκίς!». Κάθε τόσο η κουραστική αυτή δουλειά σταματά, μετρώντας ανάποδα 3,2,1 για ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα, μια χρονική παρένθεση, μια παύση όπου οι κινήσεις γίνονται αργά, πολύ αργά, όπου κάποιοι βγάζουν τη φανέλα τους, σκουπίζουν τον ιδρώτα τους και κάνουν αέρα.

Ο μόχθος και παράλληλα η εξουθένωση αυτών των ανθρώπων, που πρέπει να παίζουν έντονα τον ρόλο τους όλο το διάστημα για ελάχιστα διακόπτεται. Επίσης πάντα υπάρχει ένας πελάτης ,που έχει ξεχάσει τη σακούλα του στον πάγκο που ψώνιζε, τότε ο Βασίλης Καραμπούλας αρπάζει τη σακούλα και τρέχει να τον προλάβει φωνάζοντας «ο κύριος ξέχασε τη σακούλα του!».

Η εμπόρισσα που πουλά τις φράουλες (Μαρία Φιλίνη) κηρύσσει ότι δεν είναι «ματωμένες φράουλες». «Έλα από την παραγωγή στην κατανάλωση»! Αυτός που πουλά μπανάνες τις διαφημίζει «μπανάνες, τώρα τις έκοψα από την Αφρική»!

Ο Βασίλης Καραμπούλας πουλά σταφύλι. «Σταφύλι τρία από τάλιρο! Από το CNN έχουν έρθει για το δικό μου σταφύλι»! Το διατυμπανίζουν και στα αγγλικά. Η λαϊκή αγορά έχει πάρει διεθνή χαρακτήρα. Ο Βασίλης λέει ότι αν δεν ήταν εκεί θα ήθελε να είναι ρακοσυλλέκτης επικούρειος.
Η κούραση είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλους. Όχι μόνο σωματική κόπωση, αλλά και ψυχική.

Η Βασιλική Διαλυνά πουλά πατάτες. Ακούγεται το τραγούδι της Μαίρης Βιτάλη «Μακριά μου να φύγεις» σε μουσική του Πάνου Γαβαλά και σε στίχους του Κώστα Βίρβου και του Αναστάσιου Κουλούρη, εκφράζοντας έναν μεγάλο καημό.

«Ο μερακλής ο άνθρωπος πονεί μα δεν το λέει κι αν τραγουδά, ψεύτη ντουνιά, μέσα η καρδιά του κλαίει».

Ο πόνος του απλού λαϊκού ανθρώπου αποτυπώνεται σε αυτό το τραγούδι και σε αυτή την πολύχρωμη, πολλά αρώματα και γεύσεις λαϊκή σκηνή.

«Δείτε μήπως όταν χαμογελάω κάνω ρυτίδες από τη στενοχώρια»! «Είμαι αφεντικό, μεσάζων και εργάτης. Δεν έχω κανέναν πάνω από το κεφάλι μου».

Μερικοί πελάτες είναι περίεργοι μπορούν να σου γυρίσουν το κεφάλι. Έχουν ωστόσο ανάγκη από επικοινωνία. Ο κόσμος γενικά θέλει να πει μια καλημέρα, να μιλήσει με κάποιον. Άσε που μερικοί άνθρωποι δεν ξέρουν πώς είναι ο μαϊντανός και ζητούν διευκρινίσεις.

«Ο πελάτης έρχεται στη 1 το μεσημέρι να πάρει το μαρούλι από έξι, τρία ευρώ».
Βγάζουν από τη μύγα ξύγκι. Έχει κουραστεί ο αγρότης. Κάποτε έβγαζε λεφτά, τώρα πια τίποτα. Έχει κουραστεί και η γη. Έχει στραγγίξει η γη από τις γεωτρήσεις. Η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει επιβαρύνει σημαντικά το περιβάλλον με αποτέλεσμα την απώλεια βιοποικιλότητας, την κλιματική αλλαγή και την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων.

Η χαρά των ανθρώπων που εργάζονται στη λαϊκή είναι άμυνα. «Γέλα με τρέλα!». Έρχεται ο άλλος με 30 ευρώ μεροκάματο να αγοράσει. Τι να αγοράσει; Για τους πωλητές αυτή είναι μια ρουτίνα. Μοιάζουν όμως όλα υπό εξαφάνιση. Η εμφάνιση των πολυεθνικών έχει αλλάξει το τοπίο.

Πολλοί πάνε πια στα σούπερ μάρκετ , που δεν τους ξέρει κανείς, ούτε ξέρουν κανέναν. Η απρόσωπη αγορά, το ηλεκτρονικό εμπόριο έχουν κάνει πια την εμφάνισή τους διαμορφώνοντας αλλιώς το πεδίο της αγοράς.

Υπερκόπωση του εργάτη της γης. Ο άλλος φόρτωσε το τελευταίο του καφάσι και έπεσε κάτω ξερός. Ο πωλητής στη λαϊκή φωνάζει, τραγουδά, βρίζει, χορεύει, η βρωμιά μπαίνει βαθιά μέσα στα δάκτυλα.

Ο υπερβολικός κόπος ή η χαμηλή πώληση των προϊόντων απομάκρυναν τους καλλιεργητές από τη γη τους. Μεγάλες εταιρείες επέβαλαν την εφαρμογή των δικών τους λιπασμάτων και εντομοαπωθητικών εξαιρετικά επικίνδυνων για την υγεία των μεταναστών πλέον εργατών, καθώς οι Έλληνες καλλιεργητές εγκατέλειπαν πια τη γη τους. Η γη και η καλλιέργειά της άρχισε να περνά σε άλλα χέρια.

Φτάσαμε στο σημείο το προϊόν να είναι χωρίς χτυπήματα, χωρίς μαύρα στίγματα, όλα τα φρούτα και λαχανικά ομοιόμορφα. Δεν διαλέγεις πια μια μια τις ντομάτες, ή τις πατάτες.

Είναι σα να βλέπεις μια σε προθήκη και να παραγγέλνεις πόσες τέτοιες θα ήθελες. Απομακρύνεται και ο καταναλωτής από τον τρόπο αγοράς. Η λαϊκή ήταν χώρος επικοινωνίας.

Τώρα αυτή η επικοινωνία έχει καταστεί δύσκολη ως αδύνατη. Βαριέται κάποιος να επικοινωνήσει με τον άλλο. Να ανταλλάξει έστω και κουβέντες παζαριού. Οι κλάδοι αποδυναμώνονται.

Χάνεται ο βασικός σύνδεσμος, οι εσωτερικοί κοινωνικοί δεσμοί. Ο στόχος επιτεύχθηκε. Δεν αντιδρά κανείς πια. Κάποτε στο θέατρο από την αρχαιότητα αντιδρούσαν οι θεατές στο θέαμα αν δεν τους άρεσε, πέταγαν φρούτα ή λαχανικά.

Τώρα ποιος θα το έκανε αυτό; Οι ηθοποιοί προκαλούν, προσκαλούν τους θεατές να ρίξουν μια ντομάτα κάπου ή σε κάποιο πρόσωπο. Κάποιοι λίγοι σηκώνονται διστακτικά. Πετούν μια ντομάτα στη σκηνή, άλλος ψηλά, ίσως υπονοώντας «εσύ μπαγάσα καλά περνάς εκεί πάνω», άλλος θεατής παίρνει μια ντομάτα και την τρώει.

Θα φάω την τροφή μου και θα αντιδράσω διαφορετικά για να αλλάξω αυτό που με ενοχλεί. Διαφορετικές προσεγγίσεις, διαφορετικές αντιδράσεις του κοινού, που ανταποκρίνεται. Το σύστημα σε κάνει να γίνεσαι το προϊόν που πουλάς. Αν πουλάς ντομάτα γίνεσαι ντομάτα! Ο άνθρωπος χάνεται πίσω από μια αξία χρηματική που παζαρεύεται κιόλας. Πάρτε πάρτε πάρτε!

Αλλιώς θα μου μείνουν και θα τα πετάξω. Έμμεση αναφορά στο trafficking στη θέση των καρπουζιών δύο γυναικεία σώματα.
«Πιάστε είναι σφριγηλές, ολόφρεσκες, είναι σε προσφορά. Δεν πετάς τίποτα, δεν έχουν φάει φάρμακα. Έλα ζούπα τα»!

Η λαϊκή αγορά έχει το δικό της μουσικό ρεπερτόριο, τραγούδια με νταλκά, με ντέρτια, με φτώχεια, με κόπο, με πόνο, με έρωτα. Θα μπορούσε να είναι είδος προς εξαφάνιση, αντιστέκεται όμως υποστηρίζοντας την αλληλεπίδραση, προασπίζεται το ατελές και όχι τα τέλεια φρούτα σε προθήκες κοσμημάτων.

Η αυθεντικότητα της λαϊκής αγοράς δεν είναι μόνο εμπειρία γεύσης, αλλά και σχέση — με τη γη, τους ανθρώπους, την παράδοση και την κοινότητα.
Όταν όλες οι παράμετροι — παραγωγοί, διαφάνεια, τοπικότητα και κοινωνική συμμετοχή — λειτουργούν σωστά, η αγορά δεν είναι απλώς ένα σημείο πώλησης, αλλά ένας ζωντανός θεσμός της καθημερινής ζωής (αυτό που την κάνει πραγματικά λαϊκή).
Τα προϊόντα έχουν μυρωδιά, η λαϊκή αγορά μυρίζει χώμα, δεν μυρίζει το αποσμητικό χώρου του σούπερ μάρκετ.

Η παράσταση έχει ρυθμό, έχει ωστόσο πολλές αναφορές και θα ήθελε ίσως μια πιο δεμένη δραματουργία, ακριβώς γιατί θίγονται πολλά θέματα και διαφορετικές παράμετροι.

Η παράσταση αποτυπώνει μια ιδιότυπη σκηνική «αγορά» που στήνεται εκείνη την ώρα σε πραγματικό χρόνο μπροστά στους θεατές και αποσυναρμολογείται. Έχει ακριβώς την βραχύτητα μιας παράστασης.

Είναι ένα μοναδικό, αυθεντικό, δυναμικό θέαμα ακριβώς όπως το θέατρο, η στιγμή, η ζωή. Το προϊόν και η τιμή του αφορά την αξία του ανθρώπου, της τέχνης, του πολιτισμού, των αξιών, μέσα από την αναζήτηση του μοναδικού, του περίεργου, του προϊόντος αυτού, όπως τα υβριδικά αυτά φρούτα μεταξύ μανταρινιού και πορτοκαλιού, οι κλημεντίνες, που καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά στην Αλγερία το 1902 από τον Γάλλο μοναχό Clément Rodier, στον οποίο οφείλουν και το όνομά τους.

«Ένα καφάσι κλημεντίνες ψάχνει αγοραστή, ένας θίασος παζαρεύει τον ατελή εαυτό του».

Οι ηθοποιοί Βασιλική Διαλυνά, Θανάσης Ζερίτης, Βασίλης Καραμπούλας, Νικόλας Μαραγκόπουλος, Χρήστος Παπαδόπουλος, Χάρις Σερδάρη, Μαρία Φιλίνη με τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Νοεμής Βασιλειάδου πράγματι ερμήνευσαν με αυθεντικότητα και πολύ παραστατικά τον ρόλο τους, δημιούργησαν το κατάλληλο κλίμα αυτών των ανθρώπων, που δίνουν κάθε μέρα την παράσταση του εαυτού τους.

Αναρωτιούνται δε μέσα στην παράσταση «Πώς θα έπαιζαν αν ήξεραν ότι θα τους πέταγαν ντομάτες;».

Θέλει εκπαίδευση να δηλώνει κάποιος ότι κάτι δεν του αρέσει και αυτό αφορά κάθε προϊόν όπως βέβαια και πώς επιλέγει ένα προϊόν και τι είδους προϊόν είναι αυτό.

Μια παράσταση με μεγάλο ενδιαφέρον με πρόφαση τη λαϊκή αγορά, που καλεί με έναν πρωτότυπο τρόπο τον θεατή οποιασδήποτε ηλικίας να αναρωτηθεί σχετικά με την κατανάλωση, την κοινωνική αδικία, τον «αφοπλισμό» κάποιων κοινωνικών ομάδων, τις οικονομικές δυσκολίες, τη συμμετοχή των πολυεθνικών, την έλλειψη επικοινωνίας, την παραμόρφωση των «προϊόντων».

***

Οι «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι» από την Νοεμή Βασιλειάδου για το Grape του Φεστιβάλ Αθηνών

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -