Καλό ταξίδι αγαπημένε μας Κώστα Βουτσά…

Ο σπουδαίος και αγαπητός ηθοποιός Κώστας Βουτσάς άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 88 χρονών την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020, το ξημέρωμα στις 2.45 π.μ.

***

Την Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020, η σορός του αγαπημένου ηθοποιού θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών από τις 9:30 το πρωί μέχρι τις 7:30 το απόγευμα, στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, στον Άγιο Ελευθέριο.

Την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου, στις 9 το πρωί, η σορός θα τοποθετηθεί στη Μητρόπολη Αθηνών για την οικογένεια, μέχρι τις 11, ενώ, όσοι το επιθυμούν, θα μπορούν επίσης εκείνο το διάστημα και μέχρι να κλείσουν οι θύρες για τους οικείους του, να τον αποχαιρετήσουν.

Αμέσως μετά, στις 11 π.μ., θα ξεκινήσει η νεκρώσιμος ακολουθία, ενώ θα ακολουθήσουν οι επικήδειοι. Κατόπιν, με πομπή η σορός θα μεταφερθεί από τη Μητρόπολη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Η ταφή θα γίνει σε τάφο που δώρησε ο Δήμος της Αθήνας.

***

Ο Κώστας Βουτσάς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Στις 7 Φεβρουαρίου 2020 εισήχθη στο Αττικό Νοσοκομείο με λοίμωξη του αναπνευστικού.

Η λοίμωξη ήταν σοβαρή και είχε επηρεάσει και την καρδιακή λειτουργία με αποτέλεσμα να είναι για μέρες διασωληνωμένος στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Αττικού Νοσοκομείου.

Ο Κώστας Βουτσάς έδωσε τη δική του μάχη, αλλά δυστυχώς τα ξημερώματα κατέληξε σκορπίζοντας θλίψη στην οικογένεια, στους φίλους και στους θαυμαστές του.

Ο Κώστας Βουτσάς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου το 1931. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από προσφυγική οικογένεια με καταγωγή από τους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης. Το οικογενειακό επίθετο ήταν Σαββόπουλος, αλλά το «Βουτσάς» επικράτησε από τον παππού του που έφτιαχνε βαρέλια και τα βαρέλια παλαιότερα τα έλεγαν «βουτσιά». Όταν ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του, τού είχε προτείνει θιασάρχης να το αλλάξει σε «Βέσελης», αλλά αρνήθηκε.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1953 και αρχικά έλαβε μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλούκια).

Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού και χορεύτριας Έρρικας Μπρόγερ, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Σάντρα (1972). Έχει άλλες δύο κόρες από τον δεύτερο γάμο του, με τη Θεανώ Παπασπύρου, τη Θεοδώρα (1977) και τη Νικολέτα (1979), με την πρώτη να ακολουθεί τα δικά του βήματα στο χώρο της ηθοποιίας. Ο θετός γιος του (από προηγούμενο γάμο της τρίτης γυναίκας του Εύης Καραγιάννη, πρώην μοντέλου και ηθοποιού), Άνθιμος Ανανιάδης, είναι επίσης ηθοποιός.

Το 2015, ο Κώστας Βουτσάς έκανε σχέση με την κατά 39 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό, Αλίκη Κατσαβού, με την οποία παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2016 και στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους απέκτησαν ένα γιο, τον Φοίβο.

Καλό ταξίδι στον Κώστα Βουτσά.

 

 

Ο κοσμαγάπητος καλλιτέχνης επί δεκαετίες ολόκληρες, δημοφιλής πρωταγωνιστής της μεγάλης οθόνης, σφράγισε ανεξίτηλα τους ρόλους που ερμήνευσε, χαρίζοντας άφθονο γέλιο. Ηθοποιός με απίστευτο μπρίο και μεγάλες δυνατότητες στον αυτοσχεδιασμό, ευρηματικός ατακαδόρος που άφησε εποχή με τις αξέχαστες κινηματογραφικές ατάκες του –ποιος δεν θυμάται τα αμίμητα «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;» ή το «Κάτινααα σαλαμάκι…» -, αθεράπευτος λάτρης των γυναικών στο πανί αλλά και στη ζωή. Μα πάνω απ’ όλα εραστής της ίδιας ζωής την οποία φρόντισε να ρουφήξει μέχρι το μεδούλι…

Αυτός ήταν ο Κώστας Βουτσάς, που έφυγε από κοντά μας στα 88 του χρόνια, έχοντας δώσει σκληρή μάχη, επί πολλές ημέρες, στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείο Αττικόν. Η καρδιά του, αυτή η μεγάλη καρδιά που χωρούσε μέσα της τόση αγάπη, δεν άντεξε. Λύγισε και σταμάτησε να χτυπά ρίχνοντας την αυλαία της ζωής ενός από τους μακροβιότερους, τους πλέον λαοφιλείς και ταλαντούχους ηθοποιούς αυτού του τόπου και σκορπίζοντας τεράστια συγκίνηση στους κόλπους του θεάτρου και του κινηματογράφου, που τόσο πιστά υπηρέτησε, αλλά στους αμέτρητους απλούς ανθρώπους που τον λάτρεψαν μέσα από τους ρόλους του. Γιατί ο Κώστας Βουτσάς ήταν από τους τελευταίους ζωντανούς θρύλους της χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά και η αναχώρησή του, σηματοδοτεί, με έναν τρόπο, το τέλος της εποχής της αθωότητας!

Μιας αθωότητας που μάς χάρισε απλόχερα ο ίδιος, όμως, δεν είχε την ευκαιρία να τη βιώσει ως παιδί. Γιατί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πέρασε τα πιο τρυφερά χρόνια της ζωής του ήταν δύσκολες, σκληρές. Ούτε καν κανονικό σπίτι δεν είχε η οικογένειά του όταν γεννήθηκε. Ζούσαν σ’ ένα μικρό άδειο μαγαζί, στο Βύρωνα, κι είχαν καλύψει με χαρτιά τη βιτρίνα για να μην τούς βλέπουν. Ο πατέρας δούλευε σκληρά ως οδοποιός, η μητέρα στο σπίτι, τα χρήματα δεν επαρκούσαν ούτε για τα απαραίτητα. Γι’ αυτό κι όταν λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη όλα τα παιδιά βγήκαν στο δρόμο, κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού για να βοηθήσουν την κατάσταση.

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής ο 10χρονος τότε Κώστας γυρνούσε με τις ώρες στους κεντρικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, κρατώντας στα χέρια του ένα κασελάκι με τσιγάρα τα οποία πουλούσε στους περαστικούς. Επειδή όμως τα χρήματα ήταν λίγα και οι ανάγκες πολλές ο πανέξυπνος πιτσιρικάς σκέφτηκε έναν τρόπο να αυξήσει τα έσοδά του. Αντάλλασσε τσιγάρα με τους Άγγλους αιχμαλώτους. Έδινε 100 ελληνικά έναντι πολύ λιγότερων αγγλικών καθώς τα εγχώρια ήταν κακής ποιότητας και φθηνά ενώ πουλώντας τα ξένα έβγαζε πολύ περισσότερα… Η ευστροφία, η αξιοσύνη, το πείσμα, η αποφασιστικότητα τον χαρακτήριζαν από τότε. Δεν το έβαζε κάτω, όσες δυσκολίες κι αν έβρισκε μπροστά του. Φαινόταν πως αυτό το παιδί θα την βρει την άκρη στη ζωή του.

Το πραγματικό όνομα του Κώστα Βουτσά ήταν Κώστας Σαββόπουλος. Λίγο πριν μπει επισήμως στον χώρο του θεάτρου και του κινηματογράφου όμως ένας παραγωγός τού εξήγησε ότι έπρεπε να αλλάξει το επίθετό του και τού πρότεινε το Βέσελης. Εκείνος δεν φάνηκε να ικανοποιείται και επέλεξε αντ’ αυτού το παρατσούκλι του παππού του που τον φώναζαν Βουτσά επειδή ήταν βαρελοποιός. Με αυτό το επώνυμο έμελλε να γράψει λαμπρή ιστορία.

Τούς πρώτους του ρόλους τούς έπαιξε στη Θεσσαλονίκη, σε τοπικές σκηνές της πόλης. Στην Αθήνα ήρθε σε ηλικία 21 ετών. Συμμετείχε αρχικά σε κάποιες παραστάσεις του θεάτρου «Ακροπόλ». Λίγο αργότερα μπήκε στη ζωή του ο κινηματογράφος. Έκανε την παρθενική του εμφάνιση το 1953 στην ταινία «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» για να ακολουθήσουν, το 1961, οι συμμετοχές του στις ταινίες της Φίνος Φιλμ «Η Αλίκη στο Ναυτικό» του Αλέκου Σακελλάριου και «Ο Σκληρός Άνδρας» του Γιάννη Δαλιανίδη. Ο τελευταίος διακρίνει το ταλέντο του και τού εμπιστεύεται έναν απαιτητικό δραματικό ρόλο στην ταινία του «Κατήφορος».

Κάπου εκεί ξεκινά η απογειωτική του πορεία και έρχονται οι μεγάλοι πρωταγωνιστικοί ρόλοι, εκείνοι που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους κορυφαίους και πιο δημοφιλείς ηθοποιούς της γενιάς του. Ποιο ρόλο του να πρωτοθυμηθεί κανείς από τις 70 συνολικά ταινίες στις οποίες έπαιξε; Τον μικροαστό στο «Ανθρωπάκι» που προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ γυναίκας και μάνας, τον νιόπαντρο μαμάκια στη «Νύχτα Γάμου», τον ποδοσφαιριστή Μασούρο στο «Μια κυρία στα μπουζούκια», τον ψεύτικο κύριο Ράμογλου στο «Κορίτσια για φίλημα», τον τεμπέλη γιο στη «Χαρτοπαίχτρα», τον Άραβα – γιαλαντζί στον «Ξυπόλητο Πρίγκηπα» ή τον μπουζουκσή Κώστα Πίττουρα στις «Θαλασσιές τις Χάντρες»;

Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα ο Κώστας Βουτσάς συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα αστέρια του ελληνικού κινηματογράφου, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τη Ζωή Λάσκαρη μέχρι τον Νίκο Κούρκουλο και τη Ρένα Βλαχοπούλου. Στο μυαλό και στις καρδιές του περισσότερου κόσμου, ωστόσο, καταγράφηκε ως ιδανικό ζευγάρι με τη Μάρθα Καραγιάννη με την οποία συμπρωταγωνίστησε σε έναν μεγάλο αριθμό ταινιών.

Με την παρακμή του ελληνικού κινηματογράφου συνέχισε παίζοντας σε αρκετές βιντεοταινίες των οποίων η ποιότητα μπορεί να μην ήταν καλή οι ερμηνείες του, ωστόσο, παρέμεναν χαρακτηριστικές. Ανάμεσά τους και οι «Είναι γάτα ο γιατρός», «Ο ιππότης της λακκούβας», «Η ζωή αρχίζει στα 40», «Ο υπαλληλάκος πάει στον παράδεισο» κ.α.

Ο Κώστας Βουτσάς υπηρέτησε με επιτυχία και συνέπεια και το θέατρο παίζοντας ρόλους σε παραστάσεις διαφορετικών ειδών, από πρόζα μέχρι επιθεώρηση και μιούζικαλ. Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός θεατρικός ρόλος ήταν το 1969 στο έργο του Τσιφόρου «Αγάπη μου παλιόγρια» το οποίο γυρίστηκε αργότερα και σε ταινία με τον ίδιο και την Ξένια Καλογεροπούλου. Ανάμεσα στις μεγαλύτερες θεατρικές του επιτυχίες συγκαταλέγονται η «Πούπσι», που ανέβασε το 1986 στο θέατρο «Γκλόρια», «Ο Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου, «Οι Απάνω και οι Κάτω» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη, «Η γλυκιά Ούτσι» κ.α. Η τελευταία φορά που πάτησε το θεατρικό σανίδι ήταν στην παράσταση «Η Σταχτοπούτα» που φιλοξενεί τον φετινό χειμώνα το θέατρο «Μπρόντγουαιη».

Άφησε όμως ανεξίτηλη τη σφραγίδα του και στην τηλεόραση συμμετέχοντας, μέχρι προσφάτως, σε κάποιες από τις πιο γνωστές τηλεοπτικές σειρές των τελευταίων 40 χρόνων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 άφησε εποχή παίζοντας στο κωμικό σίριαλ της ΕΡΤ «Ο Ηρακλής και τα λιοντάρια του», πρόσθεσε το ιδιαίτερο ερμηνευτικό στίγμα του στον «Γιούγκερμαν», προκάλεσε άφθονο γέλιο με τη συμμετοχή τους στις σύγχρονες σειρές «Το κόκκινο δωμάτιο», «Η Πολυκατοικία», «Επτά θανάσιμες πεθέρες», «Το σόι σου» κ.α.

Ο Κώστας Βουτσάς είχε μεγάλη αδυναμία στις γυναίκες και αυτό ήταν κάτι το οποίο ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ. Ο έρωτας τον έτρεφε, τον ανανέωνε γι’ αυτό κι εκείνος δεν αντιστεκόταν στα καλέσματά του. Ερωτεύτηκε και τον ερωτεύτηκαν με πάθος, παντρεύτηκε, χώρισε, αρκετές φορές, απέκτησε παιδιά… Το εντυπωσιακό ωστόσο ήταν πως πάντα φρόντιζε τις πρώην συντρόφους του κι εκείνες μιλούσαν για αυτόν τα καλύτερα λόγια! Πώς τα κατάφερνε;

Ο ίδιος έδινε την παρακάτω χαρακτηριστική απάντηση: «Εγώ με τις γυναίκες ήμουν ο σκλάβος τους. Σκεφτόμουνα πάντα τι να κάνω για να την ευχαριστήσω χωρίς να το ξέρει. Και λέω πως με όλες μου τις γυναίκες είμαι πάρα πολύ αγαπημένος. Και όλες με αγαπάνε, όχι γιατί τις έκανα δώρα, αλλά γιατί τις πρόσεχα και τις θεωρούσα ιερό σημείο στη ζωή μου».

Από τις πρώτες σχέσεις του που έγιναν γνωστές ήταν αυτή με την ηθοποιό Αλέκα Στρατηγού η οποία, ωστόσο, έγινε παρελθόν από τη στιγμή που ο Κώστας Βουτσάς γνώρισε και ερωτεύτηκε παράφορα την πληθωρική Σπεράντζα Βρανά, το καλοκαίρι του 1959, στο Θέατρο Ακροπόλ. Η ίδια είχε εξομολογηθεί στην αυτοβιογραφία της πως αρχικά δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του αλλά θέλησε να εκδικηθεί τη Στέλλα Στρατηγού επειδή υποψιαζόταν πως φλέρταρε με τον πρώην σύντροφό της. Η σχέση τους λοιπόν ξεκίνησε ως παράνομη αλλά ο Βουτσάς εγκατέλειψε τη Στρατηγού και ζήτησε από τη Βρανά να τον παντρευτεί. Εκείνη δεν είχε πεισθεί πως την ήθελε πραγματικά και πως δεν την εκμεταλλευόταν για επαγγελματικούς λόγους. Ο έρωτάς τους υπήρξε εκρηκτικός, συνοδεύτηκε από μπόλικους καβγάδες και επισφραγίστηκε με αρραβώνα την άνοιξη του ’61. Ούτε η επισημοποίηση όμως έφερε την ηρεμία. Οι σκηνές ζηλοτυπίες συνεχίζονταν ακάθεκτες και από τις δύο πλευρές, χώριζαν συνέχεια και λίγο μετά τα ξανάβρισκαν. Ένα βράδυ μάλιστα, λίγο έπειτα από έναν ακόμη μεγάλο καβγά, εκείνος πήγε μεθυσμένος έξω από το σπίτι της και την παρακαλούσε να τον δεχθεί πίσω. Οι ίδιες σκηνές επαναλαμβάνονταν επί 4,5 ολόκληρα χρόνια κι ενώ είχαν πλέον αποφασίσει να παντρευτούν η Σπεράντζα τα διάλυσε όλα καθώς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να εγκαταλείψει το θέατρο όπως απαιτούσε ο αγαπημένος της.

Αμέσως μετά ήρθε στη ζωή του η πανέμορφη χορεύτρια και ηθοποιός Έρρικα Μπρόγιερ που υπήρξε και η πρώτη σύζυγός του. Ο έρωτάς τους ολοκληρώθηκε με τη γέννηση της κόρης τους Σάντρας. Οι δυο τους παρέμεναν αγαπημένοι μέχρι το τέλος. Ακολούθησαν δύο ακόμη γάμοι, με τη Θεανώ Παπασπύρου με την οποία απέκτησε δύο ακόμη κόρες, τη Θεοδώρα και την Νικολέτα και με το πρώην μοντέλο – ηθοποιό Εύη Καραγιάννη της οποίας τον γιο, επίσης ηθοποιό, Άνθιμο Ανανιάδη, μεγάλωσε σαν δικό του παιδί.

Το 2015 ο Κώστας Βουτσάς ερωτεύτηκε ξανά, μια γυναίκα πολύ νεότερή του, την ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού. Οι δυο τους παντρεύτηκαν το 2016 ενώ λίγους μήνες αργότερα υποδέχτηκαν στη ζωή τους τον μικρό Φοίβο με τον οποίο ο ηθοποιός ήταν πραγματικά ξετρελαμένος. Για χατίρι του εξάλλου, ήθελε να ζήσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρόνια, για να τον δει να μεγαλώνει…