«Αχ, αυτά τα φαντάσματα»: Μια μικρή λάμψη κεριού φέρνει στη σκηνή ο… Εντουάρντο Ντε Φιλίππο

68

Κυκλοφορούν στο μισοσκόταδο οι ψυχές… Ο Πασκουάλε Λογιακόνο (ψυχή πονεμένη), η Μαρία, η γυναίκα του (ψυχή χαμένη). Ο Αλφρέδος Μαριλιάνο (ψυχή ανήσυχη). Η Αρμίδα, η γυναίκα του (ψυχή θλιμμένη. Ο Γκαστόνε Καλιφάνο (ψυχή ελεύθερη). Δύο παιδιά (ψυχές αθώες). Ο Ξαβέριος Καλιφάνο, μαέστρος (ψυχή κουρασμένη). Η Μανταλένα, η γυναίκα του (ψυχή ανώφελη). Η Καρμέλα (ψυχή κολασμένη). Ο Ραφαέλε, ο πορτιέρης (ψυχή μαύρη). Ο καθηγητής Σαντάννα (ψυχή χρήσιμη, αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ). Δύο αχθοφόροι, δύο πλύστρες, ένας μάγειρας (ψυχές καταδικασμένες)…

***

Πράξη πρώτη (Στη Νάπολη). Μεγάλο χωλ.

Για τα συμβάντα που πρόκειται να διηγηθώ, η σκηνική διάταξη είναι κατ’ ανάγκη η εξής: Στις δύο πλευρές του ανοίγματος μιας σκηνής, μεταξύ προσκηνίου και της αρχής των δυο τοίχων, σχηματίζοντας γωνία για να εξασφαλιστεί η προοπτική απ’ το κοινό και να μην καταστρέφει την κανονική ορατότητα, στέκουν δύο μπαλκόνια που υποτίθεται πως αποτελούν μέρος του όλου ορόφου.
Το στυλ των μπαλκονιών (δέκατος έβδομος αιώνας) είναι τόσο καλά διατηρημένο ώστε να μη μένει αμφιβολία για την τέλεια διατήρηση όλης της πρόσοψης του κτιρίου. Στο δεξιό και στον αριστερό τοίχο δύο πόρτες οδηγούν προς τις άλλες κάμαρες. Η κοινή είσοδος είναι στο βάθος δεξιά.

Από τον τοίχο αριστερά, ένα μέτρο περίπου απ’ την πόρτα, αρχίζει σε οριζόντια γραμμή ένας άλλος τοίχος που σχηματίζει στο κέντρο σχεδόν της σκηνής γωνία και πάει να ενωθεί διαγωνίως με τον τοίχο του βάθους, πλάι στην είσοδο.

Ο Εντουάρντο Ντε Φιλίππο (Νάπολη, 24 Μαΐου 1900 – Ρώμη, 31 Οκτωβρίου 1984) ήταν Ιταλός συγγραφέας και ηθοποιός.

Στον τελευταίο αυτό τοίχο ένα άλλο άνοιγμα με πόρτα από ακατέργαστο ξύλο, αφήνει να φαίνονται τα δυο πρώτα σκαλοπάτια μιας σκάλας που χάνεται στα παρασκήνια και που οδηγεί στην ταράτσα.
Πραγματικά, από ένα στρογγυλό παράθυρο που βρίσκεται στον τοίχο του βάθους αριστερά (αυτόν που τραβάει οριζοντίως από αριστερά προς τα δεξιά) μπορεί κανείς να βλέπει και να ελέγχει ποιος ανεβαίνει και ποιος κατεβαίνει απ’ την ταράτσα.
Απάνω στη σκηνή σκόρπια φύρδην μίγδην διάφορα πράγματα: πήλινα αγγεία, σκεύη της κουζίνας, καντηλέρια, δέματα, φάκελοι μικροί και μεγάλοι και μερικά έπιπλα.
Γενικά, απ’ την ακαταστασία και από την ποικιλία των αντικειμένων μαντεύει κανείς ότι κάποιος νέος ενοικιαστής κάνει κατοχή του διαμερίσματος.
Όταν ανοίγει η αυλαία η σκηνή είναι εντελώς σκοτεινή. Σε λίγο ακούγονται από μέσα βήματα και διαφαίνεται μια μικρή λάμψη κεριού.

***

ΡΑΦΑΕΛΕ (από μέσα): Τράβα μπροστά!.. Μπράβο, έτσι: εσύ τραβάς μπροστά κι εγώ σου φέγγω από πίσω. Έτσι κάναμε όταν φέραμε και τ’ άλλα πράγματα. Εγώ πρέπει να στέκω πάντα πίσω… Αυτό βάλτο καλά στο κεφάλι σου…
(Μπαίνει ένας αχθοφόρος κουβαλώντας δύο καρέκλες, μια βαλίτσα και πολλά ανδρικά καπέλα, το ένα μέσα στ άλλο, που μόλις κατορθώνει να τα ισορροπήσει στο κεφάλι του).
Ο Ραφαέλε που τον ακολουθεί του φωνάζει:

– Περίμενε, στάσου! Δεν ήρθε ακόμα το φως, τα πράγματα είναι όλα μέσ’ στη μέση και κινδυνεύουμε να σπάσουμε τα μούτρα μας. Μια στιγμή ν’ ανοίξω τα σκούρα του μπαλκονιού…
(Προχωρεί αβέβαιος και γυρισμένος προς το ένα μπαλκόνι. Έπειτα από μερικά βήματα σταματάει ξαφνικά και στρίβει κατά τον αχθοφόρο).
– Εσύ όμως μην κουνηθείς!…
(Ο τόνος της φωνής του είναι αλλαγμένος και αλλόκοτος).
– Εσύ προχωρούσες… Μα τι συμβαίνει, φοβάσαι; Έμπα, προχώρει…
(Ο αχθοφόρος προχωρεί λίγα βήματα).
– Μπράβο. Και μην κουνηθείς!
(Επιτέλους πλησίασε στο μπαλκόνι δεξιά και ανοίγει την πόρτα. Η σκηνή φωτίζεται a giorno).
– Δόξα σοι ο Θεός, φως!
(Ανοίγει και την πόρτα του άλλου μπαλκονιού).
– Τώρα είμαστε καλύτερα.
(Ο αχθοφόρος αφήνει τα πράγματα σε μια γωνιά της σκηνής και κάνει να φύγει. Σχεδόν θυμωμένος και φράζοντας το δρόμο του).
– Ώστε αλήθεια θέλεις να φύγεις;

ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ: Πάω να φέρω και τ’ άλλα πράγματα.
ΡΑΦΑΕΛΕ: Κι εγώ μένω μόνος. Ωραία ε; Βιάζεσαι; Σε λίγο έρχεται ο σύντροφός σου. Μόλις έρθει αυτός, φεύγεις εσύ…
ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ: Και το ντουλάπι; Πώς μπορώ να κουβαλήσω το ντουλάπι μόνος μου; Αυτό πάει δυο καντάρια!
ΡΑΦΑΕΛΕ: Τότε ας περιμένουμε την κυρία. Όταν έρθει αυτή, φεύγουμε εμείς. Έτσι μένει αυτή μόνη της εδώ μέσα…
(Από μέσα μπαίνει ο άλλος αχθοφόρος κουβαλώντας άλλες βαλίτσες, μια σκούπα, ένα ξεσκονιστήρι και διάφορα άλλα πράματα).
– Άφησέ τα όλα εδώ, χάμου.
(Ο αχθοφόρος τα’ αφήνει).
– Τι άλλο είναι ακόμα κάτω;
ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ: Σας είπα: το ντουλάπι.
(Προς τον άλλο αχθοφόρο).
– Πάμε, για τελευταία βόλτα.
(Κάνουν να φύγουν κι οι δύο).
ΡΑΦΑΕΛΕ: Μωρέ συ είσαι ξεροκέφαλος, το ξέρεις; Δε μπορείς να καταλάβεις πως, αν φύγετε σεις, θα ‘ρθω κι εγώ μαζί σας; Δε μπορώ ν’ αφήσω το σπίτι ανοιχτό. Έχω ευθύνη.
ΑΧΘΟΦΟΡΟΣ: Τότε λοιπόν πρέπει να στεκόμαστε εδώ, να χάνουμε τον καιρό μας;
ΡΑΦΑΕΛΕ: Γιατί όχι; Όταν κερδίζεις καιρό, χορταίνεις τα’ χα; Ή μήπως όταν χάνεις καιρό, φτωχαίνεις; Δεν είναι καλύτερα να τον χάνεις τον καιρό σου;… Ας περιμένουμε να ‘ρθει κάποιος. Εγώ μένω μαζί του κι εσείς κατεβαίνετε να κουβαλήστε το ντουλάπι…

 

***

 

«Αχ, αυτά τα φαντάσματα». Φρικιαστικές οπτασίες σε πράξεις τρεις. Του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο. Μετάφραση: Θεμ. Αθανασιάδης Νόβας. Εκδόσεις Δωδώνη.

 

***

 

 

 

Ο Εντουάρντο Ντε Φιλίππο ήταν νόθο παιδί του μεγαλύτερου Ναπολιτάνου πρωταγωνιστή, συγγραφέα και σκηνοθέτη εκείνης της εποχής, του Εντουάρντο Σκαρπέτα και της Λουΐζα Ντε Φιλίππο, ηθοποιού στο θίασο του Σκαρπέτα.
Όταν στα 11 του χρόνια ανακάλυψε ότι ήταν νόθος υπέστη τρομερό σοκ και η νοσηρή περιέργεια των ανθρώπων γύρω του λόγω της ασυνήθιστης, για την εποχή, περίπτωσης, τον έκανε να υστερεί σε ψυχική και πνευματική ισορροπία.

Μεγάλωσε στο θεατρικό περιβάλλον της Νάπολης και πήρε το βάπτισμα του πυρός στην ηλικία των 4 ετών σε ένα μικρό ρόλο γιαπωνέζου, στην οπερέτα γκέισα που είχε ανεβάσει ο πατέρας του. Μαζί με τα δύο αδέρφια του Τιτίνα και Πεππίνο δούλεψαν στη δεκαετία του ’20 σε διάφορα θέατρα και σιγά σιγά περνώντας από διάφορες δουλειές ως κομπάρσος, σκηνογράφος και διευθυντής σκηνής, έφτιαξε ένα πολύ καλό όνομα ως ηθοποιός αργότερα ως καλός συγγραφέας.

Η γλώσσα του θεάτρου του Εντουάρντο Ντε Φιλίππο ήταν η ναπολιτάνικη διάλεκτος, γιατί όπως έλεγε ο ίδιος δεν μπορούσε να γράψει σε άλλη γλώσσα. Στα ιταλικά θα ήταν σαν να έγραφε σε μια ξένη γλώσσα. Οι ηθοποιοί που διάλεγε ήταν όλοι Ναπολιτάνοι και συνήθως άνθρωποι που είχε δουλέψει πολύ καιρό μαζί τους, είχε δεσμό μαζί τους. Ενώ άφηνε στους ηθοποιούς αρκετή ελευθερία λόγω του ότι ήταν μπασμένοι σε αυτό το είδος της Commedia Dell’ Arte (χωρίς ωστόσο να έχουν φοιτήσει σε καμία θεατρική σχολή), επέμενε σε ορισμένα πράγματα, όπως να μην παρατραβούν ορισμένα αστεία…