Jean-Michel Basquiat: Η ειρωνεία του πρόωρου θανάτου ενός άγριου παιδιού – θαύματος

 

Πολλά έχουν ειπωθεί για τον Ζαν-Μισέλ Μπασκιά (1960-1988), τον πρόωρα χαμένο δημιουργό που ανύψωσε τη street art σε σύγχρονη μορφή τέχνης, ένα όμως έχει μείνει ελαφρώς ανεξερεύνητο, τουλάχιστον σε επίπεδο μεγάλων ιδρυμάτων: η σχέση του ίδιου και των ομοτέχνων του με την κουλτούρα του χιπ χοπ.

 

 

Η έκθεση «Writing the Future» του Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστόνης, διαθέσιμη έως τις 16 Μαΐου 2021, ψηλαφίζει καταρχάς τις δημιουργικές σχέσεις του Μπασκιά με καλλιτέχνες όπως ο Κιθ Χέρινγκ, ο Rammelzee και με graffiti artists που επίσης ενδιαφέρονταν για ζητήματα φυλής και τάξης στην Αμερική της δεκαετίας του ’80, πλαισιώνοντας το έργο τους με το soundtrack της καθημερινότητάς τους.

 

 

Στην online εκδοχή της έκθεσης ακούγονται προφανώς και τραγούδια, την προσοχή μας ωστόσο αξίζουν και οι βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις αρκετών δημιουργών και φυσικά τα έργα του ίδιου του Μπασκιά, όπως το δημοφιλές στους γνώστες «Hollywood Africans» του 1983. (www.mfa.org)

 

 

Ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά (Jean-Michel Basquiat, 22 Δεκεμβρίου 1960 – 12 Αυγούστου 1988) ήταν Αμερικανός ζωγράφος.

Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης το 1960. Σε ηλικία 17 ετών άρχισε να σχεδιάζει με σπρέι γκράφιτι στο μετρό της Νέας Υόρκης, υπογράφοντας ως SAMO. Εγκατέλειψε το σχολείο και ζούσε πουλώντας μπλουζάκια και καρτ ποστάλ, ζωγραφισμένα χειροποίητα από τον ίδιο και στις αρχές της δεκαετίας του άρχισε να εκθέτει έργα του σε ομαδικές εκθέσεις, στη Νέα Υόρκη και στην Ευρώπη. Τη δεκαετία του ’80 έκανε εκθέσεις σε διεθνή μουσεία και γκαλερί σε όλο τον κόσμο, ενώ έγινε γνωστός ως εκφραστής ενός πρωτόγονου νεο-εξπρεσιονισμού που αποτυπώθηκε στα έργα του.

 

 

Ο Μπασκιά ασχολήθηκε με την ποίηση, τη ζωγραφική και το σχέδιο, ενώ δεν δίστασε να ασκήσει κριτική μέσα από τα έργα ζωγραφικής του. Το 1981, ο ποιητής και εικαστικός Ρενέ Ρικάρ έγραψε στο πρώτο αφιέρωμα για τον Μπασκιά στο περιοδικό Art Forum. Το 1982 συμμετείχε στην έκθεση – παράσταση Μεταπρωτοπορία: Ιταλία – Αμερική, μαζί με νεο-εξπρεσιονιστές καλλιτέχνες.

Το 1983 άρχισε να πραγματοποιεί ατομικές εκθέσεις και παράλληλα γνωρίστηκε με τον μέντορα της ποπ-αρτ, Άντι Γουόρχολ, μια σχέση που διήρκεσε έως τον θάνατο του Γουόρχολ, το 1987.

 

 

Το 1985, η φωτογραφία του έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό New York Times, για το άρθρο “Νέα Τέχνη, Νέο Χρήμα: Το Μάρκετινγκ ενός Αμερικανού Καλλιτέχνη”. Τη διετία 1986 έως 1988 ταξίδεψε σε Ευρώπη και Αφρική, όπου πραγματοποίησε αρκετές εκθέσεις ζωγραφικής.

Το 1988 πέθανε από υπερβολική δόση απαγορευμένων ουσιών σε ηλικία 27 ετών.

 

 

Πολυπολιτισμική καταγωγή

Η καταγωγή της μητέρας του ήταν από το Πουέρτο Ρίκο και ο πατέρας του μετανάστης από την Αϊτή. Η πολυπολιτισμική καταγωγή του νεαρού Ζαν Μισέλ τον οδήγησε τελικά να μιλά με ευχέρεια γαλλικά, ισπανικά και αγγλικά. (Πράγματι, οι πρώτες αναγνώσεις της γαλλικής συμβολιστικής ποίησης θα επηρέαζαν το μεταγενέστερο έργο του Μπασκιά). Ο Μπασκιά επέδειξε ταλέντο στην τέχνη από παιδική ηλικία, μαθαίνοντας να ζωγραφίζει. Η μητέρα του τον ενθάρρυνε σε αυτό. Μαζί παρακολούθησαν εκθέσεις μουσείων της Νέας Υόρκης, και μέχρι την ηλικία των έξι ετών, ο Ζαν Μισέλ βρέθηκε ήδη εγγεγραμμένος ως Junior μέλος του Μουσείου του Μπρούκλιν.

 

 

Σε παιδική ηλικία ο Μπασκιά χτυπήθηκε από αυτοκίνητο. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της σπλήνας του. Μετά το διαζύγιο των γονιών του έζησε με τον πατέρα του, η μητέρα του ήταν ανίκανη να τον φροντίσει λόγω ψυχικής αστάθειας.

O Μπασκιά, έχοντας πέσει θύμα σωματικής και συναισθηματικής κακοποίησης, τελικά έφυγε από το σπίτι του και υιοθετήθηκε από την οικογένεια ενός φίλου. Αν και παρακολούθησε σποραδικά το σχολείο στη Νέα Υόρκη και το Πουέρτο Ρίκο, τελικά εγκατέλειψε το Λύκειο Edward R. Murrow, στο Μπρούκλιν, τον Σεπτέμβριο του 1978, σε ηλικία 17 ετών.

 

“Δύο Κεφάλια” – Ζαν Μισέλ Μπασκιά (1982)

 

Η τέχνη του δρόμου

Το ταξίδι του Μπασκιά στο σύμπαν της τέχνης του δρόμου ξεκίνησε στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Εντάχθηκε στο κίνημα γκράφιτι της Νέας Υόρκης. Το 1972, αυτός και ένας καλλιτέχνης φίλος του, ο Al Diaz, ξεκίνησαν να ντύνουν με τις ζωγραφιές τους κτήρια. Σ’ εκείνους τους τοίχους υπέγραφαν με το αρκτικόλεξο SAMO – “Same Old Shit”. Τα έργα τους ήταν αντισυμβατικά και φανερά επιθετικά προς τη θρησκεία και την πολιτική. Οι SAMO σύντομα προσέλκυσαν την προσοχή των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Η εφημερίδα Village Voice έσπευσε, όχι άδικα, να τους αποθεώσει. Όταν ο Μπασκιά και ο Diaz σταμάτησαν τη συνεργασία τους, ο Basquiat ολοκλήρωσε το τελευταίο τους έργο γράφοντας το μήνυμα: SAMO IS DEAD. Το τελευταίο εμφανίστηκε στην πρόσοψη πολλών γκαλερί τέχνης στο SoHo και κτηρίων στο κέντρο της πόλης. Το τέλος του Samo βρήκε τον Basquiat χρεοκοπημένο να κοιμάται σε παγκάκια πάρκων. Για να κερδίσει τη ζωή άλλες φορές έγινε βαποράκι ναρκωτικών και άλλες ζωγράφιζε καρτ ποστάλ και t-shirt.

Ο Μπασκιά άρχισε να επισκέπτεται χώρους όπως το Mudd Club και το Club 57. Μια καθόλου τυχαία επιλογή. Και τα δύο ήταν γεμάτα με την καλλιτεχνική ελίτ της Νέας Υόρκης. Ήταν μια περίοδος που η punk rock μουσική έκαιγε και εκείνος είχε ήδη καταχωριστεί ως ακόλουθός της. Στο βίντεο των Blondie “Rapture” εμφανίζεται ως DJ. O Μπασκιά πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Annina Nosei Gallery, στο SoHo (1982).

Η άνοδος και η αναγνώρισή του συνέπεσε με την άφιξη, στη Νέα Υόρκη, του γερμανικού νεο-εξπρεσιονιστικού κινήματος. Ο Μπασκιά άρχισε να εκθέτει τακτικά με καλλιτέχνες όπως τον Julian Schnabel και τον David Salle. Ο νεο-εξπρεσιονισμός σηματοδότησε την επιστροφή της ζωγραφικής και την επανεμφάνιση της ανθρώπινης μορφής στη ζωγραφική, τις εικαστικές τέχνες γενικότερα. Εικόνες της Αφρικανικής Διασποράς και της κλασικής Αμερικής παρουσιάζονταν έντονα στις δουλειές του και χώροι που τις φιλοξενούσαν ανερχόμενες γκαλερί όπως εκείνης της Mary Boone. Η καθιέρωση του ως αναγνωρισμένου καλλιτέχνη ήρθε μετά το άρθρο του Rene Ricard, “The Radiant Child” στο περιοδικό Art Forum, που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο 1981. Τον παρουσίαζε ως μια απίθανη, “κεντρική” φιγούρα στον κόσμο της τέχνης.

 

Άντι Γουόρχολ και Ζαν Μισέλ Μπασκιά το 1985 στη Νέα Υόρκη

 

Το 1982 ήταν μια γεμάτη χρονιά για τον Μπασκιά. Έκλεισε με την πραγματοποίηση έξι ατομικών του εκθέσεων σε κομβικές για την τέχνη πόλεις του κόσμου. Και έγινε ο νεότερος καλλιτέχνης που συμπεριλήφθηκε ποτέ στην Documenta, τη διεθνή υπερσύγχρονη έκθεση που πραγματοποιείται κάθε πέντε χρόνια στο Κάσελ της Γερμανίας. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου δημιούργησε περίπου 200 έργα τέχνης. Οι Dizzy Gillespie, Sugar Ray Robinson και Muhammad Ali ήταν μεταξύ των ανθρώπων που νοηματοδοτούσαν την έμπνευσή του. Τα πορτρέτα του συνέλαβαν την ουσία και όχι τη φυσική ομοιότητα των θεμάτων τους. Η αγριότητα της τεχνικής του Μπασκιά, εκείνες οι πινελιές του χρώματος και οι δυναμικές γραμμές που παρουσίαζε στα έργα του, πιθανώς αποκάλυπταν μέρη του εσωτερικού εαυτού του.

 

 

Η φιλία με τον Άντι

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Μπασκιά έγινε φίλος με τον πάπα της ποπ Andy Warhol. Συνεργάστηκε μαζί του σε μια σειρά έργων από το 1984 έως το 1986, όπως το Ten Punching Bags (Last Supper) (1985-86). Ο Γουόρχολ συχνά ζωγράφιζε πρώτα και μετά εκείνος έβαζε τη δική του άποψη στο έργο. Το 1985, ένα άρθρο του περιοδικού New York Times Magazine τον ανακήρυξε ως τον πιο καυτό νεαρό Αμερικανό καλλιτέχνη της δεκαετίας του 1980. Την ίδια περίοδο, την περίοδο του θριάμβου του, ο Μπασκιά δυστυχώς γινόταν όλο και περισσότερο εθισμένος στην ηρωίνη και την κοκαΐνη. Γεγονός που οδήγησε πρόωρα στον τραγικό θάνατό του το 1988 σε ηλικία 27 ετών.

 

 

 

O χαρισματικός αυτοδίδακτος ζωγράφος, που έγινε επιστήθιος φίλος με τον μέντορα της ποπ-αρτ, Άντι Γουόρχολ, πραγματοποίησε εκθέσεις σε μερικές από τις διασημότερες γκαλερί. Υπήρξε το παιδί θαύμα της αντεργκράουντ καλλιτεχνικής σκηνής της Νέας Υόρκης του 1980. Η αντισυμβατική ζωή του αποτελεί μία διαδρομή – αστραπή από τους δρόμους του Μανχάταν στα σαλόνια της καλλιτεχνικής ελίτ της δεκαετίας του ’80. Μία διαδρομή που έληξε σύντομα, δίνοντάς του μία αιώνια συνδρομή στο κλαμπ του καταραμένου 27.

 

 

Η Ειρωνεία ενός Νέγρου Αστυνομικού

Τι ζωγράφιζε όμως ο νεαρός φτωχός μιγάς από την Αϊτή με το ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, τις διάσπαρτες δόσεις εξπρεσιονισμού, και τις τζαζ επιρροές; Ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά σατίριζε και ζωγράφιζε με ιδιαίτερη επιμονή θέματα ταμπού, όπως η κοινωνική ανισότητα, ο ρατσισμός, ο καπιταλισμός και η αποικιοκρατία. Συνήθιζε να καυτηριάζει τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις που συνόδευαν τη φυλή του, κυκλοφορώντας με παραδοσιακές αφρικανικές φορεσιές φύλαρχου στα γκλάμουρ πάρτι λευκών συλλεκτών τέχνης.

 

 

Χαρακτηριστικό δείγμα της ευαισθητοποίησης του Μπασκιά απέναντι στο θέμα του ρατσισμού είναι ο πίνακας Η Ειρωνεία ενός Νέγρου Αστυνομικού. Το έργο αποτελεί μία συνειδητή και έντονη κριτική για το πώς οι Αφροαμερικανοί ελέγχονται από τη «λευκή πλειονότητα» της Αμερικής του ‘80. Ο ζωγράφος αναρωτιέται πώς ένας Αφροαμερικανός θα μπορούσε να γίνει αστυνομικός και να εργάζεται με σκοπό να επιβάλει τους κανόνες που προορίζονται για να τον υποδουλώνουν.

Στον πίνακα κυριαρχεί μία μαύρη φιγούρα, η οποία πλαισιώνεται από μία λευκή γραμμή που της δίνει τη μορφή του αστυνομικού. Το κεφάλι της μοιάζει με μάσκα, σύμβολο της υποκρισίας που κυριαρχεί, ενώ το καπέλο έχει σχήμα πολύχρωμου κλουβιού, που εγκλωβίζει το ήδη κατεστραμμένο κρανίο της. Στα δεξιά του πίνακα η λέξη «Πιόνι», υπογραμμίζει τις πολιτικές απόψεις του Μπασκιά.

 

 

«Οτιδήποτε έκανε ήταν μία επίθεση στο ρατσισμό και τον αγάπησα βαθιά γι’ αυτό», δηλώνει η πρώην κοπέλα του, Suzanne Mallouk, στο βιβλίο Widow Basquiat. Μετά τη σχέση της με τον Μπασκιά, η Mallouk σύναψε σχέσεις με έναν άλλο νεαρό Αφροαμερικανό καλλιτέχνη, τον Michael Stewart, ο οποίος συνελήφθη το 1983 επειδή ζωγράφισε ένα γκράφιτι σε ένα σταθμό μετρό. Οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν τον ξυλοκόπησαν βάναυσα, ρίχνοντάς τον σε κωματώδη κατάσταση. Πέθανε 13 ημέρες αργότερα. Οι αστυνομικοί, που υποστήριξαν πως ο Stewart έπαθε εκείνη την στιγμή καρδιακό επεισόδιο, κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, βιαιοπραγία και ψευδορκία. Ωστόσο, δεν κρίθηκαν ένοχοι από τους ενόρκους.

 

Defacement (Ο Θάνατος του Michael Stewart)

 

«Θα μπορούσε να ήμουν εγώ», δήλωσε ο Μπασκιά συντετριμμένος. Σε αυτήν τη φορτισμένα συναισθηματικά στιγμή, αποφάσισε να δημιουργήσει τον πίνακα Defacement (Ο Θάνατος του Michael Stewart), έναν ακόμα πίνακα – γροθιά στο ρατσισμό εναντίον των Αφροαμερικανών. Ο πίνακας απεικονίζει με καρτουνίστικο ύφος δύο αστυνομικούς έτοιμους να χτυπήσουν με τα γκλοπ τους μία απρόσωπη σιλουέτα, που περνάει ανάμεσά τους και κατευθύνεται προς τον ουρανό. Η σιλουέτα συμβολίζει τον αδικοχαμένο Michael Stewart.

 

 

Απομόνωση και κατάθλιψη

Ο Ζαν Μισέλ Μπασκιά, όπως συχνά συνήθιζαν να λένε γι’ αυτόν, ήταν ο μόνος μαύρος άντρας σε ένα δωμάτιο γεμάτο λευκούς, και αυτό ήταν ιδιαίτερα μοναχικό. Παρά την ολοένα και αυξανόμενη επιτυχία του, πέρασε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του απομονωμένος και σε κατάθλιψη, γεμάτος χρέη και έχοντας χάσει επαφή με τους περισσότερους φίλους του. Μόνη του διέξοδος η χρήση ηρωίνης, την οποία είχε προσπαθήσει πολλές φορές να σταματήσει με αποτυχία. Τελικά, είχε την αναμενόμενη κατάληξη. Την Παρασκευή 12 Αυγούστου του 1988, η σύντροφός του τον βρήκε νεκρό από υπερβολική δόση σε ένα διαμέρισμα νοικιασμένο από τον Άντι Γουόρχολ, στην οδό Great Jones στο Μανχάταν.

 

 

Δεν πρόλαβε να δει τη δουλειά του να απογειώνεται και να γίνεται γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο, με αποκορύφωμα έναν πίνακά του που δημοπρατήθηκε έναντι 110 εκατ. δολαρίων, καταλαμβάνοντας την έκτη θέση των πλέον ακριβοπληρωμένων έργων όλων των εποχών.

Ο πίνακας αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή.

 

 

ΒΟΣΤΟΝΗ / Museum of Fine Arts Writing the Future: Basquiat and the Hip-Hop Generation:

*ΚΛΙΚ ΕΔΩ