Cat Is Art

Φώτης Αγγουλές, “Αυτούς εγώ που τραγουδώ…”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

“Αυτούς εγώ που τραγουδώ,
Δεν έχουνε φτερά

Δεν τους μεθά καμιά φυγή
δεν τους τραβούν τ’ αστέρια,

έχουνε μια ζεστή καρδιά, δυο ροζιασμένα χέρια,

κι είναι δεμένοι με τη γη.

Απ’ της αυγής το χάραγμα, ως του βραδιού τα θάμπη,

μοχθούν για δυο πικρές ελιές, και μια μπουκιά ψωμί,

ιδρώνουν κι απ’ τον ίδρω τους ανθοβολούνε οι κάμποι,

καίγονται κι απ’ τις φλόγες τους φωτίζεται η ζωή”

***

 

 

Ο Φώτης Χονδρουλάκης (1911 – 27 Μαρτίου 1964), γνωστός με το ψευδώνυμό του Φώτης Αγγουλές, ήταν Έλληνας κομμουνιστής ποιητής, μέλος του ΕΑΜ στα κινήματα της Μέσης Ανατολής και μέλος του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας».

Γεννήθηκε στον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Λίγα χρόνια μετά τη γέννησή του, οι γνωστές βίαιες ιστορικές συνθήκες του στέρησαν το γενέθλιο λίκνο: Στα τρία του χρόνια έγινε για πρώτη φορά προσφυγάκι και στα έντεκά του, με τον τελεσίδικο διωγμό του 1922, ακολούθησε τη μοίρα χιλιάδων άλλων Μικρασιατών και την οριστική εγκατάσταση της οικογένειάς του σε παράγκα στο Φρούριο της Χίου.

Ο Φώτης Αγγουλές εγκατέλειψε το σχολείο στη Β΄ δημοτικού, για να βοηθήσει σε στεριά και θάλασσα τον πατέρα του Σιδερή Χονδρουλάκη. «Αγγουλές» (= παλληκάρι) ήταν το παρατσούκλι με το οποίο ο Φώτης αντικατέστησε το επίθετό του. Η οικογένειά του υπήρξε εύπορη, όμως κατά τον διωγμό των χριστιανών από τη Σμύρνη, παράτησε όλο της το βιος και με ένα καΐκι μαζί με τρεις αδερφές του, τις Ευαγγελία, Αγγέλα και Κυριακούλα, πέρασαν απέναντι στη Χίο. Η Χίος έγινε η δεύτερή του πατρίδα.

Στην ηλικία των 14-15 χρόνων εντυπωσιάστηκε όταν διάβασε μερικά ποιήματα σε κάποια εφημερίδα στο ψαρομανάβικο του πατέρα του (από αυτές που τύλιγαν τα ψάρια). Ήταν η εποχή που ξεκίνησε να γράφει στίχους και να διαβάζει, προσπαθώντας να καλύψει τα μαθησιακά κενά του. Λίγο αργότερα (1928) άφησε την εργασία του πατέρα του και πήγε μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα της Χίου Ελευθερία. Η επανασύνδεσή του αυτή, αρχικά με τον γραπτό λόγο, τη στοιχειοθεσία, με τον μαγικό κόσμο των λέξεων και των σκέψεων, αλλά και η επαφή του με τους αρθρογράφους και πνευματικούς της εποχής, τον έχρισαν ποιητή, δημοσιογράφο και εκδότη.

Ο πολιτικός του στιγματισμός

Κατά τη διάρκεια των πολεμικών και πολιτικών αναταραχών της Ελλάδας, ο ανήσυχος Αγγουλές ξεκινά να δημοσιεύει τα δικά του ποιήματα. Μάλιστα, το 1936, μέσα από την εφημερίδα “Αλήθεια”, ένα σατιρικό ποίημά του κατά του δικτάτορα Μουσολίνι, τον έστειλε -από την ντόπια εξουσία – στα δικαστήρια. Εκεί μπορεί να αθωώθηκε, όμως πλέον στιγματίζεται ως «αριστερός» και «επικίνδυνος». Στίγμα που τον ακολουθεί έως και τον θάνατό του. Διάβαζε ακατάπαυστα, αξιοποιώντας τον πλούτο της κεντρικής βιβλιοθήκης «Κοραής», στη Χίο. Δεν δίστασε μάλιστα να παρακαλέσει τον διευθυντή της να του επιτρέψει να διανυκτερεύει εκεί, προκειμένου να κερδηθεί ο χρόνος της μάθησης που είχε στερηθεί από την αποχώρησή του στο σχολείο.

Στα δεκαοκτώ του μόλις χρόνια, εξέδωσε την «Καμπάνα», την πρώτη του σατιρική εφημερίδα. Τρία χρόνια μετά συνέχισε με την εβδομαδιαία εφημερίδα «Μιχαλού», μέσα από την οποία δημοσίευσε ένα καυστικό σχόλιο που αφορούσε δύο περιώνυμους καθηγητές του Γυμνασίου Αρρένων Χίου και αυτή υπήρξε η αιτία που ο Αγγουλές γνώρισε τη φυλακή για πρώτη φορά.

Ο Αγγουλές είχε δώσει σαφές στίγμα της κατοπινής ποιητικής φυσιογνωμίας του και του αγωνιστικού του πνεύματος, από πολύ νωρίς, από την προπολεμική δεκαετία. Η Καρυωτακική μελαγχολία, υπήρξε μια από τις σημαντικές επιρροές του, από τα πρώτα του εντατικά διαβάσματα. Αδελφωνόταν με τη λαϊκή του προέλευση, βάσει της οποίας (ιδιαίτερα πρώιμα) οδηγήθηκε στο ποίημα-διαμαρτυρία. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των στίχων του και η αριστερή του ιδεολογία διαμόρφωσαν με σταθερότητα ένα είδος ποιητή, που ακροβάτησε ανάμεσα στην ευαισθησία, τον σαρκασμό και τη δυσφορία από την αδικία των κοινωνικών συνθηκών.

Το έργο του

Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, την προπολεμική περίοδο: Την «Αμαβασιά» (1934), τις «Κραυγές στον ήλιο» και τους «Μενεξέδες» (1938). Παράλληλα επιμελήθηκε τη λαογραφική συλλογή «Ο λαός της πατρίδας μου», που την αποτελούσαν λαϊκά δίστιχα και τραγούδια από τον Τσεσμέ. Λίγο καιρό αργότερα, με μια ομάδα συνεργατών και έπειτα μόνος, κυκλοφόρησε το λογοτεχνικό περιοδικό «Το νησί». Το ποιητικό σύμπαν του Φώτη Αγγουλέ, εκφράστηκε μέσα από τους τίτλους και τα εξής έργα του: «Αμαβασιά» (η νύχτα, αμέσως μετά τη χάση του φεγγαριού), «Πορεία μέσα στη νύχτα» (1958), «Κραυγές στον ήλιο» (1938), «Φωνές» (1943), «Φλόγες του δάσους» (1946), «Φουτσιγιάμα» (1962), «Μενεξέδες» (1938), «Οπτασίες στην έρημο» (1943), «Εντελβάις» (1946).

Ο Στρατιώτης Ποιητής Φώτης Αγγουλές

Ο Φώτης Αγγουλές βρέθηκε στη Μέση Ανατολή, ως βοηθητικός λόγω των φρονημάτων του, σαλπιστής, ασυρματιστής και αποσπασμένος στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου της Ιερουσαλήμ. Εκεί τύπωνε το ψυχαγωγικό περιοδικό του στρατού «Ελλάς». Αργότερα μετετέθη στο κυβερνητικό γραφείο τύπου του Καΐρου, όπου την ίδια εποχή βρίσκονταν εκεί και ο Γιώργος Σεφέρης, ως προϊστάμενος του γραφείου. Στο Κάιρο παντρεύτηκε την Έλλη Κυριαζή, μια Ελληνίδα της Αιγύπτου, δασκάλα της γαλλικής, αλλά μαζί έμειναν μόνο πέντε μήνες. Στη Μέση Ανατολή, πέραν των ξένων αντιπάλων, υπήρξαν έντονες πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των προσφύγων. Ο Φώτης Αγγουλές συνελήφθη μαζί με άλλους δημοκράτες αξιωματικούς και στρατιώτες, και οδηγήθηκαν σε διάφορα στρατόπεδα και φυλακές. Με την αποφυλάκιση, το 1946, ο Φώτης Αγγουλές επαναπατρίζεται, δίχως όμως να επιτραπεί η επιστροφή και στη σύζυγό του.

Η επιστροφή στη Χίο

Με την επιστροφή του στη Χίο, τον ανέμεναν νέες διώξεις. Το 1948, ευρισκόμενος με τους συντρόφους του Μιχάλη Βατάκη και Γιάννη Τράτση μέσα σε μία φουντάνα στον Βροντάδο της Χίου, όπου κρυφά τύπωναν φυλλάδια, συνελήφθησαν. Οι σύντροφοί του εκτελέστηκαν, ενώ εκείνος καταδικάστηκε σε 12 χρόνια ειρκτή, γνωρίζοντας έτσι αλλεπάλληλες φυλακές. Αποφυλακίστηκε το 1956 από την Κέρκυρα και επέστρεψε στη Χίο. Η άρνησή του να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», υπήρξε η αιτία που τον παρακολουθούσε η ασφάλεια όπου και αν βρισκόταν, ενώ συχνά δεχόταν απειλές. Ξεκίνησε να εργάζεται στην εφημερίδα “Χιακός λαός”. Εκεί τύπωσε την ποιητική του συλλογή του Πορεία στη νύχτα, ενώ είχαν προηγηθεί οι Φλόγες του δάσους, Φουτσιγιάμα, Ποιήματα.

Οι κακουχίες και οι ασθένειες τον οδήγησαν στον θάνατο. Ο Φώτης Αγγουλές πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα μέσα στο επιβατηγό πλοίο «Κολοκοτρώνης», ταξιδεύοντας από τη Χίο στον Πειραιά, στις 27 Μαρτίου 1964, σε ηλικία 53 ετών.

  • Φωτογραφία: Στη βρύση για νερό, καθημερινή αγγαρεία (Μέτσοβο, 1913)
Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΦώτης Αγγουλές, “Αυτούς εγώ που τραγουδώ…”

Related Posts