Η «Πλατεία μεγαλούπολης» του Αλμπέρτο Τζακομέτι

 

Στη σύνθεση «Πλατεία μεγαλούπολης» του Αλμπέρτο Τζακομέτι, οι μορφές αποτελούν μία ομάδα, βρίσκονται σε πλατεία. Η διάταξή τους δημιουργεί την αίσθηση της κίνησης σε ανοιχτό χώρο. Καθεμιά, όμως, στρέφεται σε διαφορετική κατεύθυνση. Ο πηλός, κομμένος σε αδρά κομμάτια, αρκέστηκε σχεδόν να ντύσει μόνο την αρματούρα (σιδερένιος σκελετός που στηρίζει τον εύπλαστο πηλό όταν χτίζεται μια φιγούρα). Κάθε μορφή, μόλις άρχισε να αρθρώνεται, έμεινε εκεί, απομακρυσμένη σε χώρο και χρόνο. Η αίσθηση που δημιουργείται είναι της μακρινής ματιάς, έτσι καθώς οι μορφές τρεμοπαίζουν στο φως, και νιώθει κανείς πως σε λίγο θα χαθούν στην αχλή της ατμόσφαιρας. Το φως δεν μπορεί σχεδόν να σταθεί επάνω τους. Είναι σχεδόν διάφανες. Νομίζουμε ότι βλέπουμε την πλατεία και τις μοναχικές φιγούρες από μακριά. Όσο όμως κι αν πλησιάσουμε, αυτές δε μεγαλώνουν. Δεν έρχονται κοντά μας. Έτσι ψηλόλιγνες, και με μια υλικότητα που ίσα τις κάνει ορατές, παραμένουν μακριά, ακόμα κι αν τις αγγίξουμε.

Η πλοκή της σύνθεσης βρίσκεται ανάμεσα στις κινήσεις κάθε μορφής, της κατεύθυνσής της, των κενών που δημιουργούν οι φιγούρες μεταξύ τους, του συναθροίσματός τους (ξεκινώντας από δεξιά, διακρίνουμε δύο, δύο και μία σιλουέτες). Παρόλο που ο τίτλος παραπέμπει στην οργάνωση χώρου και η διαφορετικότητα των μεγεθών στην ένταξη των γλυπτών μέσα στο χώρο, το έργο φαίνεται ότι αφορά κυρίως μια πέραν του πραγματικού αλληγορία της ανθρώπινης μοίρας, του απομονωμένου ανθρώπου, και ότι θέτει θέματα υπαρξιακά για την αγωνία του και την αποξένωσή του.

Η παρουσία της ζωής αισθητοποιείται μέσω της έντασης που μεταδίδει η κίνηση του βαδίσματος, η οποία όμως, παραπέμπει μάλλον σε κίνηση φυγής, με τις μορφές απλώς να διέρχονται δυναμικά από τον κοινό χώρο και όχι να επιδιώκουν τη συνάντηση. Ο κοινός χώρος είναι απλώς ένα μέσο που υφίστανται οι άγνωστες, απομονωμένες μεταξύ τους, μορφές και όχι αφορμή για υπέρβαση της ατομικότητάς τους. Αποστεωμένες από κοινωνικά χαρακτηριστικά, βαδίζουν, ίσως άσκοπα, βιώνοντας τον εγκλεισμό στην ατομική τους ζωή και αδύναμες να εξελιχθούν σε ορατές κοινωνικές υπάρξεις.

***

Ο Αλμπέρτο Τζακομέτι (Alberto Giacometti, 10 Οκτωβρίου 1901 – 11 Ιανουαρίου 1966) ήταν Ελβετός γλύπτης και ζωγράφος που από το 1922 και μετά εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.

 

 

Η ζωή του

Γιος εμπρεσιονιστή ζωγράφου, ο Τζακομέτι έδειξε από πολύ νωρίς τις καλλιτεχνικές του τάσεις. Στα 13 του χρόνια φιλοτεχνούσε ήδη προτομές (ιδιαίτερα του αδελφού του Ντιέγκο, που υπήρξε σε όλη του τη ζωή το πιο πιστό μοντέλο του). Πίστευε ακράδαντα ότι το σχέδιο είναι η βάση των πάντων. Εργαζόταν αδιάκοπα, πειραματιζόμενος σε διάφορες κατευθύνσεις.

Ο Τζακομέτι ανήκει στους σημαντικότερους γλύπτες του 20ου αιώνα. Το έργο του χαρακτηρίζεται από στοιχεία του κυβισμού, του σουρεαλισμού και των φιλοσοφικών αναζητήσεων του υπαρξισμού και της ανθρώπινης φύσης (conditio humana).

Η στροφή στο ανθρώπινο σώμα και πρόσωπο σημειώνεται το 1935, όταν σταμάτησε να ασχολείται με τον σουρεαλισμό και αφοσιώθηκε στις “Συνθέσεις με Φιγούρες”, ενώ γύρω στο 1940 κατέληξε στις διάσημες φιγούρες του, σχεδόν σκελετώδεις, με τα μακριά πόδια, τον περιορισμένο κορμό και το μικρό κεφάλι. Σχεδόν εξαϋλωμένες.

“Βυθίζοντας τα δάκτυλά μου στον γύψο, αναζητώ κάτω από το δέρμα τα οστά, το κρανίο, τους σπονδύλους, το ανθρώπινο σώμα αποφλοιωμένο”, έλεγε. Οι φιγούρες αυτές δεν ξεπερνούσαν σε μέγεθος τα 7 εκ. Ο Τζακομέττι ήθελε να αντικατοπτρίζουν την απόσταση που έβλεπε να υπάρχει μεταξύ του καλλιτέχνη και του μοντέλου του.

 

 

Τη μεταπολεμική περίοδο δημιούργησε τα πιο γνωστά έργα του. Τα πολύ μεγάλα και λεπτά αγάλματα ενσωμάτωσαν μια νέα εμπειρία του Τζακομέτι: τη διαφορά που αναγνώρισε ανάμεσα στη μέχρι τότε οπτική του ίδιου και αυτής του κινηματογράφου και της φωτογραφίας.

Μέσω της υποκειμενικής οπτικής εμπειρίας δημιούργησε την πλαστική απεικόνιση όχι ως σωματική απομίμηση, αλλά ως φαντασιακή εικόνα σε έναν ταυτόχρονα πραγματικό και φαντασιακό, απτό αλλά και μη προσβάσιμο χώρο.

Ο Αλμπέρτο Τζακομέτι πέθανε στις 11 Ιανουαρίου του 1966 σε ηλικία 65 χρόνων. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Τζακομέτι θύμιζε όλο και περισσότερο τις πολύ λεπτές, οστεώδεις φιγούρες που σκάλιζε στον πηλό ή στον ορείχαλκο. Έργα του βρίσκονται σε όλα τα μεγάλα μουσεία του κόσμου καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές.

 

 

Ζαν Ζενέ – Το εργαστήρι του Αλμπέρτο Τζακομέτι

Γύρω στο 1957 ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) κάνει συχνά συντροφιά με το γνωστό ήδη γλύπτη Αλμπέρτο Τζακομέτι (A. Giacometti 1901-1966).
Στο βιβλίο του περιλαμβάνονται οι σκέψεις του Ζενέ για το έργο του, οι εντυπώσεις από το σπίτι – ατελιέ αλλά και λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη για τη ζωή και την τέχνη.
Να σημειώσουμε ότι ο Τζακομέτι τότε έχει επιλέξει μαζί με τη σύντροφό του έναν τρόπο ζωής σχεδόν ασκητικό.

  • Λες κι αυτός ο καλλιτέχνης βρήκε τον τρόπο να απομακρύνει ό,τι σκότιζε το βλέμμα του για να ανακαλύψει τι θα απομείνει από τον άνθρωπο όταν αποσυρθούν τα προσωπεία.
  • …κάθε έργο τέχνης αν θέλει να προσλάβει πιο μεγαλειώδεις διαστάσεις, πρέπει με άπειρη υπομονή να καταδυθεί τις χιλιετίες, να ανταμωθεί με την αμνημόνευτη νύχτα…
  • Όχι το έργο τέχνης δεν προορίζεται για τις νήπιες γενεές. Προσφέρεται στο αναρίθμητο πλήθος των νεκρών. Που το ασπάζονται ή το απορρίπτουν…
  • Ο Αλμπέρτο μιλάει τραχιά και διαλέγει τις λέξεις που κάνουν την κουβέντα πιο καθημερινή. Σαν τα μαστόρια.
  • …τη γνώση για τη μοναξιά του κάθε όντος και κάθε πράγματος, και τούτη η μοναξιά είναι η πιο βέβαιη δόξα μας.
  • Τα αγάλματα του μοιάζουν σαν να ανήκουν σε μια εκλιπούσα εποχή, σαν να έχουν ανακαλυφθεί αφού ο Χρόνος και η Νύχτα -που τα κατεργάστηκαν με μαστοριά- τα διέβρωσαν, για να τους παραδώσουν αυτή τη γλυκιά και σκληρή όψη της αιωνιότητας που περνάει.
  • Το πιο ωραίο άγαλμα του Τζακομέτι το ανακάλυψα κάτω από το τραπέζι, καθώς έσκυβα να μαζέψω τη γόπα μου. Ήταν κατασκονισμένο, το ‘κρυβε, κινδύνευε να το σπάσει το πόδι ενός επισκέπτη…

ΕΙΠΕ: Αν πράγματι είναι δυνατό, θα παρουσιαστεί μόνο του όσο κι αν εγώ το κρύβω.

-Η κάμαρά του, η δική του και της Αννέτ, είναι στρωμένη μ’ ένα όμορφο κόκκινο πλακάκι. Πριν το δάπεδο ήταν πατικωμένο χώμα. Έβρεχε μες στην κάμαρα. Με χίλια ζόρια δέχτηκε να μπει το πλακάκι. Μου λέει πως δεν θα αποκτήσει ποτέ άλλη κατοικία, άλλη απ’ αυτή την κάμαρα και το εργαστήρι. Κι αν γινόταν, θα τα ‘θελε ακόμα πιο ταπεινά.

-Κάθε αντικείμενο από τον Τζακομέτι μας απευθύνει την πιο φιλική, την πιο τρυφερή του σκέψη. Ποτέ η μορφή του δεν μας ταράζει, δεν είναι τερατώδης. Αντιθέτως, φέρνει από πολύ μακριά ένα είδος φιλίας και ειρήνης που εμπνέουν σιγουριά.

  • Έργο: A. Giacometti, The City Square (1948/1949)

*Διαβάστε επίσης:

Ο Αλμπέρτο Τζακομέτι σε περίπτωση πυρκαγιάς θα έσωζε τη “γάτα” του