Cat Is Art

Κατερίνα Μαούτσου: Ανυπομονώ να συναντήσω τους συμπρωταγωνιστές μου κάθε βράδυ

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Ψάχνοντας το τυχαίο και το απροσδόκητο, αναζητώντας αυτήν τη μαγική στιγμή που μια ερμηνεία συμπυκνώνεται σε μια χειρονομία, μια χορευτική κίνηση ή μια θεατρική αφήγηση, πριν από τέσσερα χρόνια έπεσα πάνω στην Κατερίνα Μαούτσου. Παρακολουθούσα τον «Μέγα Ανατολικό» του Ανδρέα Εμπειρίκου, στο υπόγειο καλλιτεχνικό καταφύγιο του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων. Εκεί είδα μια καλλιτέχνιδα που, εκτός από χάρμα οφθαλμών, πρόσφερε στο κοινό μια βαθιά συναισθηματική ερμηνεία με ποιητικές ποιότητες και ξεχωριστή υποκριτική προσωπικότητα. Θυμάμαι ότι με είχε εντυπωσιάσει η κομψότητα, η φινέτσα και η διάφανη ομορφιά της. Ως παρουσία έμοιαζε να φλέγεται, να ίπταται, να αστράφτει. Εκφραστική, με σκηνική ευκρίνεια, ανέδειξε με λεπτότητα τις αποχρώσεις του τολμηρού έργου.

Αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 2010 και είναι επίσης απόφοιτος του τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παίζει ακορντεόν, τραγουδάει με πάθος και τις ελεύθερες ώρες της διδάσκει τη γερμανική γλώσσα.

Έχει παίξει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στις παραστάσεις «Εκκλησιάζουσες», «Ταξιδεύοντας με το μπαμπά μου» σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και «Το αίνιγμα του Τρουλ» σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Πήρε μέρος ακόμα στις παραστάσεις «All yesterday’s parties» σε σκηνοθεσία Μπάμπη Γαλιατσάτου (Knot gallery) και «Το φορτηγάκι της αγάπης» σε σκηνοθεσία Χάρη Γεωργιάδη. Στο «Enter Sandman» (2017), με σκηνοθέτη τον Θέμελη Γλυνάτση, μας έδωσε με την υποκριτική της τέχνη την αίσθηση του παραμυθιού, του τρόμου και της τρέλας αλλά και του γκροτέσκο και του χιούμορ. Σχεδόν παράλληλα την είδαμε στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη, στην Επίδαυρο και στον «Φόβο», σκηνοθετημένη από την Έλενα Πέγκα (2015), στο ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Εν τω μεταξύ μαζί με τον Μπάμπη Γαλιατσάτο συνέχισαν να εξερευνούν τη λογοτεχνία μέσα στο θέατρο καταδυόμενοι στο σύμπαν του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, και συγκεκριμένα στο έργο του «Ομιλήματα», που η ίδια σκηνοθέτησε. Μια παράσταση για τη λαχτάρα της δημιουργίας, του λόγου, του έρωτα και της έκφρασης.

Για φέτος μας επιφύλαξε μια ακόμη ερμηνευτική έκπληξη, παίζοντας σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη στη «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ ΜακΦέρσον στο Θέατρο Επί Κολωνώ, με την Ομάδα Νάμα. Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία ιρλανδέζικου ρεαλισμού, που χειρίζεται ανάλαφρα αλλά και με συμπάθεια δραματικές καταστάσεις, οι οποίες φτάνουν ως την ακραία βία.

H «Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ ΜακΦέρσον. Η Κατερίνα Μαούτσου με τον Δημήτρη Αλεξανδρή, στο θέατρο «Επί Κολωνώ». Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα κοντά στα πενήντα, τον Τόμι, που έχει αποχωριστεί την οικογένειά του και ζει μόνος πια σε ένα τμήμα του σπιτιού τού θείου του Μόρις, σε μια συνοικία του Δουβλίνου. Οι δουλειές του ποδαριού με τον κολλητό φίλο του Ντοκ, οι γκρίνιες του θείου Μόρις και οι τηλεφωνικοί καβγάδες με την πρώην γυναίκα του είναι η καθημερινότητα του αποτυχημένου και μοναχικού Τόμι. Το έργο αρχίζει με τον Τόμι να φέρνει στον εργένικο και εντελώς ακατάστατο χώρο του την Έιμι. Μια νεαρή κοπέλα, που μόλις έσωσε από άγρια επίθεση του Κένεθ, του συντρόφου της ο οποίος την έχει σπρώξει στην πορνεία. Τότε ξεκινά μια σχέση, η οποία θα διαταράξει την όποια ισορροπία της ζωής των πέντε χαρακτήρων και που ενδεχομένως θα εξελιχθεί σε ερωτική αλλά με εμπόδια, αναστολές και επιφυλάξεις από όλους. Άνθρωποι και χώρος, παρελθόν και παρόν, ζωή και τέχνη συνομιλούν σε μια κοινωνικοπολιτικά αιχμηρή παράσταση, που ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη.

Η Κατερίνα με μια φρέσκια και ανεπιτήδευτη υποκριτική προσέγγιση σκάβει διακριτικά κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, σκαλίζει ενοχλητικά τις παρορμήσεις ενός καθημερινού προσώπου και ψυχρά μα θαρραλέα τραβά τα σκεπάσματα από τις περίπλοκες, συχνά κάθε άλλο παρά ομαλές, ανθρώπινες σχέσεις.

«Η Amy -ο χαρακτήρας που υποδύεται- κουβαλάει πολύ πόνο, χωρίς να το φωνάζει όμως», μας εξηγεί η ίδια στη συνέντευξη που παραχώρησε στο catisart.gr. «Είναι μια υπενθύμιση πραγμάτων, φόβων, καταστάσεων, που ίσως θέλουμε να διώχνουμε από τη σκέψη μας, όμως είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι εκεί. Είτε στην πραγματικότητα, στην άκρη κάποιου δρόμου, είτε μέσα μας με τη μορφή καταχωνιασμένων φόβων».

Η παράσταση είναι ένα ταξίδι απρόβλεπτης κατάληξης, μια γλυκιά κίνηση σεβασμού και αγάπης, μια κατάθεση ειλικρινούς φιλίας… Μυστήριο, δραματικότητα, μαγικός ρεαλισμός και χιούμορ δημιουργούν ζωογόνο και γοητευτικό θέατρο. Η Κατερίνα Μαούτσου, την οποία η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη ξεχώρισε ανάμεσα στις μαθήτριές της στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, διαπρέπει στον κομβικό ρόλο της κοπέλας, που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον φτώχειας και κακοποίησης. Μην τη χάσετε!

 

Τι θυμάσαι από τον καιρό που ήσουν παιδί;

* Επειδή δεν έχω πολύ καλή μνήμη, δεν έχω και τη συνήθεια να «βουτάω» σε αναμνήσεις και να ανασύρω μνήμες… Πιο πολύ θυμάμαι συναισθηματικά τα πράγματα, παρά σαν γεγονότα. Δεν καταλαβαίνω το πέρασμα του χρόνου. Όταν είμαι ας πούμε με τα αδέρφια μου, νιώθω σαν να είμαι 10 χρονών.

Τι ήταν εκείνο που σου κέντρισε το ενδιαφέρον στο θέατρο ώστε να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτό τον χώρο;

* Η μεγάλη αγάπη του πατέρα μου για το θέατρο, και οι παραστάσεις που είχα την τύχη να δω σε πολύ μικρή ηλικία, ήταν σίγουρα η αφορμή. Σιγά σιγά έγινε σαν αυτονόητο για μένα… τίποτα δεν είχε περισσότερο ενδιαφέρον.

Ποιοι δάσκαλοί σου άφησαν τα ίχνη τους στη μετέπειτα πορεία σου;

* Ο Ακύλλας Καραζήσης και η Ελένη Σκότη είναι αυτοί που ξεχωρίζω. Για εντελώς διαφορετικούς λόγους τον καθένα. Την Ελένη για τη μέθοδό της, και τον Ακύλλα για την ελευθερία που είχε σαν ζητούμενο. Νομίζω ότι ο συνδυασμός αυτών των τόσο αντίθετων φαινομενικά τρόπων, κάπου οδηγεί…

 

Το επαγγελματικό σου ξεκίνημα πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν;

* Με το που τελείωσα τη σχολή, πήγα στην ακρόαση που έκανε ο Παντελής Δεντάκης στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, για την Παιδική Σκηνή, και με πήρε, οπότε άρχισα αμέσως να δουλεύω και έμεινα εκεί περίπου 6 χρόνια. Αυτό το ξεκίνημα ήταν πολύ σημαντικό για μένα, γιατί εκτός όλων των άλλων, μπόρεσα εξαρχής να βιοπορίζομαι από το θέατρο. Διαφορετικά δεν θα μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά.

Παίζεις στο έργο «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» («The Night Alive») του Ιρλανδού Κόνορ Μακ Φέρσον (Conor McPherson) στο θέατρο «Επί Κολωνώ». Τι έχεις να μας πεις για τη συγκεκριμένη παράσταση;

* Φανταστικό έργο. Δύσκολο, με την έννοια ότι παίζει σε λεπτές γραμμές, δεν είναι καθόλου χοντροκομμένο. Συνδυάζει φοβερά το κωμικό με το τραγικό, και το ανακαλύπτουμε κάθε βράδυ με πολλή χαρά.

Τι χαρακτήρας είναι η Amy, την οποία υποδύεσαι;

* Η Amy κουβαλάει πολύ πόνο, χωρίς να το φωνάζει όμως. Είναι μια υπενθύμιση πραγμάτων, φόβων, καταστάσεων, που ίσως θέλουμε να διώχνουμε από τη σκέψη μας, όμως είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι εκεί. Είτε στην πραγματικότητα, στην άκρη κάποιου δρόμου, είτε μέσα μας με τη μορφή καταχωνιασμένων φόβων.

Πώς είναι η εμπειρία να σε σκηνοθετεί η Ελένη Σκότη;

* Η εμπειρία των προβών ήταν πολύ δύσκολη, αλλά και αποκαλυπτική για μένα. Ακριβώς για αυτά που προανέφερα. Δεν είχα άλλη επιλογή -γιατί έτσι δουλεύει η Ελένη- από το να ανοίξω όσο πιο πολλά σκοτεινά μου συρτάρια μπόρεσα. Και επειδή αυτή είναι μια διαδικασία που δεν είναι τόσο ευχάριστη, στην αρχή τουλάχιστον, είχα όλο αυτό τον καιρό την Ελένη κάθε πρωί, ακούραστη, εκεί, να μην το βάζει κάτω και να μου θυμίζει πόσο μεγάλη αντοχή έχω.

 

Πώς αισθάνεσαι ως μέλος της ομάδας ΝΑΜΑ;

* Νιώθω μεγάλη χαρά και τιμή που η Ελένη Σκότη και ο Γιώργος Χατζηνικολάου με εμπιστεύτηκαν και μου πρότειναν αυτό το ρόλο. Και δεν το λέω σαν χαζοκουβέντα αυτό. Το εννοώ. Πέρα από το ότι είχα δασκάλα την Ελένη στη σχολή πριν από κάποια χρόνια, δεν είχαμε συνεργαστεί ξανά. Χτίστηκε μια σχέση σχεδόν από το μηδέν, και πέρα από την προσωπική μου χαρά γι’ αυτό, τους εκτιμώ γιατί είναι άνθρωποι που μέσα από όλες τις δυσκολίες -προσωπικές, οικονομικές, οτιδήποτε- δεν το βάζουν κάτω, στοχεύουν στο αποτέλεσμα, και δουλεύουν σοβαρά.

Τι θα ήθελες να πεις για τους συμπρωταγωνιστές σου, Δημήτρη Αλεξανδρή, Ερρίκο Λίτση, Γιώργο Τριανταφυλλίδη και Αργύρη Σαζακλή;

* Και μόνο που ακούω την ερώτηση, χαμογελάω!.. Είμαστε απίστευτα δεμένοι, με κρατούν ζωντανή, ανυπομονώ να τους συναντήσω κάθε βράδυ. Σαν συνέχεια και στην προηγούμενη ερώτηση, δεν έχω δει κανέναν άνθρωπο μέσα στο «Επί Κολωνώ», σε οποιοδήποτε πόστο, που να μη δίνει την ψυχή του, ό, τι έχει. Δεν έχω δει κανέναν να «κοροϊδεύει». Μπορεί αυτό να μην έχει να κάνει απαραίτητα με το αποτέλεσμα, αλλά για μένα είναι πολύ σημαντικό.

Τι επίδραση φέρνει η γυναικεία παρουσία σ’ έναν κόσμο ανδρικής μοναξιάς;

* Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα μπορούσε να είναι η περιγραφή του έργου μας. Ή τέλος πάντων να απαντηθεί μέσα από αυτό. Αντί για απάντηση, σας προσκαλώ να δείτε την παράσταση!

«Καμιά καλή πράξη δεν μένει ατιμώρητη», σύμφωνα με τον Γκορ Βιντάλ. Τι άποψη έχεις;

* Πιστεύω πως καμιά πράξη δεν μένει χωρίς επιπτώσεις. Με την έννοια ότι η ζωή, η ύπαρξη, είναι μια αλληλουχία δράσεων – αντιδράσεων. Τώρα, τα περί ηθικής, ποια είναι καλή πράξη, ποια κακή, τι είναι τιμωρία… Κατ’ εμέ η ηθική είναι πολύ παρεξηγημένη έννοια και όπως επικρατεί είναι άχρηστη και σαχλή. Η πραγματικότητα από μόνη της επιβάλλει μια ηθική, για μένα. Αν βρίσκεσαι κάτω από τη χιονοστιβάδα και σε πλακώσει, η ηθική και η τιμωρία περιττεύουν. Τώρα, αν σε καίει να προφυλάξεις και τους νεότερους από τη χιονοστιβάδα, μάθε τους απλά Φυσική.

 

Τα γεγονότα του έργου διαδραματίζονται σε ένα παλιό σπίτι του Δουβλίνου, όπου συγκατοικούν οι ήρωες του έργου. Το γεγονός αυτό μπορούμε αλληγορικά να το ταυτίσουμε με την προσφυγική κρίση στην Ευρώπη;

* Το προσφυγικό είναι ένα ζήτημα, που δεν θέλω να θίξω επιπόλαια και ακροθιγώς. Ένα σχόλιο σχετικά με τη συγκατοίκηση των ηρώων του έργου μας, είναι πως, όσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη, η όποια ανάγκη, από οικονομική έως σωματική, τόσο πιο κοντά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, έρχονται οι άνθρωποι. Και αυτό φυσικά επιφέρει τις όποιες επιπτώσεις, δυσκολίες, ευτυχίες, δυστυχίες… Σίγουρα η απόσταση δε βρωμάει ιδρωτίλα, μπορεί να περιέχει όμως αβάσταχτη μοναξιά.

Το χιούμορ, η αγάπη και ο ρομαντισμός τι θέση έχουν στην παράσταση;

* Το έργο έχει πάρα πολύ χιούμορ και είναι και πάρα πολύ ρομαντικό. Φοβερός συνδυασμός, κατ’ εμέ. Όσο για την αγάπη, νομίζω είναι κάτι που απελπισμένα ζητούν όσοι εμπλέκονται και στροβιλίζονται γύρω απ’ αυτό. Από τον συγγραφέα, τους ήρωες, εμάς, μέχρι και τις γάτες του «Επί Κολωνώ».

Το να μιλάς για τον έρωτα τι σημαίνει για σένα;

* Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω για τον έρωτα. Μάλλον ο λόγος είναι πολύ πεπερασμένο εργαλείο για αυτή τη δουλειά.

 

Ποιος είναι ο πρώτος κανόνας στη δουλειά σου;

* Προσπαθώ να είμαι ήρεμη και συγκεντρωμένη. Να λειτουργεί το σύστημά μου και όχι να θέλω να αποδείξω κάτι ή να καταλαμβάνομαι από φόβους.

Αν η κρίση δεν είχε εμφανιστεί, πώς νομίζεις ότι θα λειτουργούσαν τα πράγματα;

* Δεν θα μπορούσε να μην εμφανιστεί ποτέ. Η χιονοστιβάδα που έλεγα πριν… Όλα υπόκεινται στους νόμους της φύσης.

Πώς κρίνεις το μεγάλο αριθμό θεάτρων και παραστάσεων στην Αθήνα;

* Δεν το κρίνω. Είναι ένα φαινόμενο. Όσο υπάρχουν γονείς που συντηρούν τα ενήλικα παιδιά τους, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τα ανεκπλήρωτα δικά τους όνειρα, θα υπάρχουν άπειρα θέατρα και παραστάσεις, με ανθρώπους που δεν αμείβονται καν πολλές φορές. Αλλά κι αυτό μια ανάγκη είναι. Προφανώς για τις επόμενες γενιές δεν θα ισχύει το ίδιο.

Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σου, ο εχθρός της σκέψης, της ικανότητας για δημιουργία;

* Ο φόβος, και κατ’ επέκταση η ανάγκη για βεβαιότητα.

Σε ποια θεατρικά έργα θα ήθελες να παίξεις και ποιους ρόλους να υποδυθείς; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου θεατρικοί συγγραφείς;

* Στα πάντα. Θα ήθελα να παίξω όλους τους ρόλους του κόσμου, σε όλα τα θέατρα, και να μην πεθάνω ποτέ. Τι να πω: Ευρυδίκη, Λούλου, Ονειρόδραμα, Τζούλια, δεν έχει τελειωμό… (στο συνειρμό μου επικράτησε ο Στρίντμπεργκ απ’ ό,τι βλέπω).

H δημοσιότητα θεωρείς ότι βοηθά τον καλλιτέχνη;

* Δεν ξέρω, δεν έχω την εμπειρία της έντονης δημοσιότητας.

Ποια πράγματα στη ζωή έχουν σημασία για σένα;

* Ό,τι με κάνει να ξεχνάω, αλλά και να αντέχω το θάνατο, τη θλίψη, τη δυστυχία.

Για ποια πράγματα σήμερα χρειάζεται να υψώσουμε τη φωνή;

* Για όσα πιο πολλά μπορούμε. Συνθήματα, ρεμπέτικα, άριες, βρισιές, ερωτόλογα. Ό,τι μπορεί ο καθένας. Και βέβαια δεν υπάρχουν μόνο οι φωνές.

Έχεις κρύψει, έχεις καταχωνιάσει πρόσωπα και πράγματα που σε έχουν πικράνει;

* Φυσικά.

Η κοινωνία μας είναι πιο σκληρή για τους άντρες ή για τις γυναίκες;

* Η κοινωνία μας είναι πολύ σκληρή, ανεξαρτήτως φύλου.

 

Ποια από τις συμβουλές που έχεις πάρει, δεν την ξεχνάς ποτέ;

* Να αναπνέω και να χαλαρώνω το σώμα μου.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου και ποιες οι αγαπημένες σου συνήθειες;

* Τον περισσότερο καιρό δουλεύω όλη μέρα. Πρόβες ή παραστάσεις και όσο προλαβαίνω μαθήματα Γερμανικών. Έχω την τάση να γκρινιάζω, αλλά χαίρομαι που τα καταφέρνω και ζω, κάνοντας αυτό που αγαπώ. Όταν δε, υπάρχουν μέρες που μπορώ να ξυπνήσω και να μην έχω να πάω πουθενά, αλλά να κάτσω στο ηλιόλουστο σαλόνι μου, να πιω τον καφέ μου και να διαβάζω ή να ακούω μουσική, ή να λέω βλακείες στο τηλέφωνο με την Ηρώ, ή να απαντάω στο αγαπημένο μου cat is art, όπως σήμερα, τότε η ζωούλα απογειώνεται!

Ποιο βιβλίο διαβάζεις αυτό τον καιρό;

* Τον «Επικίνδυνο οίκτο» του Στέφαν Τσβάιχ. Μπεν Χουρ το έχω κάνει.

Πώς κρίνεις τη συμπεριφορά των Ελλήνων προς τα ζώα;

* Δεν θα τη διέκρινα από άλλους λαούς, παρά μόνο σε κοινωνικό επίπεδο, στο οποίο φυσικά πάσχουμε σοβαρά.

Τέλος, ποια είναι η δική σου σχέση με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Δυστυχώς όχι πλέον. Ακόμα πενθώ και η ζωή μου είναι πολύ φτωχότερη χωρίς μια κάποια γούνα… Αλλά θα έρθει η στιγμή που θα ζω σε ένα αγρόκτημα, παρέα με πολλά πολλά ζώα!

***

«Λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ ΜακΦέρσον (θέατρο «Επί Κολωνώ»). Δημήτρης Αλεξανδρής, Κατερίνα Μαούτσου

***

Λίγα λόγια για το έργο

Μια μαύρη κωμωδία ιρλανδέζικου ρεαλισμού, η οποία χειρίζεται με χιούμορ αλλά και τρυφερότητα τις δραματικές καταστάσεις, που φτάνουν ως την ακραία βία.

«Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» (The Night Alive, 2013) είναι το βραβευμένο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Κόνορ Μακφέρσον το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνοθεσία του ιδίου στο θέατρο Donmar Warehouse στο Λονδίνο τον Ιούνιο του 2013. Σε διάστημα λίγων μηνών μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη όπου και εξέπληξε κοινό και κριτικούς με τη Νew York Times και την Time Out να απονέμουν στην παράσταση αστέρια και σημαντικές διακρίσεις. Υπήρξε υποψήφιο για Βραβείο Ολίβιε στην κατηγορία καλύτερου έργου. Χαρακτηρίστηκε από την Independent on Sunday και το περιοδικό Time Out ως «ένας ακόμα θρίαμβος» και ως ένα «έργο μεγάλης δεξιοτεχνίας» αντίστοιχα, ενώ οι Financial Times έγραψαν ότι το έργο «δείχνει τον Ιρλανδό συγγραφέα πιο συμπονετικό από ποτέ». Την περίοδο που παίχτηκε στο Atlantic Theater της Νέας Υόρκης απέσπασε το βραβείο Καλύτερου Έργου 2014, ενώ ταυτόχρονα είχε υποψηφιότητα για τα βραβεία Drama Desk και Lucille Lortell.

Ο Conor McPherson είναι θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1971 στο Δουβλίνο και φοίτησε στο University College του Δουβλίνου (USD). Ονομάστηκε από τους New York Times ως «ο καλύτερος θεατρικός συγγραφέας της γενιάς του». Ο Conor κέρδισε το βραβείο George Devine το 1997 με το έργο του St Nicholas καθώς και το βραβείο Olivier για το καλύτερο νέο θεατρικό έργο το 1999 το The Weir. Το 2006 κέρδισε το βραβείο Tony για το Shining City και το βραβείο Olivier για το καλύτερο θεατρικό έργο, Seafarer (Ο Φάρος). Το 2011 έγραψε και σκηνοθέτησε το Veil για το Εθνικό Θέατρο και το 2012 διασκεύασε τον Χορό του Θανάτου του Strindberg για το θέατρο Donmar Trafalgar. Το The Night Alive (Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας) κέρδισε το βραβείο New York Drama Critics Circle για το 2013-14 και έκανε πρεμιέρα στο Donmar τον Ιούνιο του 2013 στο Λονδίνο ενώ μετέπειτα μεταφέρθηκε και στο Atlantic Theater στη Νέα Υόρκη, τον Νοέμβριο του 2013. Ο Conor γράφει επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και το 2008 ξεκίνησε την παραγωγή στην ταινία The Eclipse, η οποία σημάδεψε το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης. Ο Conor εργάζεται επί του παρόντος στο σενάριο Double Cross για τον Paul Greengrass. Το αρχικό του τηλεοπτικό δράμα Paula, που διασκεύασε για την Cuba Pictures και το BBC NI για το BBC2, προβλήθηκε τον Μάιο του 2017 με εξαιρετικές κριτικές. Το Κορίτσι από τη Βόρεια Χώρα, με μουσική από τον Bob Dylan, είχε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο θέατρο Old Vic τον Ιούλιο του 2017 και μεταφέρθηκε στο West End τον Ιανουάριο του 2018. Ο Μακφέρσον ανακηρύχθηκε, τιμής ένεκεν, Διδάκτωρ της Λογοτεχνίας από το University College του Δουβλίνου, για τη συνεισφορά του στο παγκόσμιο θέατρο, τον Ιούνιο του 2013.

***

«Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας»

του Κόνορ ΜακΦέρσον

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Διεύθυνση Παραγωγής, Σκηνικά και Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Μουσική: Στέλιος Γιαννουλάκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Μούγιος

Δημόσιες Σχέσεις/Βοηθός Παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Παίζουν:

Δημήτρης Αλεξανδρής, Ερρίκος Λίτσης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Κατερίνα Μαούτσου, Αργύρης Σαζακλής

***

Πληροφορίες

Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 9.15 μ.μ. και Κυριακή στις 6 μ.μ.

Κράτηση θέσεων και πώληση εισιτηρίων στο ταμείο του θεάτρου «Επί Κολωνώ», Ναυπλίου 12 και Λένορμαν 94, Κολωνός

Τηλ. 210 5138067, e-mail: xkolono@otenet.gr, site: www.epikolono.gr

Στάση Μετρό Μεταξουργείο

 

Εκτύπωση
eirini aivaliwtouΚατερίνα Μαούτσου: Ανυπομονώ να συναντήσω τους συμπρωταγωνιστές μου κάθε βράδυ

Related Posts