29.8 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Φαίδων Καστρής: Χωρίς μελέτη, άσκηση, πάθος και όνειρο δεν γίνεται τίποτα στο θέατρο…

Του Παναγιώτη Μήλα

«Είναι ένας ηθοποιός αυθεντικά ποιητικός και τελειοθηρικά ποιοτικός, ευαίσθητος και πάντα συγκλονιστικός που συνεπαίρνει τον θεατή και τον παρασύρει στην ατέρμονη δίνη της θεατρικής τέχνης».

Αυτό είχε γράψει για τον Φαίδωνα Καστρή εδώ στο Catisart η Ειρήνη Αϊβαλιώτου τον Ιανουάριο του 2023 με αφορμή την ερμηνεία του στο έργο «Την Τρίτη στο σούπερ – μάρκετ».

Τον δε Σεπτέμβριο του 2017, πριν ανεβάσει τη «Σοφία» του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι, τού είχε κάνει την ερώτηση:

Τι σου κέντρισε το ενδιαφέρον για να ασχοληθείς επαγγελματικά με αυτό τον χώρο;

Και η απάντηση του Φαίδωνα ήταν ξεχωριστή: «Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ένιωσα ότι το κάνω επαγγελματικά! Παρόλο που υπήρξα απολύτως συνεπής κι αφοσιωμένος εργάτης ή και στρατιώτης του θεάτρου στα περισσότερα χρόνια της διαδρομής μου, επαγγελματικά, επαγγελματίας δεν ένιωσα ποτέ».

*

Τον Φαίδωνα Καστρή, αυτόν τον ηθοποιό με το πάθος του ερασιτέχνη, αυτόν τον συνεπή και αφοσιωμένο εργάτη ή και στρατιώτη του θεάτρου, τον συνάντησα λίγο πριν παρουσιάσει τους δικούς του «Πέρσες», στα τέλη Δεκεμβρίου, στο θέατρο «Φούρνος».

Ένα απόγευμα στο σπίτι του κάναμε τη συζήτηση που ακολουθεί. Λάθος! Δεν είναι συζήτηση. Είναι κάτι άλλο που το γράφω στο τέλος του κειμένου…

Ας αρχίσουμε όμως.

***

Φαίδωνα χαίρομαι που η αφορμή της νέας μας συνάντησης είναι η νέα σου θεατρική δουλειά. Οι «Πέρσες», λοιπόν. Πώς προέκυψαν μετά από μια μεγάλη επιτυχία που θα τολμούσα να πω είδε όλη η θεατρόφιλη Αθήνα;

*Κι εγώ χαίρομαι πολύ, χαίρομαι κάθε φορά που δέχομαι τις ερωτήσεις του αγαπημένου Catisart. Φίλοι μου αγαπημένοι σας ευχαριστώ πολύ.

Νέα θεατρική βουτιά, «κατάδυση» τη λέω αυτή τη φορά, «στα αλμυρά βαθύσκιωτα νερά, στα θαλάσσια στενά της Σαλαμίνας, τα βουερά από τον ρόχθο των κυμάτων» εκεί στα βαθιά της ύπαρξής μας, να προσθέσω.

Οι Πέρσες ναι, σαν όνειρο μου φαίνεται, όλο αυτό που μέσα του αναπνέω και ζω, είναι κάποιοι μήνες πάλι που μελετάω, που τους «περπατάω» τους Πέρσες, έχω μάθει πια όλη την τραγωδία, έχουν γίνει δικά μου τα λόγια τους.

Περπάτημα πολύ, από την άνοιξη κι όλο το καλοκαίρι, σχεδιάζω, ονειρεύομαι, αφήνομαι να χαθώ και πάλι καταπιάνομαι στην πιο μικρή λεπτομέρεια, αλλά και στα μεγάλα, στέκομαι, σιωπώ κι ακούω, ακούω πίσω από τον θόρυβο της ζωής, ακούω κάποια στιγμή αυτό που δύσκολα, αυτό που δεν ακούγεται και χαμογελώ.

Πώς προέκυψαν λοιπόν οι Πέρσες; Είπα στους συνεργάτες μια μέρα σε μια πρόβα: «Έχω αυτό το θράσος…», γέλασαν πολύ.

Υποθέτω λόγω ηλικίας, κάτι με σπρώχνει να επιστρέφω στις εκκρεμότητές μου, όπως γύρισα δέκα χρόνια μετά, από το 2012 στο 2022 «Την Τρίτη στο Σούπερ-μάρκετ», της το χρωστούσα της αυτής καθεαυτής μου, της ηρωίδας μου του Εμμανουέλ Νταρλέ, στο Μαριπιεράκι που λέω, της το είχα υποσχεθεί και ήρθα, να εκπληρώσω κάτι σαν τάμα και με δικαίωσε.

Από τον Οκτώβριο του 2022 στον Οκτώβριο του 2025 για δέκα πραγματικά τελευταίες παραστάσεις, κάθε Τρίτη μέχρι και την Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025, γέμισα φως και αγάπη, έζησα το όνειρο κάθε ηθοποιού στο μικρό «Show What?» της πλατείας Μεσολογγίου 6 στο Παγκράτι και σε μια δύσκολη, ίσως και την πιο δύσκολη εποχή που θυμάμαι στη θεατρική Αθήνα.

Οι Πέρσες, από το 2006 που ήμουν ο Α Κορυφαίος στον Χορό και τον Αγγελιοφόρο, στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Λυδία Κονιόρδου, στο Εθνικό Θέατρο για την Επίδαυρο, την περιοδεία στην Ελλάδα αλλά και στη Νέα Υόρκη στο NY City Center theater, με διευθυντή ακόμη τότε τον Νίκο Κούρκουλο, με Δαρείο τον αγαπημένο μου φίλο τον Γιάννη Κρανά – στη μνήμη του αφιερώνω την παράσταση τώρα – με ένα χρόνο σχεδόν σεμινάρια και πρόβες που προηγήθηκαν, με τη μητέρα μου να πεθαίνει από μια λευχαιμία ξαφνικά τότε στα 59 της χρόνια…

Οι Πέρσες δεν έφυγαν ποτέ, δεν με άφησαν ποτέ, σαν χθες και σαν να ‘ναι τώρα, είκοσι χρόνια μετά, πάντα με στοιχειώνουν Οι Πέρσες.

Επιστρέφω λοιπόν, αλλά και μαζί εκκινώ, είναι μαζί με την εκπλήρωση ενός προσκυνήματος στα τότε μου, είναι και η επιταγή ενός παρόντος που ουρλιάζει μέσα μου κι έξω κι από παντού χτυπάει τα τύμπανά μου, ο κόσμος που ήξερες πάει, η πτώση της αυτοκρατορίας να τώρα συμβαίνει, η Δύση αχ αυτή η Δύση, ακούω την Άτοσσα να ρωτάει ξανά και ξανά:

«Που λένε πως βρίσκεται η Αθήνα σε ποιο σημείο του κόσμου»;

«Πολύ μακριά στη Δύση, εκεί που βασιλεύει ο βασιλέας ήλιος», απαντά ο Χορός.

Η Άτη, η Ύβρις, η Νέμεσις και η Τίσις, ο Ποσειδώνας, η Γη και οι χθόνιοι δαίμονές της, ο Πέρσης εγώ, η Άτοσσα και ο Άγγελος, ο Επιτάφιος Δαρείος και ένας AI (Artificial intelligence) Ξέρξης, όλοι σε μια λειτουργία, μια επιμνημόσυνη δέηση, μια ακολουθία των παθών των Περσών, μια κραυγή-προσευχή λίγο πριν καταρρεύσει το εγώ.

Εδώ γίνεσαι ξανά το εργαλείο (ο ηθοποιός) και ο σκηνοθέτης του; Πώς ισορροπείς στο νέο δύσκολο εγχείρημα;

*Δύο παράλληλοι δρόμοι, δύο πρόβες διαφορετικές, στη μία είμαι ο ηθοποιός, κάνω τη δουλειά μου, μελετάω, δοκιμάζω, στοχάζομαι, ασκούμαι, κάθε μέρα αφοσιωμένος μια δυο ώρες στην πρόβα μου, αυτή η καθημερινή μελέτη, κατασταλάζει τις λέξεις αργά, με όλα τους τα μεδούλια, τα φώτα, τα σκοτάδια, την υγρασία, την ερημιά, όλες μια μια βρίσκουν τη θέση τους μέσα μου, στη μήτρα που θα τις οδηγήσει στο φως, στη γλώσσα μου, στην αναγέννησή τους, έτσι μαθαίνω το κείμενο, στάλαξε μέσα μου, εκεί βέβαια δουλεύουν τα ριζώματα, σκάβουν, οξυγονώνουν, τι να σας λέω, βγαίνω περπατάω, περπατάω και καίω λέξεις, σκέφτομαι, μελετάω, ονειρεύομαι, σαλεύουν μέσα μου οι μορφές τους.

Αυτή είναι η μια πρόβα, η άλλη είναι η πρόβα του σκηνοθέτη, εγώ βέβαια είμαι ηθοποιός, σκηνοθεσία για μένα είναι η δημιουργία της παράστασης, αυτό που λέω, ναι ας μη μείνουμε στο να κάνω μια ωραία ερμηνεία, που είναι για τον θεατή σημαντικό και αυτό, ας δημιουργήσουμε όμως, όλοι μαζί, οι καλλιτέχνες συνεργάτες μια παράσταση, την παράσταση του έργου, του Ποιητή.

Μουσική, φώτα, βίντεο αρτ, σκηνικό, κοστούμια, ψιμύθια, ένας στρόβιλος δημιουργίας. Εδώ η πρόβα είναι συνεχής, 24ωρη, δεν σταματάει το ρολόι της δημιουργίας της παράστασης, νομίζω δεν σταματά ποτέ, συνεχίζει συχνά κι αφού έχουν τελειώσει όλα, αυτό καίει τα κοντέρ, συνεχίζει σε κάποιο σημείο της ψυχής, του εγκεφάλου, της καρδιάς κάπου καίει… Πολλή δουλειά, η γλυκιά ζωή που λένε, του καλλιτέχνη, του ηθοποιού.

Πόσες ώρες δουλεύεις την ημέρα για αυτή την παράσταση; Μόνο αλήθειες παρακαλώ…

*Από τον Μάιο κάθε μέρα πρόβα, σπάνια να μην κάνω, να πάρω ρεπό, μα είναι η χαρά μου η πρόβα, η ζωή μου είναι η μελέτη και η πρόβα, τις υπόλοιπες ώρες κάνω λίγο σπίτι, λίγο κήπο, πολύ γάτες, λίγο χελώνες, λίγο φίλους, λίγο μπαρ και ουίσκι, μετά όλα αυτά τα μοιράζομαι άμα το νιώσω, όχι συχνά, ανάλογα την εποχή και στο facebook. Δουλεύω πολύ, πάντα δούλευα. Χωρίς μελέτη, άσκηση, πάθος κι όνειρο δεν γίνεται τίποτα κι αν γίνεται δεν είμαι εγώ.

Τώρα θα τα πάρουμε από την αρχή; Ποια είναι η πρώτη παράσταση που βλέπεις στην Αθήνα;

*Α αρχή, αρχή! Ε λοιπόν να ξέρετε πρώτα έκανα τις δικές μου παραστάσεις και χρόνια μετά είδα την πρώτη μου παράσταση στο θέατρο. Από παιδάκι έστηνα θεατράκια, ήμουν φτωχό παιδάκι στη Βάρκιζα, έκοβα φιγούρες παραμυθιών, τις ζωγράφιζα, κάτι σαν αυτοσχέδιο χάρτινο κουκλοθέατρο. Αυτά παιδάκι… Μάζευα τη γειτονιά με ένα πενηνταράκι εισιτήριο έβγαζα την αγορά για ένα δαχτυλάκι σάμαλι, μιάμιση δραχμή στον «σαμαλά» που περνούσε από τη γειτονιά.

Αργότερα έπαιζα ο ίδιος, έβαζα και παιδάκια άλλα να παίξουν, αλλά όταν έμπαιναν τα παιδάκια οδηγούσαν την παράσταση, για τα δικά μου γούστα, στην καταστροφή!

Στην εφηβεία όλα αυτά κρύφτηκαν στο βυθό μου, δεν τα έβλεπε πια κανείς, ούτε κι εγώ καλά καλά, δούλευε όμως μέσα μου πάντα, ο δαίμων ήταν πάντα εκεί, είναι πάντα, τον άκουγα, μου έβγαζε γλώσσα, κρυβόταν, θύμωνε, τώρα δεν μπορώ πια να τον ξεχωρίσω, ο δαίμων έγινα εγώ.

Πρώτη παράσταση που είδα, είδα τη Σάρα, «Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού» με την Έλλη Λαμπέτη, ίσα που πρόλαβα. Σχολείο ήμουν ακόμη. Μια ξαδέλφη με έπαιρνε από τη Βάρκιζα στην Αθήνα, να πάμε θέατρο, δεν το ήθελε η μάνα μου, το ένιωθε, το φοβόταν πάντα…
Να γίνεις ένας καθηγητής -μου έλεγε- παιδί μου. Κι εγώ δεν μίλαγα. Τι να πω; Βαθιά μου ήξερα κι εγώ.

Είδα και την Αλίκη κλασικά στο «Ωραία μου κυρία» και στο «Καμπαρέ» …καπάκι! Ααα και στο «Πρόσκληση στον πύργο» του Ανούιγ το 1978, σε σκηνοθεσία του Μίνωα Βολανάκη. Μαθητής ήμουν, ακόμη σχολείο, με Νίκο Κούρκουλο, Κάτια Δανδουλάκη και εκπληκτικό θίασο, Μαρίκα Νέζερ, Μπέτυ Βαλάση, Γιώργος Δάνης, Καίτη Λαμπροπούλου, Χρυσούλα Διαβάτη, Χρήστος Μάντζαρης, Ιλιάς Λαμπρίδου, Χρήστος Μπίρος, Χρήστος Δεμερτζής. Μεγάλος θίασος.

Ποια είναι η στιγμή που βλέπεις πως η τέχνη και το θέατρο είναι για σένα μονόδρομος;

*Όπως ήδη σας είπα, το ήξερα, το ένιωθα από πάντα. Ας πούμε όταν είσαι παιδί, αυτό έχει μια τάση να σε κάνει αλλούτερο, ήμουν ένα διαφορετικό παιδί. Για μένα από αυτή τη μεγάλη, την τεράστια απόσταση μου φαίνεται πια πως πάντα έπαιζα, υπάρχει ο κίνδυνος αν δεν γίνεις ηθοποιός να παίζεις ανεξέλεγκτα τα πάντα, χειρότερο από όλα να παίζεις τον εαυτό σου, τη ζωή σου, μια μέρα δεν θα έχεις κόσμο, δεν θα χειροκροτήσει κανείς και τότε θα κατέβεις και θα πας πού;

Δεν ξεφεύγεις, θα σε σπρώξει, δεν θα είναι εύκολο αλλά δεν θα μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό, εγώ δεν μπορώ, η ζωή μου ήταν αυτό κι αυτό δεν σημαίνει πως «Ωωω τι σπουδαίος που είμαι και τι καλλιτεχνάρα»… Αναλογικά πάντα, στα μέτρα τα δικά μου, ένας ηθοποιός τίποτα παραπάνω, τα άλλα είναι του συστήματος, το σύστημα ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής, της αγοράς, της «μοντέρνας», που λένε τέχνης, θα σε τοποθετήσει σε κάποιο ράφι ή συρτάρι ή ντουλάπι, σκουπιδοτενεκέ. Κάπου, δεν έχει σημασία. Αυτό αφορά στο σύστημα, το ποιος ηθοποιός, ποιος καλλιτέχνης είσαι, είναι ο δικός δαίμων κι εσύ που αποφασίζεις.

Από πάντα είμαι ένας ηθοποιός και προσπαθώ, δουλεύω και με πάθος κι αφοσίωση, δημιουργώ, μοιράζομαι και αγαπώ.

Έχεις είδωλο επί σκηνής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;

*Έχω, βέβαια έχω. Λατρεύω όλη την παλιά γενιά και τη σύγχρονή μου και τη νέα που έρχεται. Τον Μπράντο, τους Άγγλους. Όλη την αγγλική σχολή τη λατρεύω. Την Γκλέντα Τζάκσον, τη Μάγκι Σμιθ, την Τζούντι Ντεντς, την Έλεν Μίρεν.

Όλη επίσης την παλιά ρωσική σχολή, τον Ιννοκέντι Σμοκτουνόφσκι, στην ιστορική ερμηνεία του Άμλετ (1964), απέναντι σε εκείνη του Ολίβιε, στην ταινία του σπουδαίου Γκριγκόρι Κοζίντσεφ.

Πολλούς αγαπώ. Τη Μέριλ Στριπ, τη Χόλι Χάντερ.

Τους παλιούς δικούς μας, τον Λογοθετίδη, τη Λαμπέτη, την Καρέζη, τον Κατράκη, τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, την Αρώνη, τη Βαλάκου, την Λήδα Πρωτοψάλτη, την Κονιόρδου, τη Μαρία Κατσιαδάκη και τη Λυδία Φωτοπούλου, την Καρυοφυλλιά, τη Στεφανία Γουλιώτη, τον Πυγμαλίωνα, τον Μιχάλη Σαράντη, τον φίλο μου τον Πολύδωρο Βογιατζή, τον Γιώργο Φριντζήλα.

Πολλούς φίλους μου που θαυμάζω, που αγαπώ.

Ποια είναι η παράσταση που καθόρισε τη ζωή σου;

*Ας πούμε είμαι ηθοποιός του Εθνικού, έτσι λέγανε παλιά. Βγήκα πρώτη μου φορά στην Επίδαυρο στο Χορό του Μινωτή, μεγαθήρια, εγώ παιδάκι τότε. Η δασκάλα μου η Μαρία Χορς χορογράφος, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Διονύσης Φωτόπουλος, με τη Μαρία Σκούντζου Αντιγόνη, μου είχε πει τότε θυμάμαι:

«Η πρώτη σου ε; θα κάνεις καριέρα είναι γουρλής ο Μινωτής!».

Ήμουν ηθοποιός του Γιάννη Κακλέα, τα χρόνια στο «Παγοποιείο Φιξ», ιστορία.
Ηθοποιός στη «Στοά» του Θανάση Παπαγεωργίου, πέντε χρόνια και η Λήδα Πρωτοψάλτη.

Μαζί της ήμουν Ταλθύβιος στις «Τρωάδες» και εκείνη Εκάβη. Μαζί της και στον «Ιππόλυτο» της Λυδίας Κονιόρδου.

Αααα και ηθοποιός της Κονιόρδου, από το 2002 ως το 2020 έπαιξα σε όλες τις παραστάσεις που σκηνοθέτησε η Λυδία, από την «Αντιγόνη» και μια παγκόσμια περιοδεία του Εθνικού το 2002 – 2003 που γνωριστήκαμε, δηλαδή που με γνώρισε. Εγώ τη θαύμαζα χρόνια πριν. Αμέσως μετά με πήρε στον «Ίωνα» με τον Χρήστο Λούλη και μετά «Πέρσες», «Τέλος του παιχνιδιού», «Τρισεύγενη», «Φλαντρώ», «Ιππόλυτος», «Δράκαινα» στον ΘΟΚ στην Κύπρο.

Να πω τον Γιάννη Φέρτη, την Ανέζα Παπαδοπούλου, τη Σοφία Σεϊρλή, τον Διονύση Μπουλά. Ανθρώπους που αγάπησα και πάντα θα αγαπώ.

Ξεχωριστός για μένα ο Σλόμπονταν Ουνκόφσκι και πάντα ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος.

Είμαι στο θέατρο πολλά χρόνια πια, το θέατρο πια είναι άλλο, δεν το γνωρίζω, δεν το αναγνωρίζω και μάλλον επίσης με αγνοεί. Είπαμε, ένας ηθοποιός τίποτα πιο σπουδαίο, δεν είμαι αγαπημένο παιδί του συστήματος εγώ. Δεν ήμουν ποτέ, έπρεπε να αγωνιστώ για την κάθε στιγμή, αν ο σκηνοθέτης δεν μπορούσε να βαρέσει τον «Χ» γάιδαρο πρωταγωνιστή του (αγαπώ τα γαϊδουράκια, είναι λατρείες), θα βαρούσε το σαμάρι, δηλαδή εμένα, αυτό ήταν κανόνας στο θέατρο.

Δεν εννοώ τις κακουργίες που έπιασε το κίνημα «Me Too». Όχι αλίμονο, παρατηρήσεις, παρατηρήσεις, δεν έχω παράπονο απλά έτσι είναι, δεν τριγυρίζω στις αυλές, έχω τον δικό μου μικρό κήπο και ευωδιάζει συχνά θα σκύψει ένα μικρό κοινό θα μοιραστεί τη χαρά μου, καμαρώνω για τους μονολόγους μου, θεωρώ πως αν δεν με έχουν δει σε αυτούς, δεν με γνωρίζουν κι ας έχουν δει τα σημαντικά, που έχω θεωρητικά για κάποιους, που έχω κάνει.

Το Μαριπιεράκι την «Τρίτη στο Σούπερ-μάρκετ», και το 2011 – 12 και τώρα, κυρίως τώρα, στο «Show What?» από το 2022 στο 2025, μεγάλη στιγμή της ζωής μου,

Ο μονόλογος «Blanche/Μετεπιβίβαση» του Μιχάλη Παλίλη το 2014 και η «Σοφία» του Ιγνάθιο Γκαρθία Μάι στην Οικία Κατακουζηνού, το 2017 – 18 είναι τα δώρα στη ζωή μου.

Και οι «Πέρσες» που έρχονται, με τα τρίσκαλμα, με τα ανάλαφρα πλοία έρχονται το Δεκέμβριο στο Θέατρο «Φούρνος».

Είσαι πολύ ενεργός στα σόσιαλ. Συχνά με προσωπικές αληθινές βιωματικές εξομολογήσεις. Είναι μια άλλη σκηνή τα σόσιαλ;

*Στο Facebook είμαι κυρίως που είναι και οι περισσότεροι της γενιάς μου. Στο ίνσταγκραμ που και που μόνο για την παράσταση, κάποιο τρέιλερ ή φωτογραφία. Στα υπόλοιπα, τικ τοκ κλπ. δεν έχω. Στο φουμπου είμαι ενεργός, δηλαδή παρακολουθώ. Σπάνια μιλάω. Άμα πιω κανά ουισκάκι κι είμαι μόνος στο μπαρ που πηγαίνω, αν κάτι με ταράζει, με συγκινεί, τότε γράφω, ποστάρω, πάντα από καρδιάς, αυθόρμητα, αν το σκεφτώ ή μόλις το σκεφτώ το διαγράφω.

Ξέρεις λέω κι εγώ τι νόημα έχει; Ποιος νοιάζεται;

Δεν είναι έτσι όμως. Ο κόσμος, οι φίλοι που δεν γνωρίζω ακόμη προσωπικά από αυτά μου τα αυθόρμητα, με έχουν συμπαθήσει. Κάποιοι ήρθαν και με γνώρισαν.

Δεν είναι μια άλλη σκηνή. Μπορεί για τον κόσμο που θέλει κι αυτός να παίξει ένα ρόλο, όχι για μένα. Για μένα είναι το μέσο για να είμαι εγώ μπροστά στον κόσμο εκτός ρόλου, ο Φαίδων.

Με τις χαρές, τις στεναχώριες, τις αγωνίες, τη βλακεία μου. Να ξέρεις είμαι μεγάλος Γκούφυ της ζωής. Περπατάω στην Αγία Παρασκευή, λέω λόγια. Συνέχεια λέω λόγια, ή τη Μαριπιεράκι ή τους Πέρσες τώρα, αλλά …Γκούφυ.

Ξέρεις αυτό που κάποιος τρέχει προς το μέρος σου κι αρχίζεις μαζί να τρέχεις κι εσύ και ρωτάς γιατί τρέχω; Γιατί είμαι Γκούφυ σου λέω. Ευτυχώς δεν φωνάζω και βοήθεια… Όταν μιλώ στο φουμπού λέω πάντα την αλήθεια, είμαι ευγενικός αλλά ταυτόχρονα λέω την αλήθεια, αυτό το να λες ευγενικά την αλήθεια είναι ταλέντο, το έχω.

Φέτος θέλω να δω και το έργο του Νταρλέ και τους «Πέρσες». Εγώ ξέρω τον λόγο. Εσύ πώς το επικοινωνείς δημόσια;

*Η Μαρί-Πιερ θα έρθει για δέκα ακριβώς αποχαιρετιστήριες παραστάσεις, τις Τρίτες και μια Παρασκευή, ως την Τρίτη 16 Δεκεμβρίου. Έχει δηλαδή αναλάβει «τα ρεπά και τα μισθά μου».

Οι «Πέρσες» από 29 Δεκεμβρίου αρχικά για δώδεκα παραστάσεις στο θέατρο «Φούρνος». Όνειρο κι ευχή μου είναι να πάνε όλα καλά και να τους ταξιδέψω. Να παίξω τους Πέρσες μου παντού.

Η Μαρί – Πιερ τελειώνει, όποιος δεν την έχει δει κι ας την έχει δει παλιά, δεν συγκρίνεται τώρα. Να τρέξει, να τη γνωρίσει, είμαι στο θέατρο τόσα χρόνια και ξέρω πως τέτοιες παραστάσεις συμβαίνουν σπάνια, αφήστε λοιπόν εμένα, ελάτε για το Μαριπιεράκι, πιστεύω πάντα σημείο αναφοράς για μένα.
Ευχαριστώ πολύ πολύ. Συγνώμη που είπα τόσο πολλά. Θα μπορούσα να πω ακόμα τόσα, φιλιά και αγάπη.

Φαίδωνα ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που μας διέθεσες.

*Κι εγώ ευχαριστώ γι’ αυτή τη συζήτηση.

Δεν ήταν συζήτηση. Είμαι βέβαιος πως ήταν ένα σπάνιο masterclass.

*Και πάλι ευχαριστώ.

Διαβάστε επίσης:

«Την Τρίτη στο σούπερ – μάρκετ». Γλυκιά σαν macaron και πικρή σαν την ασέβεια των ξένων

***

ΑΠΟ 29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Ο Φαίδων Καστρής παρουσιάζει τους «Πέρσες» του Αισχύλου στη σκηνή του Θεάτρου «Φούρνος»

***
ΚΑΙ ΑΠΟ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

«Την Τρίτη στο Σούπερ Μάρκετ». Τέταρτη χρονιά για το βραβευμένο μονόλογο σε ερμηνεία Φαίδωνα Καστρή

***

Φαίδων Καστρής: “Δεν γίνονται όλες οι πριγκίπισσες ευτυχισμένες, κάποιες γίνονται σοφές”

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -