31.6 C
Athens
Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Μάτση Χατζηλαζάρου – «Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης» (απόσπασμα)

Η ποιήτρια Μάτση (Μαρία – Λουκία) Χατζηλαζάρου, του Κλέωνος και της Βιργινίας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφυγε με την οικογένειά της για τη Νότιο Γαλλία και στη συνέχεια για τη Ρώμη. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1919. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και η Μάτση άρχισε μαθήματα κατ’ οίκον, τα οποία σταμάτησαν λίγο αργότερα λόγω της οικονομικής καταστροφής του πατέρα της. Το 1931 παντρεύτηκε τον Καρλ Σούρμαν, βαυαρικής καταγωγής. Ο γάμος της διαλύθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Την περίοδο εκείνη εργάστηκε στο κατάστημα Λαϊκές Τέχνες του Καραπάνου. Το 1934 πέθαναν οι γονείς της. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1937, με τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση, από τον οποίο χώρισε ένα χρόνο αργότερα και από το 1939 ως το 1943 ήταν παντρεμένη με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Συνδέθηκε επίσης με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, τον ανιψιό του Πάμπλο Πικάσο, Χαβιέρ Βιλατό (από το 1946 ως το 1954, περίοδο κατά την οποία έζησε στο Παρίσι όπου κατέφυγε μετά τον πόλεμο με το πλοίο “Ματαρόα”, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου), και τον Κορνήλιο Καστοριάδη (1957-1958). Το 1958 επέστρεψε στην Αθήνα και ως το 1964 εργάστηκε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Παρίσι, όπου δούλεψε στο εκεί κατάστημα του οίκου Βαράγκη. Από το 1973 και ως το τέλος της ζωής της, το 1987, έζησε στην Αθήνα και εργάστηκε στην υπηρεσία δημοσίων σχέσεων της Εμπορικής Τράπεζας. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1944 με την ποιητική συλλογή “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης” με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. Το σύνολο του γραπτού έργου της περιλαμβάνει τέσσερις ποιητικές συλλογές (που κυκλοφορούν σε συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο “Ποιήματα” από τις εκδόσεις Ίκαρος), και δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία, βλ.: “Μάτση Χατζηλαζάρου, χρονολόγιο”, περιοδικό “Αντί” τ. 351, 17.7.1987, και Χρήστος Δανιήλ, “…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina: Μάτση Χατζηλαζάρου, η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια”, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2011. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ)

 

 

Το ποίημα συγκροτείται ως μια εκτενής ερωτική και υπαρξιακή σύνθεση, όπου ο λόγος εξελίσσεται από την αίσθηση της αναμονής και της εγγύτητας προς μια κοσμογονική εμπειρία έρωτα, γέννησης και θανάτου. Από τον στίχο «Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή», καθιερώνεται ένας λόγος που δεν περιγράφει, αλλά περιέχει τον Άλλο.

Καθώς το ποίημα προχωρά, ο ερωτικός λόγος διευρύνεται σε οντολογικό στοχασμό. Η περίφημη φράση «Η ποίησή μας είναι η ζωή» λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της σύνθεσης, η ποίηση δεν αποτελεί αναπαράσταση της ζωής, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και νοηματοδοτείται η ύπαρξη. Στις μεταγενέστερες ενότητες, το ποίημα αποκτά έντονη υπαρξιακή και μυθική διάσταση. Η ποιήτρια εναλλάσσει στιγμές θριαμβευτικής ένωσης με στιγμές διάψευσης και απώλειας, η φωνή γίνεται κραυγή, ο ήχος μετατρέπεται σε «σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο». Ο έρωτας εδώ δεν είναι μόνο ηδονή, αλλά και τραύμα, νοσταλγία, επιθυμία για υπέρβαση των ορίων του σώματος και του χρόνου.

 

 

 

«Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης» (απόσπασμα) 

 

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.

Σε περιέχω όπως τ΄ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.

Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει

μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.

Σ΄ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος

κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει

τον καλπασμό του αλόγου.

 

 

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.

Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου

εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι

τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,

ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,

κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

 

 

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,

σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη

τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,

και μού γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

 

 

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω

να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού΄ναι

σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

 

 

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.

Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση

της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.

Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.

Η ποίησή μας είναι η ζωή.

 

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φκυαριού πάνω στον άγονο βράχο.

 

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

~ * ~

Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω − μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά − αχ!
μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι
η τρυφερότης σου.
Ποιος να ’ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης
Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου − με το φως,
με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί
μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

 

 

Από τη συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», (α’ έκδοση, εκδ. Ίκαρος, 1944).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα, 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.

 

 

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -