Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης αποτύπωσε τα έργα των Ναζί στο Μαουτχάουζεν

160
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε πριν 100 χρόνια. Στις 2 Δεκεμβρίου 1921.

***

«Ταξιδεύουμε από τα χαράματα μέσα σε φορτηγά βαγόνια. Είναι θεοσκότεινα. Οι πιο πολλοί έχουμε κιόλας περάσει σαράντα μέρες στην απομόνωση και τέσσερις μήνες σ’ ένα μικρό στρατόπεδο κοντά στο Ζίμερινγκ.
Ήταν κι ένας Εβραίος εκεί. Οι Ες-Ες σχηματίζανε έναν ανοιχτό κύκλο γύρω του και φωνάζανε: «Μπάλα».
Ο Εβραίος άρχιζε να τρέμει απ’ τον έναν στον άλλο κι αυτοί τον κλοτσούσαν στα πόδια, στην κοιλιά, στα πλευρά, στο κεφάλι. Το ποδόσφαιρο σταματούσε όταν η «μπάλα» έμενε ασάλευτη πάνω σε λάσπη από χώμα και αίμα. Όταν βαρέθηκαν να παίζουν κάθε μέρα το ίδιο παιχνίδι, τον πνίξανε σ’ ένα ρέμα που κυλούσαν μέσα οι οχετοί. Το τραίνο που μας πάει σταματά σε πολλούς σταθμούς. Τα άλλα βαγόνια είναι κανονικά. Απ’ το ίδιο τραίνο ταξιδιώτες κατεβαίνουν. Άλλοι ανεβαίνουν. Σωπαίνουμε και κολλάμε τα αυτιά στα τοιχώματα.

Ακούμε τέτοιες κουβέντες:

Μια γυναίκα: Να πεις στην Έλγκα να μη στεναχωριέται για την ομπρέλα…
Ένας άντρας: Πήρα τα ρέστα μου απ’ το μπαρ; Α, ναι εδώ είναι!
Άλλος άντρας: Έχετε άλλα πράγματα;
Άλλος άντρας: Εγώ κύριέ μου! Το όνομά μου είναι Γκάντερτ…
Καλό σας ταξίδι…
Άλλη γυναίκα: Χέλμουτ, μη με γελάσεις…
Άντρας: Κουταμάρες, την Κυριακή θα είμαι πίσω…

Ακούμε τα παραγγέλματα και τη σφυρίχτρα του κάθε σταθμάρχη, αλλά ούτε πού είμαστε καταλαβαίνουμε, ούτε πού πάμε. Σταματάμε πάλι. Ξεκλειδώνουν τις συρτές πόρτες και τις ανοίγουν. Είναι μέρα ακόμα. Ο ήλιος πέφτει καταπρόσωπο και μας στραβώνει. Όμως καλύτερα έτσι. Ο σταθμός είναι μικρός, επαρχιακός, με δέντρα, μπλοκαρισμένος από Ες-Ες.

Ο αξιωματικός τους παρακαλεί τους ταξιδιώτες που κατεβαίνουν να περάσουν γρήγορα. Παρακαλεί κι αυτούς που είναι να μπουν στο τραίνο να περιμένουν λίγο. Η παραλαβή μας από τους Ες-Ες του Μαουτχάουζεν γίνεται ονομαστικά. Ταυτόχρονα μπαίνουμε στη γραμμή πέντε-πέντε. Οι ταξιδιώτες που είναι στην πλατφόρμα και στα βαγόνια δεν μας πολυπροσέχουν. Ούτε οι σιδηροδρομικοί. Ένας μάλιστα ελεγκτής έχει καθίσει στη σκάλα, ανοίγει το «θερμός» και πίνει καφέ. Αυτά μας φαίνονται σαν «καλά σημάδια». Η ελπίδα πιάνει να ριζώνει. Τη βοηθά κι ο απογευματινός ήλιος κι ένα τεράστιο γελαστό πρόσωπο σε μια διαφήμιση μπύρας που μας κλείνει πονηρά το μάτι. Ο διπλανός μου ψιθυρίζει «φαίνεται πως θα δουλέψουμε στο χωριό». Άλλος λέει «το πολύ-πολύ στα χωράφια». Κι ύστερα άλλος «οι Γάλλοι αιχμάλωτοι που δουλεύουνε στα χωράφια περνάνε καλά. Πολλοί το σκάνε».
Παίρνουμε το δρόμο του χωριού. Δεξιά κι αριστερά σπίτια. Λοξοκοιτούμε στα παράθυρα και βλέπουμε τα έπιπλα που είναι μέσα. «Καλά σημάδια». Ένας άντρας ανεβασμένος σε μια καρέκλα βάφει τα παραθυρόφυλλα. Μια γυναίκα ακουμπά στο παράθυρο. Μαθήτριες περνάνε με ποδήλατα. Σταματούν. Τις ακούμε που κάτι λένε στα πεταχτά με τους Ες-Ες. Κάτι «για το έργο που ‘χει απόψε ο κινηματογράφος».

Εμείς δεν μπορούμε να μιλήσουμε μεταξύ μας, όμως συνεννοούμαστε κι έτσι… «Καλά σημάδια, καλά σημάδια». Ο δρόμος περνά ανάμεσα σε μαγαζιά. Γυναίκες και άντρες κάνουν τα ψώνια τους. Οι πιο πολλοί χαιρετιούνται με τους Ες-Ες. Από ένα κουρείο βγαίνει κάποιος με τη σαπουνάδα στα μούτρα και λέει στον Ες-Ες αξιωματικό που υπόγραφε την παραλαβή μας: «Να μην ξεχάσεις ώρα εννέα απόψε, σπίτι, μαζί με την Άννυ. Σύμφωνοι;». «Θα ναι παντρεμένος, σκεφτόμαστε όλοι. Άννυ θα ναι η γυναίκα του. Μπορεί να ‘χει και παιδιά. Καλά σημάδια». Φτάνουμε σε μια πλατεία. Αριστερά κυλά ο θόλος ο Δούναβης. Σ’ ένα στύλο είναι ένα πανό από λαμαρίνα: Ένα κεφάλι με κράνος φράζει το στόμα με το δάχτυλο κι από κάτω γράφει:

«Μάθε να σιωπάς χωρίς να σπας».

Μόλις περνάμε την πλατεία ο αξιωματικός φωνάζει «αλτ». Ένα κουβάρι μαλλί κυλάει ανάμεσα στα πόδια της πεντάδας που είναι μπροστά μου. Ο Ες-Ες σηκώνει το πόδι του και κοπανά πολλές φορές με το τακούνι της μπότας τα δάχτυλα αυτών που πάτησαν το κουβάρι. Το σηκώνει και τυλίγοντάς το πλησιάζει στην πόρτα ενός φούρνου και το δίνει σε μια γυναίκα που στέκει εκεί. «Εμπρός… μαρς».

Τα σπίτια σιγά-σιγά αραιώνουν, μπαίνουμε σ’ έναν πλατύ χωματόδρομο ανάμεσα στα χτήματα. Ο ήλιος έχει κατέβει, κάνει ψύχρα. Κάπου-κάπου βόδια μουκανίζουν. Αρχίζει η ερημιά. Δε βλέπουμε πια σπίτια. Ούτε ακούμε μουκανίσματα. Σ’ άλλο στύλο, άλλο πανό από λαμαρίνα: «Μην προχωράτε πέρα απ’ αυτό το σημείο. Οι παραβάται συλλαμβάνονται. Εις περίπτωσιν αποπείρας διαφυγής, εκτελούνται επί τόπου». Λίγο πιο πέρα ένας εσταυρωμένος απ’ αυτούς που φυλάνε τα σταυροδρόμια στη Γερμανία. Δίπλα, μια δεκαριά μπιτόνια για γάλα. «Αλτ!…». Δεξιά κι αριστερά φυλάκια. Στη μέση μπάρα για τα τροχοφόρα. Πάνω η επιγραφή: Ες-Ες. Στρατόπεδο συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν. Απ’ τα πλευρά κάθε φυλακίου φράχτης από πυκνή σειρά συρματοπλέγματα. Ψηλός ως τρία μέτρα, φεύγει και χάνεται μέσα στο δάσος και στη νύχτα που έχει πια έρθει. Δεν έχουμε πια ψευδαισθήσεις. Στο βάθος βλέπουμε το «Μαουτχάουζεν» καθισμένο σαν κάστρο στην κορφή του λόφου. Μια μακριά σειρά ηλεκτρικοί γλόμποι δείχνουν το δρόμο. Όσο πλησιάζουμε, οι λεπτομέρειες φανερώνονται. Ψηλό πέτρινο τείχος. Συρματόπλεγμα στη ράχη με ηλεκτρικούς μονωτήρες. Ψηλοί πέτρινοι πύργοι με πολυβόλα. Το σήμα «νεκροκεφαλή» στην κορφή της στέγης. Μια καμινάδα που βγάζει φωτιά. Τιναχτή φωτιά έτσι όπως στα διυλιστήρια πετρελαίου. Ο αέρας μυρίζει καμένο κρέας… προσέχουμε πως το χαλίκι του δρόμου είναι ανάμιχτο με αποκαΐδια. Ανάμεσά τους βλέπουμε κομμάτια κόκαλα. Κανείς δε μιλά… Ποιος τολμά να πει: «Έχεις ακούσει πως απ’ τους ανθρώπους βγάζουν σαπούνι κι άλλα χημικά προϊόντα;». Έχουμε φτάσει στον περιφερειακό δρόμο. Δεξιά μας παράγκες με βεράντες και πρασιές. Ες-Ες στρατιώτες κάθονται στα πεζούλια. Αριστερά ένα γήπεδο ποδοσφαίρου χαραγμένο με άσπρες γραμμές. Δίπλα μια σειρά παράγκες φραγμένες με συρματόπλεγμα. Πάλι ηλεκτρικοί μονωτήρες.

Επιγραφή: Νοσοκομείον.
Ανηφορίζουμε προς την κεντρική πύλη. Ο δρόμος εδώ είναι γεμάτος πινακίδες:
Ταχυδρομείον.
Λέσχη αξιωματικών.
Εστιατόριον.
Οδοντιατρείον.
Ιατρείον.
Διεύθυνσις Υποχρεωτικής Εργασίας.
Πολιτική διεύθυνσις. Κομμαντατούρ.

Η πύλη ανοίγει. Είναι δίφυλλη. Ως τρία μέτρα το κάθε φύλλο. Από πίσω δύο πύργοι με πολυβόλα. Στο κεφάλι της πύλης μια ειδοποίηση: «Εσείς που μπαίνετε αφήστε έξω κάθε ελπίδα».

***

Η πύλη του Μαουτχάουζεν είναι δίφυλλη. Στο κεφάλι της γράφει: «Εσείς που μπαίνετε αφήστε έξω κάθε ελπίδα»

Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, «Μαουτχάουζεν», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1981.

***

Ο θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός Ιάκωβος Καμπανέλλης (2 Δεκεμβρίου 1921, Νάξος – 29 Μαρτίου 2011, Αθήνα) συνελήφθη σε ηλικία είκοσι ενός χρόνων από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία, όπου και κρατήθηκε μέχρι το 1945. Η εμπειρία «του επιζώντος» –που αποτελεί ταυτόχρονα μαρτυρία της ναζιστικής θηριωδίας αλλά και έναν ύμνο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια– αποτυπώθηκε στο ομώνυμο αφηγηματικό έργο καθώς και σε έναν κύκλο τραγουδιών που μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1966.