Ποιον θεωρούν οι Γερμανοί σημαντικότερο ποιητή τους για τον 20ό αιώνα; Τον Μπρεχτ, τον Ρίλκε ή μήπως τον Τσελάν; Κι όμως, σε έρευνα μεταξύ των γνωστότερων ποιητών και κριτικών της Γερμανίας, ο Γκόττφρηντ Μπεν αναδείχθηκε πρώτος στην προτίμηση του κοινού με μεγάλη μάλιστα διαφορά από τον δεύτερο.
Οι Εκδόσεις Gutenberg παρουσιάζουν την πρώτη ανθολογία ποιημάτων του Γκόττφρηντ Μπεν στα ελληνικά, στην εξαιρετική μετάφραση, εισαγωγή και επίμετρο του Κώστα Κουτσουρέλη.
Απολαύστε υψηλή ποίηση, γραμμένη από το 1912 έως το 1956.
***
Διαβάστε παρακάτω δύο ποιήματα του σπουδαίου Γερμανού ποιητή, γραμμένα σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.
ΔΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ
Από τόσες μορφές πορευτήκαμε,
το Εγώ, το Εμείς, το Εσύ,
κι όμως, μέσα σ’ αυτές ξοδευτήκαμε
πάντα το ίδιο ρωτώντας: προς τι;
Τι μωρές, τι παιδιάστικες λέξεις.
Πώς το μάτι σου τώρα το βλέπει
ότι υπάρχει ένα μόνο: ν’ αντέξεις
– και εξάρσεις και εξάψεις και έξεις –
το δικό σου, αναπότρεπτο: πρέπει.
Ρόδα, χιόνια, πελάγη ανείπωτα,
όσα θάλλουν, μαδούν στο κενό,
δύο πράγματα υπάρχουν: το τίποτα
και το σημαδεμένο Εγώ.
ΕΞΠΡΕΣΣΙΟΝΙΣΤΗΣ!
Κέρμα δεν θα σου κόψει η Γερμανία
όπως παλιά η Ελλάδα στη Σαπφώ.
Εδώ τό ’χουν για έσχατη προδοσία
που δεν σου κόψαν κιόλας τον λαιμό.

Ποιήματα
Gottfried Benn
Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης
Η πρώτη του συλλογή το 1912 –το Νεκροτομείο, μια πλακέτα με εννέα ποιήματα όλα κι όλα– έμελλε να αποδειχθεί από τα σημαντικότερα ντεμπούτα και, συγχρόνως, τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της λογοτεχνικής ιστορίας. Στο απόγειο της δημιουργικότητάς του θα φτάσει μεταπολεμικά, όταν με τα ποιήματά του θα μιλήσει για τον ηθικό και ψυχικό κατακερματισμό του καιρού του. Πέθανε το 1956 στο Βερολίνο, την πόλη όπου πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του και μνημείωσε στους στίχους του.
Εκδόσεις: Gutenberg
∼
Περίληψη
«Πολύ προτού τον γνωρίσω ήμουν αναγνώστρια των ποιημάτων του, είχα το Νεκροτομείο του πλάι μου στο κρεβάτι: ένα φρικώδες καλλιτεχνικό θαύμα, μια θανατερή ονειροφαντασιά που παίρνει σχήμα. Οδύνες βαθιές που σχίζουν τα λαρύγγια και βουβαίνονται, κοιμητήρια που μεταμφιέζονται σε σανατόρια και αναφύονται εμπρός στις κλίνες του πάμπλουτου πόνου. Εγκυμονούσες που από τους μακρινούς του θαλάμους ολολύζουν ως το πέρας του κόσμου […] Κάθε του στίχος είναι ένα δήγμα λεοπάρδαλης, ένα άλμα αγριμιού. Πέννα του είναι το κόκκαλο με το οποίο ανασταίνει τη λέξη». ΕΛΖΕ ΛΑΣΚΕΡ-ΣΥΛΕΡ
«Η νοσταλγία του Μπεν είναι ασίγαστη, η δίψα του για τις μεγάλες τραγικές εποχές της ανθρωπότητας, που ήταν τόσο μακριά από την ιδέα της προόδου […] Όποιος έτσι μιλά, στέκει απομονωμένος. Αφήνει τη φωνή του να ηχεί, όμως δεν προσδοκά πλέον απάντηση. Ό,τι απομένει είναι η πικρία, η μοναξιά, το μίσος. Όμως το μίσος ενός τέτοιου μοναξιασμένου ανθρώπου είναι θετικότερο, γονιμότερο, ισχυρότερο από τις δικές μας φιλοφροσύνες, τις πάντα πρόθυμες να συμβιβαστούν». ΚΛΑΟΥΣ ΜΑΝ
«Σχεδόν κανείς άλλος γερμανόφωνος ποιητής του 20ου αιώνα δεν παραμένει τόσο παρών στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού» ΜΑΡΣΕΛ ΡΑΪΧ-ΡΑΝΙΤΣΚΙ
Περιεχόμενα
Εισαγωγή Κ. Κουτσουρέλη || Ποιήματα || Σημειώσεις || Παράρτημα: Δύο δοκίμια του G. Benn για τον εξπρεσιονισμό και την αποστολή της λογοτεχνίας || Σχόλια || Χρονολόγιο Γκόττφρηντ Μπεν
***
Ο Gottfried Benn γεννήθηκε στις 2 Μαΐου 1886 στο Mansfeld, χωριό της βόρειας Γερμανίας˙ δεύτερο παιδί Γερμανού λουθηρανού πάστορα αυστηρών αρχών και Γαλλοελβετής μητέρας. Ακολούθησε σπουδές στρατιωτικής ιατρικής, απορρίπτοντας κατά σειρά την πατρική επιθυμία να στραφεί στη φιλολογία και τη θεολογία, καθώς και τη δική του παρόρμηση να εντρυφήσει στον τομέα της ψυχιατρικής: οι ιστορήσεις των ασθενών θα τον άφηναν αδιάφορο. Ο βιογράφος του Pierre Mertens (Πιερ Μερτένς) εκτιμά διαφορετικά: «Δεν μπορούσε να υποφέρει αυτό που έβλεπε να σαλεύει στο μυαλό των ανθρώπων. Όσο για τις νευρώσεις, η ποίηση αρκούσε» (Mertens 1992, 98). Η πρώτη του συλλογή Morgue und andere Gedichte (Νεκροτομείο και άλλα ποιήματα, 1912) εννοήθηκε ως λίβελλος για το προπολεμικό Βερολίνο, καθώς και ιδρυτικό έργο του λογοτεχνικού κινήματος του εξπρεσιονισμού. Στον Αˊ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως γιατρός στις Βρυξέλλες σε νοσοκομείο για αφροδίσια νοσήματα, τη νόσο που έπληττε ή απειλούσε τους στρατιώτες από «επιστρατευμένες» πόρνες της πόλης. Στην προέλαση προς τις Βρυξέλλες ξαναδιάβαζε σκηνές από το δράμα του Γκαίτε, Egmont (Έγκμοντ), προσπαθώντας να ανακαλύψει το βλέμμα με το οποίο είχε ατενίσει την κατακτημένη χώρα ο πιο μεγάλος συγγραφέας του κατακτητή.
Στην πρώιμη ποίησή του προσανατολίζεται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα με αισθήματα συμπόνιας, που φθάνουν ως το τραύμα, κρυμμένα ωστόσο κάτω από τεχνικές αμυντικής στρατηγικής. Αντίθετα, τα πεζά του κείμενα, εξαιρέσει των πρώιμων αυτοβιογραφικού, αφηγηματικού πυρήνα, συνδυάζουν επιχειρηματολογία και κοινωνική τοποθέτηση. Στα κείμενα των ετών 1933 και 1934, «Το νέο κράτος και οι διανοούμενοι» (δύο ραδιοφωνικές ομιλίες), «Τέχνη και δύναμη», διακρίνεται η γοητεία που άσκησε επάνω του ο εθνικοσοσιαλισμός και η εγκατάλειψη του ρόλου του μοναχικού διανοητή. Την ώρα αυτή ο Μπεν βλέπει ίσως την πολιτική αναστάτωση που προκαλεί το Τρίτο Ράιχ ως ανθρωπολογική μεταλλαγή ικανή να εναντιωθεί στον ευρωπαϊκό μηδενισμό. Την προσδοκία αυτή υπαγορεύει η αριστοκρατική του στάση και ο ελιτισμός του ως διανοούμενου, που παγίδευσε πολλούς ομοτέχνους του και στοχαστές. Στο κρίσιμο έτος 1933 γράφει το δοκίμιο «Züchtung I». Η λέξη χρησιμοποιείται για την εκτροφή ζώων και γενικότερα την καλλιέργεια. Ένα είδος ευγονικής που αποβλέπει στη δημιουργία του ανώτερου ανθρώπου. Προϋπόθεση είναι η συνειδητοποίηση του εγγύτερου, πρώτιστου εχθρού. Ο πολέμιος αυτός έχει υποδειχθεί από τους ναζί μετ’ επιτάσεως: είναι οι Εβραίοι. Ο Μπεν έχει προσφέρει ένα ακόμη άλλοθι στην πρακτική του Ολοκαυτώματος. Το 1934 γράφει το εξίσου επιλήψιμο δοκίμιο «Δωρικός κόσμος»: το καθεστώς της αυστηρής μιλιταριστικής αρχαίας Σπάρτης, εδραιωμένο στη δουλοκτησία, γίνεται μοντέλο του ολοκληρωτικού κράτους στη ναζιστική Γερμανία. Ο Μπεν δεν συσχετίζει, ασφαλώς, δεν υποδεικνύει αναλογίες˙ εξηγεί απλώς ότι το «δωρικό» μοντέλο υφίσταται εκεί όπου λείπει η υψηλή τέχνη. Μία ακόμα ύποπτη θέση που βλέπει στον αντίποδα της «υψηλής» την «εκφυλισμένη» τέχνη.
Ο Μπεν δεν είναι αντισημίτης. Το αγαπημένο του περιβάλλον είναι αυτό των Εβραίων, και παράλληλα το αριστοκρατικό. Ωστόσο δεν εναντιώθηκε στις τακτικές της αστυνομίας, δεν εξέφρασε την αλληλεγγύη του στους διωκόμενους και μετά τον πόλεμο δεν απολογήθηκε για τη στάση του, θυμίζοντας εν πολλοίς τη σιωπή του Χάιντεγγερ. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε μέλος του ναζιστικού κόμματος (NSDAP) τον βοήθησε να αποφύγει μεταπολεμικά ουσιαστικούς περιορισμούς και διώξεις, αν και το 1935 είχε επανέλθει στο στράτευμα, χαρακτηρίζοντάς το, περιέργως, «αριστοκρατική μορφή εμιγκράτσιας» (στο δεύτερο μέρος της αυτοβιογραφίας Διπλή ζωή (1950). Ωστόσο, όπως γράφει ο Durs Grünbein (Ντουρς Γκρύνμπάιν), προλογίζοντας τα Στατικά ποιήματα (2011, 9), «έχει αμαυρώσει τη φήμη του για πάντα». Είναι η στάση ενός «απολιτικού», όπως είχε χαρακτηρίσει τη δική του αρχική ουδετερότητα ο Τόμας Μαν, ενός στωικού της στατικής ποίησης στον ρυθμό μιας «τρυφερής βραδύτητας». Δεν ύμνησε τον Φίρερ, δεν τραγούδησε τις γερμανικές νίκες, ούτε θαύμασε τη βόρεια σκληρότητα. Το 1933 τού απαγορεύτηκε να εκφωνήσει επικήδειο λόγο για τον Στέφαν Γκεόργκε. Η στάση του μπορεί ίσως να υπαγορεύτηκε από τον πειρασμό να λάβει κι αυτός μέρος στη βιαιότητα του ανθρώπινου είδους, αν όχι από μια υποδόρια εξέγερση ενάντια στα ιδεώδη του Διαφωτισμού.
Τα Στατικά ποιήματα, σαράντα τέσσερις στατικοί πίνακες ενός νέου ποιητικού προγράμματος, από την εμπειρία του δεύτερου μεγάλου πολέμου, τοποθετούν τον Μπεν, μετά το τέλος της καραντίνας (όπου και ο ίδιος έθεσε τον εαυτό του), στην κορυφή της ευρωπαϊκής ποίησης, πλάι στον Πωλ Βαλερύ και τον Τ.Σ. Έλιοτ. Στα Στατικά ποιήματα η επιστροφή στις έμμετρες φόρμες, η επανασύνδεση με την παραδοσιακή τετράστιχη ομοιοκατάληκτη στροφή, αλλά και οι ελεύθεροι στίχοι ρυθμικού βηματισμού στη μορφή «του» parlando, της πεζόμορφης μουσικής απαγγελίας, αποτελούν έκφραση παραίτησης από την πορεία της ιστορίας. Εγκαθιδρύουν, όμως, συνάμα, τη νεωτερική ποίηση στη μεταπολεμική γερμανική λογοτεχνία. Η ανθρώπινη ιστορία ως κήρυξη χρεοκοπίας. Ο ποιητής διακηρύσσει την εμπειρία του και την έξοδό του από την πορεία του χρόνου. Στατικό είναι ακόμη το ποίημα το καταδικασμένο να μείνει στο συρτάρι του ποιητή, άγνωστο, ακοινοποίητο, σύμφωνο με το αρχαίο αξίωμα «λάθε βιώσας», επικούρεια σιωπηλό απέναντι στον στρατιωτικό βηματισμό.
Για πολύ καιρό ο μοναδικός «εκδότης» του είναι η (δεύτερη) σύζυγός του Herta von Vedemayer (αυτοκτόνησε τον Ιούνιο του 1945, για να μην πέσει στα χέρια των Σοβιετικών). Στις 21 Αυγούστου 1951, στην απονομή του Βραβείου Γκέοργκ Μπύχνερ, δίνει τη γνωστή πλέον διάλεξη με τίτλο Probleme der Lyrik (Προβλήματα της ποίησης): Το δόγμα για «το απόλυτο ποίημα, το ποίημα δίχως πιστεύω, το ποίημα δίχως ελπίδα, το ποίημα που δεν απευθύνεται σε κανέναν, το ποίημα από λέξεις» (1996, 73). Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ποιητική του συνδέθηκε, κατά έναν τρόπο, με τους επίσης τιμηθέντες με το βραβείο, Πάουλ Τσέλαν (1960), Χανς Μάγκνους Έντσενσμπέργκερ (1963), Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν (1964), Ράινερ Κούντσε (1977), Κρίστα Βολφ (1980), Χάινερ Μύλλερ (1985), Ντουρς Γκρύνμπάιν (1995), Σάρα Κιρς (1996).
Πέθανε στις 7 Ιουλίου 1956 στο Βερολίνο, όπως είχε ευχηθεί, το 1936, έναν θάνατο κατακαλόκαιρο: «Το χειρότερο: / να μην πεθάνεις καλοκαίρι / τότε που όλα είναι φωτεινά / και τρυφερό το χώμα για τα φτυάρια […]» (“Was schlimm ist”).
Η συμπερίληψη της βιογραφίας του Γκόττφρηντ Μπεν, όπως την εκθέτει ο βιογράφος του Πιερ Μερτένς:
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας νεαρός χωρικός, θα μπορούσε να γράψει η κόρη του, όπως στα παραμύθια –κι όμως θα έπρεπε να απαγορεύσει στον εαυτό της να τον κάνει μύθο–, που πήγε στην πρωτεύουσα για να ανοίγει νεκρά σώματα, να θεραπεύει τα άρρωστα σώματα. Παντρεύτηκε και έκανε μια κόρη. Στη συνέχεια πήρε μέρος σε έναν πόλεμο. Έπαιξε στα γρήγορα όλα τα παιχνίδια της ζωής. Διέσχισε έναν μικρό ωκεανό Ιστορίας. Όταν ξανάγινε ειρήνη, επέστρεψε στο νησί του για να μάθει τι απέμεινε από τον κόσμο, να διαπιστώσει τι είχε απομείνει από τον ίδιο. Η γυναίκα του πέθανε σχεδόν αμέσως. Δεν ήξερε τι να κάνει με την κόρη του, με την κούραση που ένιωθε μπρος στη ζωή. Αποχωρίστηκε την κόρη του, κράτησε την κούρασή του. Ωστόσο αγρυπνούσε σαν φρουρός. Θεράπευε κακομοίρηδες και έγραφε ποιήματα. Η πένα του ήταν ένα δεύτερο νυστέρι που κάποτε πετούσε αστραπές […]. Ενίοτε περνούσε τις νύχτες του με γυναίκες που αυτός ήταν ο ρόλος τους, ελάχιστα φλύαρες, αρωματισμένες, που του αποκάλυπταν ένα μυστικό. Δεν ήταν ούτε επαναστάτης ούτε υποταγμένος. Πίστευε πως δεν έχανε από τα μάτια του τον στόχο. Κάποια στιγμή το βλέμμα του θόλωσε. Θα έλεγαν, ασφαλώς, πως η καρδιά του δεν άντεξε. Πως έκανε πάντοτε πιο πολλά ή πολύ λίγα. Αφιέρωνε, ωστόσο, όλο του τον χρόνο στη δυστυχία της ύπαρξης. Δεν είχε παραποιήσει την εικόνα του. Ειδήμων μιας ανθρώπινης επιστήμης που δεν ίσχυε πλέον, κάτοχος μιας ξεπερασμένης γνώσης. Ίσως μια μέρα αναγνωρίσουμε πως μας έλειπαν τέτοιοι άνθρωποι!» (1992, 276-277).



