31.5 C
Athens
Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022
 

Μιχάλης Χατζάκης: «Φόβος και τρόμος για τον Καραγκιόζη επειδή ξυπνούσε συνειδήσεις»…

Άρθρο του Μιχάλη Χατζάκη για το Νεοελληνικό Θέατρο Σκιών

«Ο Θόδωρος Χατζηπανταζής, καθηγητής Θεατρολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης το διάστημα 1982-2005, είχε γράψει στη σελίδα 19 του βιβλίου του «Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890», ότι: «Ο μεταβατικός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας του 19ου αιώνα έγινε αιτία να συνυπάρχουν στο χώρο της δύο ανεξάρτητες, παράλληλες πολιτιστικές παραδόσεις, η αστική – ευρωπαϊκή και η λαϊκή – ανατολικομεσογειακή. Δύο παραδόσεις αντίδικες, αφού η μια δεν αποτελούσε φυσική εξέλιξη της άλλης, αφού η μετάβαση από την ανατολίτικη (προφορική) παράδοση στην ευρωπαϊκή (γραπτή) δεν έγινε σταδιακά και οργανικά, αλλά βιασμένα και αυθαίρετα, σαν συνειδητή εκλογή της άρχουσας τάξης».

***

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τη δυναμική του θεάτρου σκιών και τη μεγάλη μέχρι λατρείας αποδοχή του από τον ελληνικό λαό, θα πρέπει να αναφερθούμε στις ρίζες και στην αδιάπτωτη πορεία του μέσα στο χρόνο.

Στην καλλιτεχνική του αμεσότητα και στο σεντούκι των παραδοσιακών του αξιών. Θα πρέπει να πούμε ξεκάθαρα κι απ’ την αρχή ότι εκτός από την όποια χροιά διασκέδασης το ελληνικό θέατρο σκιών αποτελεί μια συνεχή κι αδιάλειπτη αντίσταση του ελληνισμού ενάντια στη φραγκολεβαντίνικη εισβολή και στο μιμητισμό της Εσπερίας. Ότι με το βυζαντινό απόηχό του προσπαθεί να κρατήσει τον άνθρωπο πιο πάνω ακόμα κι απ’ το ωραίο, στο υψηλό, πιο πέρα κι απ’ το συνετό, στο εμπνευσμένο.

Αν θέλαμε να προσδιορίσουμε την απαρχή του, θα οδηγούσαμε τα βήματά μας βαθιά μέσα στη σκόνη των αιώνων στους πρώτους ραψωδούς που επινοούσαν και συνθέτανε μάχες και πάθη αχαλίνωτα με τις γκριμάτσες των προσώπων τους και τα τερτίπια της φωνής τους. Στους ένθεους εκείνους ποιητάρηδες που σαν τους καραγκιοζοπαίχτες, μονάχοι κι αβοήθητοι, ζωοποιούσανε τον οίστρο.

Αν θέλαμε να δούμε την πορεία του, θα παρακολουθούσαμε ασθμαίνοντας τους μίμους στα τρελά πηδήματά τους. Από το δωρικό ιαμβιστή του 4ου αιώνα μέχρι το βυζαντινό παντόμιμο. Απ’ όλους δηλαδή τους τσιρκολάνους της αλάνας που κληροδότησαν τη μοίρα τους στον αθεράπευτα ρομαντικό μας Καραγκιόζη.

Αν θέλαμε να δούμε την καταξίωσή του, θα ‘πρεπε ν’ απολαύσουμε και να σπουδάσουμε τη δομική του ταύτιση με το αρχαίο δράμα. Γιατί ελληνικό θέατρο σκιών και τραγωδία εντάσσονται στην ίδια αρχιτεκτονική ενότητα και απαρτίζονται από τις ίδιες συνιστώσες: Χορός, κίνηση και μίμηση, από μηχανής θεός, εξωτερικά δρώμενα, κάθαρση κ.λπ. Μιας μάνας γέννα είναι και τα δυο τους, μόνο που το ένα ανατράφηκε σε καλλιμάρμαρες ορχήστρες και τ’ άλλο στα στενορρύμια της σκλαβιάς και της ανάγκης.

 

Η εικαστική του παρουσία διαλαλεί την αδιάπτωτη ενότητα του ελληνισμού. Εκεί χορεύουν σαν σκιές της Άρτεμης και της Εκάτης η διακοσμητική παλίρροια της μινωικής τοιχογραφίας, η αναζήτηση του απόλυτου των μελανόμορφων αγγείων, η βυζαντινή προσέγγιση του θείου με τη δισδιάστατη χωρίς φωτοσκιάσεις αγιογραφία της, η λαϊκή ζωγραφική, η χαρτονένια σκαλιστή φιγούρα. Τίποτα ξενικό σ’ αυτή τη θάλασσα από μεράκι κι από χρώμα, παρά μια Ελλάδα φωτισμένη από το αστραποβόλημα της σκέψης.

***

Η ΧΑΡΑΥΓΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

***

Όταν ελευθερώθηκε η Ελλάδα – ελευθερώθηκε σχήμα λόγου – όταν εν πάση περιπτώσει αποφασίσανε οι ισχυροί να παίξουν τρίλιζα στα τσακισμένα κόκαλα της ρωμιοσύνης, καρφώσανε τους Βαυαρούς στην τραχηλιά του πληγωμένου ελληνισμού.

«Χίλιες φορές ο Τούρκος» θα φώναζε αργότερα ο αγιογράφος Φώτης Κόντογλου, γιατί αυτοί οι νέοι μακελάρηδες σε σκότωναν με το βαμβάκι και σε σουβλίζανε με τη διπλωματία.

Ό,τι είχε σχέση με Βυζάντιο και λαϊκό πολιτισμό το εκτοπίσανε. Το 1840 απαγορεύονται στο θέατρο έργα Ελλήνων συγγραφέων κι αργότερα η βυζαντινή μουσική και οι μονωδίες κηρύσσονται έκπτωτες από τα σχολεία. Οι βίοι των αγίων και οι φυλλάδες, τροφή του ελληνισμού στα χρόνια της Τουρκιάς, ο δεκαπεντασύλλαβος και το δημοτικό τραγούδι, οι ποιητάρηδες και οι παραμυθάδες, οι αγιογράφοι και οι λαουτιέρηδες, με λίγα λόγια ο ελληνισμός στη λαϊκή του έκφραση συκοφαντήθηκαν και σκεπαστήκανε με λάσπη. Μες στο σκοτάδιασμα του νου αυγή και νύχτα έγιναν ένα.

Κι ο Καραγκιόζης; Αυτός κι αν σήκωσε σταυρό! Τον είπανε τουρκομερίτη, γελοία καρικατούρα του ελληνισμού, κατάλοιπο σκλαβιάς. Ήτανε θέατρο ο «Καραγκιόζης», φόβος και τρόμος για τη νέα τάξη, που με τα δρώμενά του ξυπνούσε συνειδήσεις.

*

Αναφέρει σχετικά ο Θόδωρος Χατζηπανταζής (Σημείωση 1): Οι σπάνιες γραπτές μαρτυρίες για παραστάσεις Καραγκιόζη στην Αθήνα εξαφανίζονται ολοκληρωτικά μετά το 1864 και δεν φαίνεται να υπάρχουν διόλου στοιχεία για τις πρώτες δεκαετίες της βασιλείας του Γεώργιου Α΄. Πράγματι τα χρόνια 1865-1890 αποτελούν τη σκοτεινότερη περίοδο της ιστορίας του Καραγκιόζη στην Ελληνική πρωτεύουσα».
Κυνηγημένος και απάρφανος με τις λειχήνες της τουρκιάς και τα ραβδίσματα της εξουσίας γυρνούσε ψωμοζήτης στα καπηλειά και τους τεκέδες. Δεν ήτανε σπουδαίος για ό,τι έκανε, αλλά γι’ αυτό που θα μπορούσε κάποτε να κάνει. Οι διώχτες του επέμεναν μονάχα στο περίγραμμά του, στην ξυπολυσιά και στην καμπούρα του, όμως η πείρα του λαού κάτω από τον τριμμένο του μανδύα αναγνώριζε τον αρχιμίμο της χαμένης Βασιλεύουσας. Δεν ήθελε πολλά για να τρανώσει. Λίγη αγάπη κι ένα απάγκιο να λαγιάσει.

*

Κι ο καραγκιοζοπαίχτης Μίμαρος (Σημείωση 2), ξανάσασμα της ρωμιοσύνης, του χάρισε δυο κλώνους δάφνης. Αυτό ήτανε. Πέταξε ο Καραγκιόζης τις τουρκοφορεμένες του συνήθειες και ξαναβαφτίστηκε στην κολυμπήθρα του ελληνισμού. Έπαψε πια ν’ ασχημονεί και να γυρίζει στους τεκέδες βωμολοχώντας σαν καραγωγέας. Άκουσε πάλι μέσα του εκείνες τις απόμακρες φωνές που του προσδιορίζανε τα βήματά του. Ξανασυνδέθηκε με τους διαλαλητές της παράδοσης στο μονοπάτι που διαβαίνει στους αιώνες. Αψήλωσε κι αγκάλιασε το σύννεφο.

Την 1η Αυγούστου του 1902 η εφημερίδα «Εστία» γράφει για τον αναβαπτισμένο Καραγκιόζη: «Ο Καραγκιόζης δεν είναι πλέον ο πάλαι ποτέ εκείνος… εσεμνοποιήθη και αυτός. Εσοβαροποιήθη, ελεπτύνθη, εμορφώθη και η γλώσσα του η τρέπουσα άλλοτε εις φυγήν το γυναικείον φύλον, το προσελκύει τώρα, φθεγγόμενη σεμνοτέρα και των μικρών θεατριδίων και της γαλλικής οπερέτας».

***

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ

***

Η άνθηση του «Καραγκιόζη» δίνει ψωμί και αποκούμπι στην πληγωμένη ρωμιοσύνη. Όλοι οι κατατρεγμένοι του λαϊκού πολιτισμού και του βυζαντινού απόηχου εκεί χωνιάζουν κι αντιστέκονται. Μέσα από το φωτισμένο του πανί ακούγονται «μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα λυπητερά» και ξεπηδάνε οι φιγούρες της μεταβυζαντινής ζωγραφικής και ο αχός της μάχης. Στην ομίχλη του ευρωπαϊκού ορθολογισμού άστραψε ξάφνου ένα πέρασμα από φως και οπτασία που σ’ οδηγούσε ανάλαφρα στα μονοπάτια της ψυχής. Εκεί που κατοικούσαν ολοζώντανες, πανώριες κι άφθαρτες όλες οι αξίες του ελληνισμού. Ο Καραγκιόζης στην καμπούρα του δεν κουβαλούσε μοναχά καημούς και ντέρτια, αλλά και τη βαριά κληρονομιά της ρωμιοσύνης. Πού όμως να το καταλάβουνε οι πιθηκίζοντες ταγοί. Αυτοί πουλούσανε τα πρωτοτόκια τους για μια παλατιανή δεξίωση. Η εξουσία στην Ελλάδα πάντα πουλούσε την ψυχή της για «δεξιώσεις» ή «αριστερώσεις».

Γύρω στο 1890, που Μίμαρος και Καραγκιόζης δίνουν τα χέρια κι αλληλοβοηθούνται «για να σηκώσουνε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα», το ελληνικό θέατρο σκιών αδράχνεται από την κορυφή και διαλαλεί την πρωτοπορία του σ’ ολάκερο τον κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια, στιγμές ανάσας για την ιστορία, δημιουργεί ένα δραματολόγιο που θα το ζήλευαν όλες οι προηγμένες χώρες της Ευρώπης. Τα θέματά του τα «αρπάζει» από παντού. Από το θέατρο, το Φασουλή, την παντομίμα, τον καθημερινό περίγυρο και πάνω απ’ όλα, απ’ τα κρυφά μεράκια, τους αγώνες και τις προσδοκίες του λαού.

Μερικά έργα της εποχής εκείνης που χαρακτηρίζουν και τον ενθουσιασμό της νιότης του είναι: «Η νεκρά ζώσα», «Παράδεισος και κόλαση», «Γενοβέφα, «Το φρούριο των δαιμόνων», «Ο διάβολος κουμπάρος», «Ο Κατσαντώνης», «Ο Αθανάσιος Διάκος», «Ο Καπετάν Γκρης», «Ο γιατρός», «Το ναυάγιο του Μπάρμπα Γιώργου», «Ο δον Ηλίας Κολοκύθας», «Το στοιχειωμένο δεντρί», «Το πιθάρι», «Ο λήσταρχος Πασαδόρος» κ. α.

Έγινε ο Καραγκιόζης ο υλοποιημένος πόθος του λαού, ο καθημερινός εσπερινός των περιφρονημένων. Κι αυτό δεν το συγχώρησε ποτέ η εξουσία. Έχασε το παιχνίδι της επιβολής από ένα διπλομπαλωμένο φάντασμα της Βασιλεύουσας. Από μιαν ανάμνηση και μια σκιά που την κινούσανε αγράμματοι «τουρκοσπορίτες», καθώς τους έλεγε. Έτσι μετρούσε την παράδοση και τέτοια αξία έδινε στο θέατρο.

Η σκηνή του Καραγκιόζη με 1 μέτρο μήκος και 0.60 ύψος στα καλντερίμια της Κωνσταντινούπολης, μεγαλώνει αντίστοιχα στον ελλαδικό χώρο στα 4 Χ 1,20 μέτρα. Όμως αυτές οι διαστάσεις αποτελούν τα πρώτα βήματά της. Στην καρδιά του μεσοπολέμου και στα μόνιμα μαντράκια πλέον, η σκηνή γιγαντώνεται στα 7Χ1,70 μέτρα. Τι υποδηλώνουν τα μεγέθη αυτά;

Τι άλλο από τη μεγάλη αποδοχή και τις αδιάσπαστες ρίζες του ελληνισμού με τις αρχέγονες καταβολές του. Και πράγματι, ένα παγκόσμιο γεγονός καταγράφεται στο χώρο του λαϊκού θεάματος. Το ελληνικό θέατρο σκιών, μοναδικό κι ανάδελφο, στεγάζεται και υποδέχεται τις γειτονιές των καταφρονημένων. Η Θυμέλη εξακολουθεί ακόμα να παραμένει ζωντανή. Τα άλλα θέατρα σκιών όπου υπάρχουν, αλλά και γενικότερα τα όποια λαϊκά θεάματα στης γης τα πλάτη, παίζονται στις πλατείες, στ’ αρχοντικά και στα γιορτάσια, με το τασάκι του «δραχμοσυλλέκτη». Ο Καραγκιόζης όμως, ο ελληνικός Καραγκιόζης, αφ’ ότου ανδρώθηκε και γεύτηκε την αμβροσία της παράδοσης, έκανε αυτό που πάντα κάνανε οι θεατρίνοι στην Ελλάδα: Έστησε το χώρο του για να υποδεχτεί το Διόνυσο.

Τι υπέροχα μαντράκια ήταν εκείνα με το βασιλικό, τα μαγιολούλουδα, το δυόσμο να μεθάει τη νύχτα και το σαντούρι να ταξιδεύει τις αισθήσεις. Όλα τριγύρω κατασκότεινα και μόνο το πανί του Καραγκιόζη φωτισμένο. Σα φέγγος μεσοπέλαγο που αψηφά το πούσι. Και κόσμος, πολύς κόσμος, να κάνει τούκα την ψυχή του με τους Κατσαντωναίους και τους Διάκους, να αλαργεύει με τις σερενάτες του Διονύσιου και να φτερώνει το κουράγιο του με την καπατσοσύνη του ξυπόλυτου.
Όπως υπήρχε ο φούρνος κι η ταβέρνα σε κάθε γειτονιά, έτσι κι ο Καραγκιόζης. Με τις αφίσες και τις τοιχογραφίες του, γεννήματα βυζαντινής παράδοσης, εντασσόταν στον κύκλο των άκρως απαραίτητων. Μ’ αυτόν τελείωνε ο ταμαχιάρης την ημέρα του και το παιδί μ’ αυτόν αρχίναγε τα όνειρά του.

***

ΤΑ ΗΡΩΙΚΑ

***

Όταν το 1897, έβγαλε νύχια η τουρκιά και χούμηξε, οι καθαρευουσιάνοι και οι πατριδοκάπηλοι κούρνιασαν στην ιδέα της «μικράς αλλά εντίμου Ελλάδος». Ο Καραγκιόζης όμως, βουβά κι αθόρυβα, διάλεξε μετερίζι κι αντιστάθηκε. Πώς; Με τη ρομφαία της παράδοσης και με το φωτοστέφανο της τέχνης. Αχολογούσαν τα ηρωικά και ξαναζωντανεύανε οι Ανδρουτσαίοι αντάμα με το γέρο του Μωριά, το Μάρκο Μπότσαρη, τους Τζαβελαίους. Κάθε μαντράκι και μια μάχη, ένα ξερό κουράγιο στα πληγωμένα στήθη του ελληνισμού, μια γεύση ανάμνησης και μια κραυγή αυτοθυσίας: Ελευθεριά ή Θάνατος!!!

Και πήρε πάλι μπρος η ρωμιοσύνη, κάνοντας όπλο το κουράγιο κι ανάσα την ελπίδα, δρασκέλισε τη συμφορά κι απέδιωξε το πλάνταγμα απ’ τα στήθη. Νίκησε γι άλλη μια φορά οχτρούς και φίλους δολερούς.
Τα ηρωικά στον Καραγκιόζη βλάστησαν και διαβήκανε τ’ αψήλου στη δεκαετία του 1890. Ήταν καρπός από την ένωση της ηπειρώτικης παράδοσης με τη σχολή του καραγκιόζ μπερντέ (Σημείωση 3). Πρώτο παιδί της ο Δημήτρης Σαρντούνης (Μίμαρος) που σαν τον παντογνώστη Δία γέννησε απ’ το κεφάλι του το νεοελληνικό θέατρο σκιών. Γράφει ο Μπίρης:
«Εκεί που μπόρεσαν να σταθούν οι ήρωες σε θέατρο και να επιβληθούν στην εντύπωση του κοινού, ήταν μόνο στον Καραγκιόζη, που απευθύνεται απόλυτα στη φαντασία του θεατή, χωρίς να φοβάται αντιπερισπασμό από την παρουσία ρεαλιστικών στοιχείων. Και μάλιστα στον Καραγκιόζη του 1900-1910 με τις σκιερές φιγούρες, στα ηρωικά έργα που κληρονόμησε από τον ηπειρώτικο Καραγκιόζη, και ακόμα περισσότερο, σ’ εκείνα που συνέθεσε και σκηνοθέτησε και δίδαξε ο Δημήτρης Σαρδούνης (Σαρντούνης), με θέματα παρμένα ή εμπνευσμένα από τη νεότερη ελληνική ιστορία». (Σημείωση 4).

*

Η αισχύλεια φλέβα του Ελληνισμού, οι μελανόμορφες απεικονίσεις και οι φλύακες της Μικράς Ασίας, αντάμα και χειροπιαστά με τη βυζαντινή ζωγραφική , τους θρύλους και τις παραδόσεις ενός αγέραστου λαού, έγιναν αχαμνές σκιές κι ανάριες οπτασίες στ’ αχνόφεγγο πανί του Καραγκιόζη.

Ο αριστοτελικός «μύθος», ξανάγινε η γενετήσια δύναμη στην ελληνική δραματουργία και οι συγκρούσεις χαρακτήρων η πεμπτουσία των ηρωικών. Μέσα από τη δισδιάστατη απεικόνιση του φωτισμένου πανιού, τα γεγονότα αποκτούν μια μαγική χροιά. Είναι συγχρόνως τωρινά κι απόμακρα, αληθινά και ψεύτικα, συγκεκριμένα κι άυλα. Οι ήρωες στη σκηνή του Καραγκιόζη απεικονίζουν την πραγματικότητα χωρίς και να ταυτίζονται μαζί της. Γι αυτό και δέχεται ο θεατής κάθε υπέρβαση: τον άγγελο να παίρνει την ψυχή του Διάκου, τον Καραγκιόζη να νικάει τον καλικάντζαρο, ν’ ανοίγουν μνήματα και να μιλάνε σκελετοί, να ρυάζεται και να νικάει όλο το τουρκολόι ο καπετάν Απέθαντος. (Σημείωση 5).  Η Τέχνη του ελληνικού θεάτρου σκιών, εξπρεσιονιστική ως έκφραση και δισυπόστατη ως είδος, ταυτίζει στον ονειρικό της κόσμο το «φαίνεσθαι» και «μη φαίνεσθαι» του πλατωνικού «ειδέναι».

***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Σημείωση 1: Θεόδωρος Χατζηπανταζής: «Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Ελλάδα του 1890», εκδ. στιγμή, σ.σ. 29-30.

Σημείωση 2: Δημήτρης Σαρδούνης ή Σαρντούνης με το ψευδώνυμο Μίμαρος (1859-1912): Καραγκιοζοπαίχτης από την Πάτρα. Ο κύριος δημιουργός του νεοελληνικού καραγκιόζη.

Σημείωση 3: Η σχολή του «καραγκιόζ μπερντέ» δημιουργήθηκε και ολοκληρώθηκε στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η δομή των παραστάσεών της, οι χαρακτήρες και οι υποθέσεις, προέρχονται κύρια από το βυζαντινό μιμικό θέατρο. Στην Ελλάδα ευδοκίμησε κύρια στην Πελοπόννησο με επίκεντρο την Πάτρα.

Σημείωση 4: Κώστας Μπίρης: «Ο Καραγκιόζης ελληνικό λαϊκό θέατρο», Αθήνα 1952, σελ. 44

Σημείωση 5: Καπετάν Απέθαντος: Τεράστιος σε ύψος που συμβολίζει την ψυχή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το μπόι του ξεπερνάει το ύψος του κάθε μπερντέ γι’ αυτό και στη σκηνή τον παρουσιάζουν πάντοτε να μάχεται σκυμμένος.

***

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΧΑΤΖΑΚΗ

***

Ο Μιχάλης Χατζάκης, Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή, γεννήθηκε και σπούδασε στην Αθήνα. Πρωτογνώρισε τον «Καραγκιόζη» από τον παλιό μάστορα της τέχνης Γιώργο Κουτσούρη (καλλιτεχνική δράση 1911 – 1950) και κατόπιν μαθήτευσε για πολλά χρόνια στους μεγάλους καραγκιοζοπαίχτες Γιώργο Χαρίδημο (1924 – 1996) και Δημήτρη Μόλλα (1917 – 1987).

Τέλειωσε το ΣΤ’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, στον Νέο Κόσμο.

Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση, στα Περιφερειακά Επιμορφωτικά Κέντρα Λαμίας, Καρπενησίου και Χαλκίδας, στη Δραματική Σχολή του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης και επί μία 20ετία στα Πανεπιστήμια, Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης, Μαγνησίας και Μακεδονίας, τα μαθήματα «Θέατρο σκιών, παραμυθόδραμα» και «Λαϊκή υποκριτική».
Από το 2013 συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας στην Ισπανία (Νεοελληνικό Τμήμα και Τμήμα Βυζαντινών Σπουδών).

Έχει γράψει βιβλία και μελέτες για το Θέατρο Σκιών, θεατρικά έργα που έχουν παιχτεί επανειλημμένα από ΔΗΠΕΘΕ, ανεξάρτητες θεατρικές σκηνές και μικρά θέατρα. Το 1982 ίδρυσε το «Θέατρο Σκιών Λαμίας» το οποίο εξακολουθεί και σήμερα την καλλιτεχνική του δράση.

***

Ο Μιχάλης Χατζάκης θεωρείται ο ανανεωτής του Θεάτρου Σκιών και ο δημιουργός της έντεχνης πορείας του.

Με τρία πρώτα πανελλήνια βραβεία και πολλές διεθνείς διακρίσεις, με παρουσιάσεις έργων του από τηλεοπτικούς σταθμούς της Ευρώπης και της Αμερικής, με βιβλία μελέτες, εκθέσεις και διαλέξεις για τον «Καραγκιόζη», με cd και dvd και περισσότερες από τρεις χιλιάδες παραστάσεις, ολοκληρώνει τη συμβολή του στο ελληνικό θέατρο σκιών, με μια πολύτομη εργασία για τον «Καραγκιόζη» του μεσοπολέμου και της έντεχνης συνέχειάς του.
Έδωσε την πρώτη του παράσταση το 1979 στο Δημοτικό Θέατρο Λαμίας σε εκδήλωση της τότε Σχολής Εργοδηγών για την 25η Μαρτίου. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς έδωσε δωρεάν παραστάσεις σε χωριά της Φθιώτιδας. Το καλοκαίρι του 1980 και του 1981 έδωσε παραστάσεις για το κοινό της Λαμίας και για λογαριασμό του Δήμου στην αυλή του Ιστορικού Αρχείου, στην οδό Διάκου. Το 1982 ίδρυσε το πρώτο χειμερινό θέατρο στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου σκιών με την επωνυμία: «Ελληνικό Θέατρο Σκιών Λαμίας». Ίδρυσε επίσης την κινητή σκηνή με πανελλήνια και διεθνή εμβέλεια

Έχει δώσει περισσότερες από 3.000 παραστάσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και στις μόνιμες σκηνές της Λαμίας και της Θεσσαλονίκης. Παρότι οι προσκλήσεις από το εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Τσεχία, Ρουμανία, Αμερική, Καναδά κ.λπ.) ήταν πολλές, δεν υπήρχε η δυνατότητα αποδοχής διότι το χειμώνα δεσμευόταν, συν όλων των άλλων και από την εκπαιδευτική του ιδιότητα ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, και το καλοκαίρι, λόγω των ανειλημμένων υποχρεώσεών του στα ελληνικά και διεθνή φεστιβάλ.

***

Όλες οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Μιχάλη Χατζάκη, ο οποίος έχει φιλοτεχνήσει και κατασκευάσει και τις φιγούρες των ηρώων του Θεάτρου Σκιών που κοσμούν το άρθρο του.

***

Την 28η Μαρτίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα του Θεάτρου Σκιών.

***

18 Αυγούστου 1841 – Πρώτη γραπτή μαρτυρία για τον Καραγκιόζη στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ταχύπτερος Φήμη»: «Την 21 του παρόντος, θα παρουσιαστεί εις Ναύπλιον η κωμωδία του Καραγκιόζη, έχουσα αντικείμενον τον Χατζ-Αββάτην και Κουσζούκ-Μεϊμέτην».

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
693ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art