29.8 C
Athens
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Howard Philip Lovecraft, ο συγγραφέας που επινόησε τον μηχανισμό πλοκής της λογοτεχνίας τρόμου

Οι γάτες της Ούλθαρ – Howard Philip Lovecraft

Λένε ότι στην Ούλθαρ, που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό Σκάι, κανένας δεν μπορεί να σκοτώσει γάτα, και μπορώ αληθινά να το πιστέψω αυτό καθώς κοιτάζω αυτόν που κάθεται γουργουρίζοντας μπροστά στη φωτιά. Γιατί η γάτα είναι απόκρυφη και κοντά σε παράξενα πράγματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Είναι η ψυχή της αρχαίας Αιγύπτου και κομιστής ιστοριών από τις ξεχασμένες πόλεις Μερόη και Οφίρ. Είναι συγγενής των κυρίων της ζούγκλας και κληρονόμος των μυστικών της πανάρχαιης και καταχθόνιας Αφρικής. Η Σφίγγα είναι εξαδέλφη της και μιλάνε την ίδια γλώσσα, αλλά είναι πιο αρχαία από τη Σφίγγα και θυμάται αυτά που εκείνη είχε ξεχάσει.

Στην Ούλθαρ, προτού απαγορευτεί από τους πολίτες να σκοτώνουν τις γάτες, κατοικούσε ένας γέρος χωρικός με τη γυναίκα του, που έβρισκαν μεγάλη ευχαρίστηση στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν τις γάτες των γειτόνων τους. Δε γνωρίζω γιατί το έκαναν αυτό, το μόνο που ξέρω είναι ότι πολλοί μισούν τη φωνή της γάτας μέσα στη νύχτα και θεωρούν κακό οιωνό τις γάτες που τρέχουν κλεφτά ανάμεσα στις αυλές και τους κήπους την αυγή. Αλλά, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, αυτός ο γέρος και η γυναίκα του έβρισκαν ευχαρίστηση στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν κάθε γάτα που πλησίαζε την καλύβα τους, και από μερικούς ήχους που ακούγονταν αφού έπεφτε το σκοτάδι, πολλοί χωρικοί φαντάζονταν ότι ο τρόπος θανάτωσης ήταν υπερβολικά παράξενος. Αλλά οι χωρικοί δεν συζητούσαν τέτοια πράγματα με το γέρο και τη γυναίκα του εξαιτίας της συνηθισμένης έκφρασης στα ζαρωμένα τους πρόσωπα και επειδή η καλύβα τους ήταν πολύ μικρή και κρυμμένη στα σκοτεινά, κάτω από βελανιδιές στο πίσω μέρος μιας εγκαταλελειμμένης αυλής. Στην πραγματικότητα, αυτοί που είχαν γάτες, όσο πολύ κι αν μισούσαν αυτούς τους περίεργους γέρους, τους φοβούνταν ακόμα περισσότερο και, αντί να τους κατηγορήσουν σαν κτηνώδεις δολοφόνους, απλά πρόσεχαν ώστε κανένα αγαπημένο κατοικίδιο να μην ξεστρατίσει προς την απομακρυσμένη καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα. Όταν από κάποια αναπόφευκτη παράλειψη χανόταν μια γάτα και ακούγονταν φωνές όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο ιδιοκτήτης θρηνούσε ανίσχυρα και παρηγορούσε τον εαυτό του ευχαριστώντας τη Μοίρα που δεν είχε εξαφανιστεί κάποιο από τα παιδιά του. Γιατί οι άνθρωποι της Ούλθαρ ήταν απλοϊκοί και δεν ήξεραν από πού είχαν έλθει αρχικά όλες οι γάτες.

Μια μέρα ένα καραβάνι παράξενων περιπλανώμενων από το Νότο μπήκε στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους της Ούλθαρ. Ήταν πλάνητες με σκούρο δέρμα και δεν έμοιαζαν στους άλλους νομάδες που περνούσαν από το χωριό δύο φορές κάθε χρόνο. Στην αγορά, έλεγαν την τύχη για ένα ασημένιο νόμισμα και αγόραζαν φανταχτερές χάντρες από τους εμπόρους. Ποια ήταν η γη αυτών των περιπλανώμενων κανείς δεν μπορούσε να πει. Αλλά έλεγαν παράξενες προσευχές και στα κάρα τους είχαν ζωγραφίσει παράξενες φιγούρες με ανθρώπινα σώματα και κεφάλια από γάτες, γεράκια, κριάρια και λιοντάρια. Ο αρχηγός του καραβανιού φορούσε ένα κάλυμμα στο κεφάλι με δύο κέρατα και έναν περίεργο δίσκο ανάμεσά τους.

Σ’ αυτό το ασυνήθιστο καραβάνι υπήρχε ένα μικρό αγόρι που δεν είχε πατέρα και μητέρα παρά μόνον ένα μικρούτσικο μαύρο γατάκι που αγαπούσε πολύ. Η πανούκλα δεν είχε φανεί ευγενική μαζί του, αλλά του είχε αφήσει αυτό το μικρό μαλλιαρό πράγμα για να απαλύνει τη θλίψη του. Και όταν κανείς είναι πολύ μικρός μπορεί να βρει μεγάλη ανακούφιση στα ζωηρά καμώματα ενός μικρού μαύρου γατιού. Έτσι το αγόρι, που οι μελαψοί άνθρωποι φώναζαν Μένες, χαμογελούσε πιο συχνά απ’ ό, τι έκλαιγε καθώς έπαιζε με το χαριτωμένο γατάκι του στα σκαλιά μιας παράξενα ζωγραφισμένης άμαξας.

Την τρίτη μέρα της παραμονής των περιπλανώμενων στην Ούλθαρ, ο Μένες δεν μπορούσε να βρει το γατάκι του και, καθώς έκλαιγε δυνατά με λυγμούς στην αγορά, κάποιοι χωρικοί του μίλησαν για το γέρο και τη γυναίκα του και για τις φωνές που ακούγονταν τη νύχτα. Όταν άκουσε αυτά τα πράγματα, οι λυγμοί του μετατράπηκαν σε περισυλλογή και τελικά σε προσευχή. Ύψωσε τα χέρια του προς τον ήλιο και προσευχήθηκε σε μια γλώσσα που κανένας χωρικός δεν μπορούσε να καταλάβει, μια και η προσοχή τους ήταν κυρίως στραμμένη προς τον ουρανό και τα περίεργα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα. Ήταν πολύ παράξενο, αλλά καθώς το μικρό αγόρι έλεγε την παράκλησή του φαινόταν να σχηματίζονται ψηλά οι θολές νεφελώδεις φιγούρες εξωτικών πραγμάτων, υβριδικών πλασμάτων στεφανωμένων με δίσκους που τους πλαισίωναν κέρατα. Η φύση είναι γεμάτη με τέτοιες οπτικές απάτες για να εντυπωσιάζει τους ευφάνταστους.

Εκείνη τη νύχτα, οι περιπλανώμενοι άφησαν την Ούλθαρ και δεν τους ξαναείδαν ποτέ πια. Οι νοικοκυραίοι ανησύχησαν όταν είδαν ότι σ’ όλο το χωριό δεν υπήρχε ούτε μια γάτα. Από κάθε εστία η γνώριμη γάτα είχε εξαφανιστεί, γάτες μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες. Ο γερο-Κράνον, ο δήμαρχος της ολλανδικής πόλης, ορκιζόταν ότι οι μελαψοί άνθρωποι είχαν πάρει τις γάτες για να εκδικηθούν για το θάνατο της γατούλας του Μένες και καταριόταν το καραβάνι και το μικρό αγόρι. Αλλά ο Νιθ, ο λιπόσαρκος συμβολαιογράφος, δήλωνε ότι οι πιο πιθανοί ύποπτοι ήταν ο γερο-χωρικός και η γυναίκα του, που το μίσος τους για τις γάτες ήταν γνωστό και γινόταν όλο και πιο φανερό. Κανένας όμως δεν τολμούσε ακόμα να παραπονεθεί στο καταχθόνιο ζευγάρι, ούτε και όταν ο μικρός Άταλ, ο γιος του πανδοχέα, ορκίστηκε ότι τα χαράματα είχε δει όλες τις γάτες της Ούλθαρ σ’ αυτή την καταραμένη αυλή κάτω από τα δέντρα να βηματίζουν πολύ σιγά και σεμνά σε έναν κύκλο γύρω από την καλύβα, σε δύο σειρές, σαν να εκτελούσαν κάποια ανήκουστη τελετή των ζώων. Οι χωρικοί δεν ήξεραν πόσο μπορούσαν να πιστέψουν ένα τόσο μικρό αγόρι και, παρόλο που φοβούνταν ότι το διαβολικό ζευγάρι είχε κάνει μάγια στις γάτες και τις είχε θανατώσει, προτιμούσαν να μην επιπλήξουν το γερο-χωρικό ώσπου να τον συναντήσουν έξω από τη σκοτεινή και απωθητική αυλή του.

Έτσι, η Ούλθαρ πήγε να κοιμηθεί μάταια οργισμένη και, όταν οι άνθρωποι ξύπνησαν την αυγή, ιδού, κάθε γάτα είχε επιστρέψει στη συνηθισμένη της εστία! Μικρές και μεγάλες, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες, δεν έλειπε καμία. Πολύ καλοθρεμμένες και παχιές εμφανίστηκαν οι γάτες και έβγαζαν γουργουρητά ευχαρίστησης. Οι πολίτες μιλούσαν μεταξύ τους για το γεγονός και δεν ήταν λίγος ο θαυμασμός τους. Ο γερο-Κράνον επέμενε πάλι ότι ήταν οι μελαψοί άνθρωποι που τις είχαν πάρει, μια και οι γάτες δεν επέστρεφαν ποτέ ζωντανές από την καλύβα του γέρου και της γυναίκας του. Αλλά όλοι συμφώνησαν σε ένα πράγμα: η άρνηση κάθε γάτας να φάει το κρέας της ή να πιει το γάλα της ήταν εξαιρετικά περίεργη. Για δύο ολόκληρες μέρες οι καλοθρεμμένες και τεμπέλικες γάτες της Ούλθαρ δεν άγγιζαν κανένα φαγητό, παρά μόνον κοιμούνταν, στον ήλιο ή κοντά στη φωτιά.

Πέρασε μια ολόκληρη βδομάδα προτού οι χωρικοί παρατηρήσουν ότι το σούρουπο δεν άναβε κανένα φως στα παράθυρα της καλύβας κάτω από τα δέντρα. Μετά, ο λιπόσαρκος Νιθ παρατήρησε ότι κανένας δεν είχε δει το γέρο ή τη γυναίκα του από τη νύχτα που έφυγαν οι γάτες. Αφού πέρασε άλλη μια βδομάδα, ο δήμαρχος αποφάσισε ότι ήταν καθήκον του να ξεπεράσει τους φόβους του και να επισκεφθεί την παράξενα σιωπηλή κατοικία. Ήταν βέβαια, αρκετά προσεκτικός ώστε να πάρει μαζί του για μάρτυρες τον Σανγκ το σιδερά και τον Θαλ τον πετρά. Το μόνο που βρήκαν όταν έσπασαν την εύθραστη πόρτα ήταν δύο καθαροί ανθρώπινοι σκελετοί πάνω στο χωμάτινο πάτωμα και μερικά ασυνήθιστα σκαθάρια να έρπουν στις σκοτεινές γωνίες.

Στη συνέχεια, πολλά λέγονταν ανάμεσα στους πολίτες της Ούλθαρ. Ο Ζαθ ο δικαστικός διαφωνούσε με τον Νιθ το λιπόσαρκο συμβολαιογράφο και όλοι κατέκλυζαν με ερωτήσεις τον Κράνον, τον Σανγκ και τον Θαλ. Ρωτούσαν ακόμα και το μικρό Ατάλ, το γιο του πανδοχέα, και του έδωσαν για ανταμοιβή ένα ζαχαρωτό. Μιλούσαν για το γερο-χωρικό και τη γυναίκα του, για το καραβάνι με τους μελαψούς περιπλανώμενους, για το μικρό Μένες και τον ουρανό κατά τη διάρκεια της προσευχής του, γι’ αυτά που έκαναν οι γάτες τη νύχτα που έφυγε το καραβάνι και γι’ αυτά που βρέθηκαν αργότερα στην καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα στην απωθητική αυλή.

Και στο τέλος, οι πολίτες ψήφισαν τον αξιοσημείωτο αυτό νόμο, για τον οποίο μιλάνε οι έμποροι στη Χάθεγκ και ο οποίος συζητιέται από τους ταξιδιώτες στη Νιρ, δηλαδή ότι στην Ούλθαρ κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα.

Howard Philip Lovecraft

ΑΠΑΝΤΑ 2 [Ντάγκον]

Μετάφραση Αλίκη Ακοντίδου
Εκδόσεις “Κάκτος” 1990

Γάτες και σκύλοι

Έχοντας πληροφορηθεί για τη διαμάχη γατιών – σκυλιών που πρόκειται να λάβει χώρα στη φιλολογική σας λέσχη, δεν μπορώ να αντισταθώ στο να συνεισφέρω μερικά επαναλαμβανόμενα νιαουρίσματα και συρίγματα από τη δική μου πλευρά της διένεξης, αν και αντιλαμβάνομαι ότι ο λόγος ενός σεβάσμιου πρώην μέλους δύσκολα μπορεί να έχει κάποια βαρύτητα απέναντι στη λάμψη των τόσο, ακόμα, ενεργών, υποστηρικτών που μπορεί να “γαβγίσουν” από την άλλη μεριά.
Με επίγνωση της αδεξιότητάς μου στην επιχειρηματολογία, ένας αξιότιμος ανταποκριτής μου προμήθευσε τα αρχεία μιας παρόμοιας αντιπαράθεσης στη Νιου Γιορκ Τριμπιούν, στην οποία ο κύριος Καρλ Βαν Ντόρεν είναι στη δική μου πλευρά και ο κύριος Άλμπερτ Πάυσον Τέρουν στην πλευρά της κυνοειδούς φυλής. Από αυτά, θα χαρώ να λογοκλέψω όσα στοιχεία χρειαστώ. Αλλά ο φίλος μου, με πραγματική Μακιαβελική οξύνοια, μου προμήθευσε μόνο ένα μέρος του κομματιού για τα αιλουροειδή ενώ μου υπέβαλε τη “σκυλίσια” έκθεση ολόκληρη.
Χωρίς αμφιβολία φαντάζεται ότι αυτή η διευθέτηση, εν όψει της δικής μου εμφατικής προκατάληψης, ισοδυναμεί ίσως με μια ύστατη χειρονομία δικαιοσύνης. Αλλά για μένα αυτό είναι εξαιρετικά άβολο, από τη στιγμή που θα με αναγκάσει να εκφράσω λιγότερο ή περισσότερο την αυθεντική μου άποψη σε αρκετά τμήματα των επακόλουθων παρατηρήσεων. […] (Από την έκδοση)

Εκδότης ARS NOCTURNA
Cats and Dogs
Μετάφραση: Παναγιώτης Φάμελλος

Ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ (Howard Phillips Lovecraft, 20 Αυγούστου 1890 – 15 Μαρτίου 1937) ήταν Αμερικανός συγγραφέας φανταστικής λογοτεχνίας τρόμου. Ήταν, ίσως, από τους πρώτους που έδωσαν στις ιστορίες τους έναν τόνο επιστημονικής φαντασίας. Τα έργα του δεν έτυχαν ευρείας αναγνώρισης κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά το έργο του αποδείχτηκε σημαντικό και είχε μεγάλη επιρροή μεταξύ άλλων συγγραφέων και φίλων της φανταστικής λογοτεχνίας τρόμου.

Ο Λάβκραφτ γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1890 στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ. Ο πατέρας του, Ουίνφιλντ Σκοτ Λάβκραφτ, ήταν πλανόδιος πωλητής κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων. Η μητέρα του ήταν η Σάρα Σούζαν Φίλιπς Λάβκραφτ, της οποίας οι πρόγονοι ήταν από τους πρώτους αποικιστές της Μασαχουσέτης στα 1630. Οι δυο τους παντρεύτηκαν στα 30 τους, κάτι πολύ ασυνήθιστο για εκείνη την εποχή, καθώς ήταν ο πρώτος γάμος και για τους δύο. Ο Χάουαρντ ήταν μοναχοπαίδι. Όταν ήταν τριών ετών, ο πατέρας του υπέστη οξύ ψυχωτικό επεισόδιο. Διαγνώστηκε ότι υπέφερε από παραλυτική παράνοια και παρέμεινε νοσηλευόμενος στο νοσοκομείο Μπάτλερ μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1893. Την ίδια τύχη με τον πατέρα του, είχε και η μητέρα του, καθώς τρελάθηκε κι αυτή, όταν ο Χάουαρντ ήταν 29 ετών -η μητέρα του πέθανε κι αυτή έπειτα από δύο χρόνια.

Από τότε και στο εξής ο Λάβκραφτ μεγάλωσε με τη μητέρα του, τις δύο θείες του (Λίλιαν Ντελόρα Φίλιπς και Άνι Έμελιν Φίλιπς) και τον παππού του, Ουίπλ Βαν Μπέρεν Φίλιπς. Ο Λάβκραφτ ήταν παιδί – θαύμα. Μπορούσε να απαγγέλλει ποίηση σε ηλικία δύο ετών, ενώ συνέθετε ολόκληρα ποιήματα στα έξι του. Ο παππούς του τον ενθάρρυνε να διαβάζει κλασική λογοτεχνία, όπως το Χίλιες και μία νύχτες, τη Θρυλική εποχή του Μπέλφιντς, καθώς και παιδικές εκδόσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Επίσης του διήγειρε το ενδιαφέρον για το παράξενο λέγοντάς του ιστορίες γοτθικού τρόμου.

Ο Λάβκραφτ ήταν φιλάσθενο παιδί και, σύμφωνα με έναν βιογράφο του, έπασχε από την σπάνια ασθένεια της ποικιλοθερμίας, σύμπτωμα της οποίας ήταν η χαμηλή θερμοκρασία του δέρματος. Έτσι, οι απόπειρές του να πάει στο σχολείο δεν ήταν πετυχημένες αν και έλαβε παιδεία κατ’ οίκον. Το 1899 άρχισε να εκδίδει μόνος του διάφορα πολυγραφημένα έντυπα, με πρώτο το The Scientific Gazette.

Ο Ουίπλ Βαν Μπέρεν Φίλιπς πέθανε το 1904, και η υπόλοιπη οικογένεια δεν άργησε να φτάσει στην εξαθλίωση λόγω κακής διαχείρισης των χρημάτων και των περιουσιακών του στοιχείων. Αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε ένα πολύ μικρότερο και λιγότερο άνετο σπίτι στην οδό Έιντζελ. Ο Λάβκραφτ κατεθλίβη τόσο από αυτό το συμβάν, που για ένα διάστημα είχε τάσεις αυτοκτονίας. Το 1908 υπέστη νευρικό κλονισμό, με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να πάρει το σχολικό απολυτήριο. Αυτή η αποτυχία του να ολοκληρώσει τις σπουδές του και να εισαχθεί στο Brown University τον στοίχειωσε για το υπόλοιπο της ζωής του.

Ο Λάβκραφτ έγραφε φανταστική λογοτεχνία ως νεαρός, αλλά μετά την παραμέρισε για χάρη της ποίησης και τον δοκιμίων. Τελικά, επέστρεψε στη φανταστική λογοτεχνία το 1917 με πιο καλογραμμένα διηγήματα όπως Ο Τάφος και ο Δαγών. Το τελευταίο ήταν το πρώτο του έργο που δημοσιεύτηκε, όταν εμφανίστηκε στο Weird Tales το 1923. Οι μακροσκελείς και συχνές του επιστολές τον κατέστησαν έναν από τους μεγαλύτερους επιστολογράφους του 20ου αιώνα. Μεταξύ των αλληλογράφων του ήταν και οι τότε νεαροί Φόρεστ Τζ. Άκερμαν, Ρόμπερτ Μπλοχ (Ψυχώ) και Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (Κόναν ο Βάρβαρος).

Η μητέρα του Λάβκραφτ εισήχθη και εκείνη στο νοσοκομείο Butler, όπου και πέθανε ύστερα από χειρουργικές επιπλοκές στις 21 Μαΐου 1921.

Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένα συνέδριο ερασιτεχνών δημοσιογράφων όπου και γνώρισε τη Σόνια Γκρην. Ήταν Ουκρανή-Εβραία, γεννημένη το 1883 και μεγαλύτερη του Λάβκραφτ κατά 7 χρόνια. Παντρεύτηκαν το 1924. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, έναν τόπο που ο Λάβκραφτ ποτέ δεν μπόρεσε να ανεχθεί. Τελικά χώρισαν κοινή συναινέσει και ο Λάβκραφτ επέστρεψε στο Πρόβιντενς, όπου και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του.

Η περίοδος μετά την επιστροφή του στο Πρόβιντενς (που ήταν και η τελευταία δεκαετία της ζωής του) ήταν η πιο δημιουργική του περίοδος του Λάβκραφτ. Κατά αυτή την περίοδο έγραψε τα περισσότερα από τα πιο γνωστά του διηγήματα για τις δημοφιλέστερες εκδόσεις pulp εκείνης της εποχής, όπως επίσης και τα μυθιστορήματα Η Περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Ουόρντ (The case of Charles Dexter Ward, 1928 -ελλην. μετάφρ. αγγέλη Κατσάνη, εκδ. Αίολος) και Στα Βουνά της Τρέλας. Συχνά εργαζόταν ως διορθωτής έργων άλλων συγγραφέων, ενώ άλλοτε συνέγραφε για χάρη άλλων.

Παρ’ όλες όμως τις συγγραφικές του προσπάθειες, η οικονομική του κατάσταση χειροτέρεψε. Αναγκάστηκε να μετακομίσει μαζί με τη θεία του σε ακόμα μικρότερο σπίτι. Η αυτοκτονία του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ τον επηρέασε βαθιά. Το 1936 του διαγνώστηκε καρκίνος του εντέρου, ενώ διαπιστώθηκε ότι είχε πρόβλημα υποσιτισμού. Έζησε μέσα σε συνεχείς πόνους μέχρι τον θάνατό του τον επόμενο χρόνο 1937 στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ.

Συχνά στον τάφο του Λάβκραφτ στο Νεκροταφείο Σουάν Πόιντ στο Πρόβιντενς θα βρει κανείς συνθήματα γκραφίτι με τη γνωστότερη ρίμα από το διήγημά του Το κάλεσμα του Κθούλου (αρχικά από το Η Πόλη χωρίς Όνομα):
“That is not dead which can eternal lie, And with strange aeons even death may die”. “Δεν είναι νεκρό αυτό που αιώνια κείται”, “Κι ίσως έρθουν παράξενες εποχές, όταν ακόμη και ο θάνατος θα πεθάνει”.

Η επιγραφή που διάλεξε ο Lovecraft για τον εαυτό του, ωστόσο, είναι:
Howard Philips Lovecraft

AUGUST 20, 1890

MARCH 15, 1937

“I AM PROVIDENCE”

Η έμπνευση του μεγαλύτερου μέρος του έργου του Λάβκραφτ προήλθε από τους εφιάλτες του. Ίσως αυτή η άμεση ενόραση στο υποσυνείδητό του και ο αντίστοιχος συμβολισμός είναι τα στοιχεία στα οποία το έργο του Λάβκραφτ οφείλει τη συνεχιζόμενη απήχηση και επιτυχία του. Οι προσανατολισμοί του Λάβκραφτ τον οδήγησαν στο να αναπτύξει μεγάλη εκτίμηση για τα έργα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα οποία επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις πρώτες του ιστορίες με θέμα το μακάβριο, όσο και το συγγραφικό του ύφος. Όταν ο Λάβκραφτ ανακάλυψε τα διηγήματα του Λόρδου Ντάνσανι άρχισε να μετατοπίζει τις συγγραφές του προς νέες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα μία σειρά παρόμοιων φαντασιακών ιστοριών που διαδραματίζονταν στις «Ονειροχώρες». Τελικά, η επιρροή Άρθουρ Μάχεν, του οποίου τα άριστα δομημένα διηγήματα σχετίζονταν με την επιβίωση του αρχέγονου Κακού, και του οποίου οι μυστικιστικές του αντιλήψεις περί μυστικών πίσω από την πραγματικότητα, τελικά άρχισαν να ωθούν τον Λάβκραφτ προς το να βρει τη δική του έκφραση από τα 1923 και μετά. Αυτή η έκφραση άρχισε να παίρνει μελανά χρώματα με τη δημιουργία αυτού που τώρα ονομάζεται Μυθολογία Κθούλου. Ένα πάνθεον, δηλαδή, από εξωγήινες, εξωδιαστατικές θεότητες και φρικιαστικά όντα που αποζητούν να κάνουν την ανθρωπότητα θήραμά τους και η ύπαρξη των οποίων υπονοείται σε πανάρχαιους μύθους και θρύλους. Τον όρο Μυθολογία Κθούλου τον επινόησε ο Ώγκαστ Ντέρλεθ μετά τον θάνατο του Λάβκραφτ.

Ο Λάβκραφτ δημιούργησε μέσα από τα διηγήματά του τον πιο σημαίνοντα μηχανισμό πλοκής της λογοτεχνίας τρόμου: το Νεκρονομικόν, ένα μυστικό βιβλίο μαγείας που συνεγράφη από τον παράφρονα Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ. Η ισχύς και η απήχηση αυτής της ιδέας εντός της Μυθολογίας, οδήγησαν κάποιους στο συμπέρασμα ότι ο Λάβκραφτ την είχε αντλήσει από κάποιον υπαρκτό μύθο και διάφορα ψευδο-Νεκρονομικά έχουν εκδοθεί με την πάροδο των ετών.

Το πεζό του ύφος είναι μάλλον απαρχαιωμένο. Προτιμούσε να χρησιμοποιεί βαρύγδουπα και δυσνόητα επίθετα όπως «eldritch» (αλλόκοτος), «rugose» (ρικνός), «squamous» (φολιδωτός) και «cyclopean» (κυκλώπειος). Οι απόπειρές του να μεταγραμματίσει τοπικές διαλέκτους σήμερα χαρακτηρίζονται ανακριβείς. Κατέγραψε τα έργα του σε αγγλικά Βρετανίας (παραδεχόταν ότι ήταν αγγλόφιλος) και κατά καιρούς προέβαινε σε ορθογραφικούς αναχρονισμούς, όπως «compleat/complete» και «lanthorn/lantern».

Ο Λάβκραφτ ήταν φανατικός επιστολογράφος. Ορισμένες φορές έγραφε στις επιστολές του ημερομηνίες προ 200 ετών, ώστε να χρονολογούνται πριν από την Αμερικανική Επανάσταση, η οποία ήταν αντίθετη στην αγγλοφιλία του. Έλεγε ότι ο 18ος και 20ός αιώνας ήταν οι καλύτεροι: ο 18ος ήταν μία περίοδος γεμάτη χάρη και ευγένεια, ενώ ο 20ός ήταν ο αιώνας της επιστήμης. Κατά τη γνώμη του, ο 19ος αιώνας και πιο συγκεκριμένα η Βικτοριανή Εποχή, ήταν ένα «λάθος».

Το έργο του

Οι οριστικές εκδόσεις της μυθιστορηματικής πεζογραφίας του (δηλαδή «Τα Βουνά της Τρέλας και άλλα μυθιστορήματα», «”Δαγών” και άλλες μακάβριες ιστορίες», «Ο τρόμος του Ντάνγουιτς και άλλα διηγήματα» και «ο Τρόμος στο Μουσείο και άλλες αναθεωρημένες ιστορίες») εκδίδονται από τον εκδοτικό οίκο Arkham House, ο οποίος αρχικά είχε ως σκοπό να επικεντρωθεί στην έκδοση των έργων του Λάβκραφτ, αλλά κατέληξε να εκδίδει και πολλά άλλα έργα φανταστικής λογοτεχνίας. Στην Ελλάδα μεταφράσεις των έργων του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αίολος [13 τίτλοι], Locus 7 [στη σειρά ‘Οι Εκπληκτικοί Κόσμοι του Χ. Φ. Λάβκραφτ’ (10 τόμοι), μεταφρασμένα στην ολότητά τους από τον Γιώργο Μπαλάνο] και Κάκτος (Άπαντα, 4 τόμοι).

Συγγραφικές περίοδοι

Ο Λάβκραφτ συνέγραψε σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες μυθιστορήματος κατά τη διάρκεια της ζωής του. Παρά το ότι διηγήματα που ανήκουν σε μία κατηγορία γράφτηκαν σε περιόδους που γράφτηκαν και διηγήματα άλλων κατηγοριών, υπάρχουν περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων όλες οι συγγραφές του Λάβκραφτ μπορούν να αποδοθούν σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες. Σημειωτέον ότι η διαφοροποίηση αυτή έχει γίνει από άλλους και όχι από τον ίδιο τον Λάβκραφτ.
Διηγήματα φρίκης (περ. 1905–1920)
Ονειροχώρες (περ. 1920–1927)
Διηγήματα Μυθολογίας Κθούλου (περ. 1925–1935)

Εργογραφία

Μια λίστα των έργων του Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ από το βιβλίο “An H.P. Lovecraft Encyclopedia” των S.T. Joshi και D. E. Schultz.

Μυθιστοριογραφία

Νταγκόν 1917
Το μνήμα 1917
Πολάρις 1918
Το άσπρο καράβι 1919
Πέρα από το φράγμα του ύπνου 1919
Άρθουρ Τζέρμιν (Ο άσπρος πίθηκος) 1920
Οι γάτες του Ούλθαρ 1920
Από το υπερπέραν 1920
Ο ναός 1920
Το δέντρο 1920
Ο τρομερός γέρος 1920
Η φωτογραφία στο σπίτι 1920
Η ανώνυμη πόλη 1921
Η μουσική του Έριχ Ζαν 1921
Ο ξένος 1921
Η αναζήτηση του Ιρανόν 1921
Οι άλλοι θεοί 1921
Χέρμπερτ Γουέστ: Ο αναζωογονητής 1921-1922
Το κυνηγόσκυλο 1922
Ύπνος 1922
Ο φόβος που παραμονεύει 1922
Τα ποντίκια στους τοίχους 1923
Το ακατανόμαστο 1923
Αυτός 1925
Τρόμος στο κόκκινο αγκίστρι 1925
Το κάλεσμα του Κθούλχου 1926
Κρύος αέρας 1926
Το μοντέλο του Πίκμαν 1926
Το ασημένιο κλειδί 1926
Το παράξενο ψηλό σπίτι στην ομίχλη 1926
Το χρώμα από το Διάστημα 1927

Επιστολές

Παρά το ότι ο Λάβκραφτ είναι περισσότερο γνωστός για τα διηγήματα φαντασίας του, το μεγαλύτερο μέρος των συγγραφών του απαρτίζεται από μακροσκελείς επιστολές που αναφέρονται σε διάφορα ζητήματα – από τη φανταστική λογοτεχνία μέχρι την πολιτική και την ιστορία. Ο S.T. Joshi εκτιμά ότι ο Λάβκραφτ συνέγραψε περίπου 87.500 επιστολές από το 1912 μέχρι τον θάνατό του το 1937. Μία φημισμένη επιστολή του στον Woodburn Harris με ημερομηνία 9 Νοεμβρίου έχει μέγεθος 70 σελίδων.

Ο Λάβκραφτ δεν ήταν μανιώδης επιστολογράφος από νεαρή ηλικία. Το 1931 παραδέχθηκε: «Όταν ήμουν νέος δεν έγραφα σχεδόν καθόλου επιστολές. Ακόμη και το να γράψω μία ευχαριστήρια κάρτα για ένα δώρο που λάβαινα ήταν τόσο μεγάλο βάρος για εμένα που θα προτιμούσα να γράψω μία κατήχηση ή μία εικοσασέλιδη διατριβή για τους δακτύλιους του Κρόνου» (SL 3.369–70). Άρχισε να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επιστολογραφία όταν ξεκίνησε αλληλογραφία με τον εξάδελφό του Phillips Gamwell, ενώ τελικά η ενασχόλησή του με το κίνημα ερασιτεχνικής δημοσιογραφίας ήταν η αιτία για τις υπεράριθμες επιστολές του.

Ο Λάβκραφτ δηλώνει ξεκάθαρα ότι η επαφή του με πολλά διαφορετικά άτομα μέσω της επιστολογραφίας ήταν το μέσο με το οποίο διεύρυνε την αντίληψή του για τον κόσμο: «Βρέθηκα εκτεθειμένος σε δεκάδες διαφορετικές απόψεις, τις οποίες υπό άλλες συνθήκες δεν υπήρχε περίπτωση να γνωρίσω. Τόσο η κατανόησή μου όσο και οι προτιμήσεις μου διευρύνθηκαν και πολλές από τις αντιλήψεις μου σε ζητήματα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά ζητήματα διαφοροποιήθηκαν επειδή αυξήθηκαν οι αντίστοιχες γνώσεις μου».

Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί μεταφρασμένες επιλεγμένες επιστολές του Λάβκραφτ από τις εκδόσεις “Αίολος”.

Ρατσιστικά στερεότυπα

Πολλοί σύγχρονοι αναγνώστες συγκλονίζονται από τις ρατσιστικές, ταξικές και σχετικές με τη διαφορά των δύο φύλων αναφορές που απαντούν σε πολλά από τα συγγράμματα του Λάβκραφτ. Ο Λάβκραφτ ήταν φανατικός αγγλόφιλος και θεωρούσε την αγγλική κουλτούρα κολοφώνα του πολιτισμού, ενώ έβλεπε τους απογόνους των Άγγλων αποίκων στην Αμερική ως κατώτερης ποιότητας παρακλάδια· όλοι δε οι υπόλοιποι ήταν κατώτεροι και από αυτούς (παράβαλε ο ποίημά του Ένας Αμερικανός προς τη Μητέρα Αγγλία). Τα συγγράμματα του Λάβκραφτ παρουσιάζουν ξεκάθαρα μία αρνητική στάση ως προς την επιμειξία των φυλών και των εθνικοτήτων, σεβασμό στον θεσμό της κληρονομικότητας της κοινωνικής θέσης, ενώ υποστηρίζουν τον περιορισμό των γυναικών στους παραδοσιακούς κοινωνικούς ρόλους τους.

Στο έργο του Λάβκραφτ απαντούν συχνά, τόσο φυλετικά όσο και ρατσιστικά και ταξικά στερεότυπα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ονομασία μιας μαύρης γάτας ως «Nigger-man» (αράπης) στο διήγημά του «Ποντίκια μέσα στους Τοίχους». Ο αφηγητής αυτής της ιστορίας εκφράζει συναισθήματα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εχθρικά προς τους Εβραίους (αν και πολλοί από τους φίλους και αλληλογράφους του Λάβκραφτ ήταν Εβραίοι), τους Ιταλούς και τους Πολωνούς. Ρατσιστικές αναφορές βρίσκονται και στην ποίησή του, όπως στο ποίημα «Περί δημιουργίας των νέγρων» και «Έκπτωτη Νέα Αγγλία» που έγραψε το 1912.

Κάποιοι σύγχρονοι κριτικοί έχουν επικρίνει την υποτιθέμενη αντίληψη του Λάβκραφτ περί «λευκής ανωτερότητας», ειδικότερα όσον αφορά τους μετανάστες και τους Αφροαμερικανούς. Ωστόσο, από αυτόν τον καταιγισμό αρνητικών φυλετικών στερεοτύπων, ο Λάβκραφτ δεν εξαιρεί ούτε και κάποιους βορειοευρωπαϊκούς λαούς. Συνήθεις στόχοι είναι, επί παραδείγματι, οι εκφυλισμένοι απόγονοι των Ολλανδών αποίκων στα Όρη Κάτσκιλ, «που αντιστοιχούν τέλεια στο έκφυλο στοιχείο των “λευκών σκουπιδιών” στις Νότιες Ηνωμένες Πολιτείες» («Πέρα από τα όρια του Ύπνου», 1919). Στο διήγημα “Ο Ναός” παρουσιάζεται η στερεότυπη εικόνα του ψυχρού δολοφόνου και αλαζόνα Πρώσου αριστοκράτη, ο οποίος είναι κυβερνήτης υποβρυχίου κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο οποίος συχνά αναφέρεται στην «ατσάλινη γερμανική θέληση», στην ύψιστη διαλεκτική πρωσική διανόηση και στην ασημαντότητα της ανθρώπινης ζωής μπροστά στην ανάγκη να δοξαστεί η πατρίδα.

Το τυπικότερο παράδειγμα των απόψεων του Λάβκραφτ περί ταξικών διαφορών ίσως αποτελεί το διήγημα “Ψυχρός Αέρας” (1926), όπου ο (προφανώς Αγγλοσάξονας) αφηγητής κάνει υποτιμητικές αναφορές στους άπορους Λατινοαμερικανούς της γειτονιάς του, ενώ σέβεται ευλαβικά τον πλούσιο Ισπανό αριστοκράτη, Δρα Muñoz, «άνθρωπο με καταγωγή, καλλιέργεια και διάκριση».

Ο Λάβκραφτ βασίστηκε στην ιστορία της εθνικότητάς του για να χτίσει το περιβάλλον σε πολλά από τα έργα του και η αγάπη του για την αγγλοσαξονική ιστορία και κουλτούρα επαναλαμβάνεται συχνά μέσα σε αυτά (όπως με τη νοσταλγία του Βασιλιά Κερέινς για την Αγγλία στην Ονειρική Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ). Η γενικότερη άποψη για αυτό το μυθιστόρημα είναι μάλλον ειρωνική.

Συχνότατο μοτίβο στον Λάβκραφτ είναι ο ήρωας που ανακαλύπτει ότι η οικογένειά του φέρει κάποια κατάρα ή ότι η καταγωγή του είναι μολυσμένη με μη ανθρώπινο αίμα. Παραδείγματα τέτοιων έργων αποτελούν τα Γεγονότα γύρω από τον εκλιπόντα Άρθουρ Τζέρμυν και την Οικογένειά του (1920), Ποντίκια μέσα στους Τοίχους (1923) και Η Σκιά πάνω από το Ίνσμουθ (1931). Το μοτίβο αυτό ίσως αποτελεί αντίκτυπο της ανησυχίας του Λάβκραφτ, σχετικά με το ιστορικό της ίδιας του της οικογένειας, ειδικότερα μετά τον θάνατο του πατέρα του από σύφιλη, όπως υποψιαζόταν ο Λάβκραφτ.

Ο Λάβκραφτ εξέφρασε τις ρατσιστικές και εθνικοκεντρικές αντιλήψεις του στην αλληλογραφία που αντάλλασσε και μία λεπτομερής περίληψη των αντιλήψεών του μπορεί να βρεθεί στην επιστολή που έστειλε στον J. Vernon Shea, με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 1933. (Γράμμα υπ’ αριθμόν 648, Επιλεγμένες επιστολές, Arkham House).

Στο έργο του Λάβκραφτ εμφανίζονται ελάχιστες γυναίκες, ενώ όταν εμφανίζονται αποτελούν πράκτορες κάποιας μοχθηρής, εξωγήινης δύναμης. Όλως παραδόξως, ο Λάβκραφτ παντρεύτηκε μία Εβραία ουκρανικής καταγωγής, την Sonia Greene. Ο γάμος τους δεν κράτησε και κάποιοι σχολιαστές πιστεύουν ότι αιτία για τον χωρισμό ήταν η ντροπή που ένιωθε ο Λάβκραφτ γιατί η σύζυγός του ήταν ουσιαστικά αυτή που τους συντηρούσε.

Παρά το ότι η τραχιά ευθύτητα με την οποία εκφράζεται ο Λάβκραφτ αναφορικά με ζητήματα ρατσιστικά, ταξικά και ισότητας των φύλων ίσως σοκάρει τους αναγνώστες του 21ου αιώνα, ο σύγχρονος αναγνώστης πρέπει να λαβαίνει υπόψη του ότι αυτές οι αντιλήψεις δεν ήταν διόλου ασυνήθιστες στις ημέρες του Λάβκραφτ. Για παράδειγμα, το κίνημα του ευγονισμού αποτελούσε καθολικό ρεύμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ώστε, μάλιστα, σε αρκετές πολιτείες, αυστηρές πολιτικές ευγονισμού είχαν ψηφιστεί ως νόμοι. Η φυλετική απομόνωση ήταν νομικά παγιωμένη στο μεγαλύτερο μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών και πολλές σημαίνουσες και ισχυρές προσωπικότητες πρέσβευαν απόψεις παρόμοιες με αυτές του Λάβκραφτ ή και εντονότερες.

* Η μητέρα του Λάβκραφτ ήταν μια ψυχονευρωτική, φαντασμένη γυναίκα. Καταπίεζε πολύ τον γιο της με μια βασανιστικά ασφυκτική φροντίδα, προσπαθώντας να τον προφυλάξει από υποθετικούς κινδύνους. Φτάνοντας στο σημείο να τον κρατά, σχεδόν, φυλακισμένο στο σπίτι τους.

Τοποθεσίες στα έργα του Λάβκραφτ

Ο Λάβκραφτ χρησιμοποίησε εκτενώς τη γενέτειρά του, τη Νέα Αγγλία, στα έργα του. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται πολλές πραγματικές ιστορικές τοποθεσίες αλλά και αρκετές φανταστικές.

Ιστορικές τοποθεσίες

Λόφος Copp, Βοστώνη, Μασαχουσέτη
Μπράτλμπορο, Βερμόντ
Πάσκοαγ, Ρόουντ Άιλαντ
Μπόλτον, Μασαχουσέτη
Σάλεμ, Μασαχουσέτη
Βοστώνη, Μασαχουσέτη
Ίπσουιτς, Μασαχουσέτη
Ντάνεντιν, Νέα Ζηλανδία
Πόλη της Νέας Υόρκης, Νέα Υόρκη
Βουνά Κάτσκιλ, Νέα Υόρκη
Κίλντερυ, Ιρλανδία
Άλμπανι, Νέα Υόρκη
Μπίνγκερ, Οκλαχόμα
Γκέινσβιλ, Φλόριντα
Τσέπατσετ, Ρόουντ Άιλαντ
Ρέντ Λάιν
Πόουταξετ (Κράνστον, Ρόουντ Άιλαντ)
Νιούμπαρηπορτ, Μασαχουσέτη
Άιερ, Μασαχουσέτη
Μαίναλο, Αρκαδία, Ελλάδα
Τεγέα, Αρκαδία, Ελλάδα
Νόμε, Αλάσκα
Νοατάκ, Αλάσκα
Φορτ Μόρτον, Αλάσκα
Νέα Ορλεάνη, Λουιζιάνα
Νιούπορτ, Ρόουντ Άιλαντ
Πάτερσον, Νιου Τζέρσεϊ
Σπηλιά Μάμοθ, Κεντάκι
Όσλο, Νορβηγία

Φανταστικές Τοποθεσίες

Πανεπιστήμιο του Μισκατόνικ στη φανταστική πόλη του Άρκαμ της Μασαχουσέτης
Η κωμόπολη του Ίνσμουθ
Το χωριό του Ντάνγουιτς
Τα θεόρατα Βουνά της Τρέλας στην Ανταρκτική.
Ο ποταμός Μισκατόνικ
Κίνγκσπορτ, Μασσαχουσέτη

Άιλσμπουρι, Μασσαχουσέτη
Παραλία Μάρτιν

Η φανταστική κεντρική πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη στο πραγματικό πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, Μπουένος Άιρες, Αργεντινή. Σύμφωνα με τον Λάβκραφτ υπάρχει ένα αντίγραφο του Νεκρονομικόν εδώ, αλλά το πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες δεν είχε ποτέ μια κεντρική βιβλιοθήκη.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -