Ηλίας Βενέζης: «Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 1955»

«Οι απίστευτες βαρβαρότητες του όχλου της αντίπερα όχθης του Αιγαίου εναντίον του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης ξυπνούνε σε τούτο εδώ το έθνος μνήμη ανατριχιαστική. Η Ελλάδα ξαναθυμάται τις μέρες του 1922, -τις μέρες που ήταν φλόγες, και κραυγή θηρίου, και αίμα και κοπάδια κυνηγημένων, ξεριζωμένων ανθρώπων, γυναικών και παιδιών και γερόντων. Είχαμε πάρει τότε τους εφέστιους θεούς μας και ξεκινήσαμε γυμνοί απ’ την Ανατολή, αφήνοντας τη γη και τα κόκαλα των πατέρων μας. Και είπαμε να ριζώσουμε στη γη της Ελλάδας και να ξεχάσουμε.

 

 

 

 

Βάζουμε το χέρι στην καρδιά πως κάναμε το καθετί για να ξεχάσουμε. Στα βιβλία που γράφαμε, όσα δένονταν με το δράμα του ‘22, κοιτάζαμε να βλέπουμε όσο γίνεται λιγότερο το θηρίο της Ασίας, όσο γίνεται λιγότερο τον «εχθρό». Ανιχνεύαμε να βρούμε τον άνθρωπο, να τα εξηγήσουμε όλα με τη μοίρα του, να βρούμε μια δικαίωση εκεί που μονάχα το ένστικτο του θηρίου και το πάθος έδιναν τη σωστή εξήγηση και ερμηνεία στα γεγονότα. Προχωρήσαμε ακόμα πιο πολύ. Είπαμε να ξεχάσουμε την Ιστορία – εμείς, ένας λαός που έχει ανάγκη ν’ ακουμπά στην Ιστορία.

 

 

 

 

Και αλλάξαμε τον τόνο των βιβλίων που δίδασκαν στα παιδιά μας. Αμβλύναμε τις σκληρές γραμμές, τα μαρτύρια του Γένους στον καιρό του 1821 και στους μετέπειτα καιρούς, φτάσαμε ακόμα να σβήνουμε περιστατικά, ονόματα, θηριωδίες. Όλα αυτά, ίσως συναντηθούμε με την αντίπερα χώρα, ίσως επιτέλους γίνουμε φίλοι.

 

 

 

 

Οι μέρες του Σεπτεμβρίου του 1955 μας γυρίζουν στις μέρες του 1922. Βλέπουμε τώρα πως είχαμε λάθος λέγοντας πως απ’ τη μια στιγμή στην άλλη το θηρίο γίνεται άνθρωπος. Όχι, φαίνεται πως δεν γίνεται. Γι’ αυτό από τη σκοπιά τούτη εδώ που εκφράζει το ελληνικό πνεύμα, θέλουμε να πούμε την πικρία μας γιατί απατηθήκαμε.

 

 

 

Θα πρέπει τώρα να ξανακοιτάξουμε τον εαυτό μας. Δε θ’ αποφασίσουμε να διδάξουμε τώρα στα παιδιά μας το μίσος. Αλλά θ’ αποφασίσουμε πως το χρέος μας, ως Ελλήνων συγγραφέων, είναι αυτό:
Να ξαναθυμηθούμε πάλι, να μην πάψουμε να θυμόμαστε, να μάθουμε στα παιδιά μας να θυμούνται».

 

***

 

*Ο Ηλίας Βενέζης έγραψε το παραπάνω κείμενο την επομένη των γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη και δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» στις 15 Σεπτεμβρίου 1955 (Τεύχος 677, σελίδα 1184).

 

***

 

Ο Ηλίας Μέλλος, όπως ήταν το πατρικό επώνυμο (Βενέζης ήταν το επώνυμο του παππού του, το οποίο υιοθέτησε ως φιλολογικό ψευδώνυμο) γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1904 στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Για το έτος της γέννησής του η νεότερη έρευνα έχει αποδείξει, με βάση τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου του, ότι είχε γεννηθεί το 1898. Ο Ηλίας Βενέζης πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973, καταβεβλημένος από τον καρκίνο του λάρυγγα, με τον οποίο είχε διαγνωστεί πριν από δύο χρόνια.

 

Πηγή βιογραφικών στοιχείων: Sansimera.gr

 

***

 

[Πατήστε “κλικ” επάνω στις φωτογραφίες για να τις δείτε μεγαλύτερες].