Είκοσι διαχρονικά θεατρικά έργα που πρέπει να δούμε έστω και μία φορά στη ζωή μας

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr

Το θέατρο είναι μια μορφή ψυχαγωγίας που αρέσει πολύ στον άνθρωπο. Τι εννοούµε όμως όταν λέµε θέατρο; Το θέατρο είναι ο κλάδος της τέχνης που αναφέρεται στην απόδοση ιστοριών μπροστά σε κοινό, με τη χρήση κυρίως του λόγου, αλλά και της μουσικής και του χορού.

Από πρώτη άποψη θέατρο είναι ό,τι «παρίσταται» ως γεγονός, µέσα σε µια σύµβαση, της οποίας είτε γνωρίζουµε τους κανόνες της, είτε δεν τους γνωρίζουµε και συµµετέχουµε, από ένστικτο, οπότε τους δηµιουργούµε ως θεώµενα και θεατές.

Το θέατρο όµως αποτελεί παράλληλα και ένα τµήµα, ένα κοµµάτι της ζωής. Δηλαδή, σε ό,τι συµβαίνει γύρω µας είµαστε θεατές και θεώµενα -βλέποντες και παρατηρούντες.

Περνώντας από όλες τις φάσεις της η τέχνη του θεάτρου, από την αρχαιότητα µέχρι και σήµερα, είναι σαν το εργαλείο που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου ανάµεσα στους αιώνες, και άντεξε. Επιβίωσε λοιπόν, αφενός µε την αξιοπιστία του και αφετέρου µε τη διάσταση του διαλόγου του.
Ενός ανοιχτού διαλόγου που να µπορεί να απαντήσει τόσο στα καίρια προσωπικά µας ερωτήµατα, όσο και στις ευρύτερες προσδοκίες.

Υπάρχουν άραγε κάποια θεατρικά έργα που πρέπει να δει κάποιος έστω και μία φορά στη ζωή του;

Παρακάτω σας παρουσιάζουμε ορισμένα (είκοσι) θεατρικά έργα με διαχρονικές προσλαμβάνουσες που κάθε ενημερωμένος άνθρωπος οφείλει να παρακολουθήσει. Δεν είναι τα μόνα, είναι είκοσι ενδεικτικά που καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα της παγκόσμιας δραματουργίας.

1. «Ορέστεια» του Αισχύλου. H τριλογία «Αγαμέμνων», «Χοηφόροι» και «Ευμενίδες», γνωστή με το συλλογικό όνομα «Ορέστεια», είναι η μόνη τριλογία του Αισχύλου που σώζεται ολόκληρη.
Ο στυγερός και αιματηρός κύκλος των Ατρειδών παίρνει σάρκα και οστά στα τρία κορυφαία έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Η Ορέστεια καταπιάνεται με τρία μείζονα θέματα: την ύβρι, τον φόνο και την ενοχή, τα πραγματεύεται δε με αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια και βαθύτητα. Τα τρία δράματα της Ορέστειας περιπλέκονται γύρω από το μύθο του οίκου των Ατρειδών και τον χρονικό κύκλο που εκκινεί από την άλωση της Τροίας και καταλήγει στην ίδρυση του Αρείου Πάγου.
Οι θεατές της «Ορέστειας» αναμετρώνται με τις πράξεις των ηρώων, τα πάθη και τις επιλογές τους και εισέρχονται -κυρίως στο τελευταίο μέρος του μύθου (Ευμενίδες)- σε μια καινούργια κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, σύγχρονη της δικής τους.

2. «Οιδίποδας Τύραννος» του Σοφοκλή. Αποτελεί την κορυφαία στιγμή της δραματικής τέχνης του Σοφοκλή (ως πρότυπο τραγωδίας τη θεωρούσε ήδη ο Αριστοτέλης στην πραγματεία του Περὶ ποιητικῆς). Το έργο εκτυλίσσεται στη Θήβα, όπου βασιλεύει ο Οιδίπους, γιος -όπως πιστεύει ο ίδιος- του βασιλιά της Κορίνθου Πόλυβου και της γυναίκας του Μερόπης. Την Κόρινθο την είχε εγκαταλείψει εξαιτίας ενός χρησμού των Δελφών, σύμφωνα με τον οποίο θα σκότωνε τον πατέρα του και θα παντρευόταν τη μητέρα του. Οδεύοντας ωστόσο προς τη Θήβα είχε σκοτώσει σε ένα τρίστρατο τον βασιλιά της Θήβας Λάιο, αγνοώντας την ταυτότητά του. Όταν έφτασε στη Θήβα, έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας και για την ευεργεσία του προς την πόλη τον έκαναν βασιλιά και του έδωσαν ως γυναίκα τη χήρα βασίλισσα Ιοκάστη. Η πόλη όμως τώρα μαστίζεται από καταστρεπτική επιδημία. Η πλοκή της τραγωδίας αρχίζει από το σημείο αυτό. Το βασικό στοιχείο είναι ότι ένοχος είναι ο ίδιος και ότι, ενώ προσπάθησε να αποφύγει τη μοίρα του, στην πραγματικότητα υπήρξε άθυρμά της.

3. «Βάκχες» του Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης, που επινόησε τον από μηχανής θεό, φθάνει εδώ στο άλλο άκρο: δημιουργεί τον αμήχανο θεό. Ο Διόνυσος, μονάχος στο βάθος της σκηνής, αβέβαιος, σχεδόν τρομαγμένος. Η τελευταία φράση του είναι ένας ψίθυρος, μια άναρθρη απολογία: “Δεν φταίω εγώ για όλα αυτά. Άλλος τα αποφάσισε” ‒ και μάλιστα “από πολύ παλιά”. Υποτίθεται, ο Δίας. Και η οδύνη που δοκιμάζει ο θεατής των “Βακχών” για τα βάσανα των ανθρώπων μεταβάλλεται ξαφνικά σε οίκτο για τον αξιολύπητο, δειλό θεό που τα προκαλεί.

4. «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη. Η υπόθεση της κωμωδίας περιστρέφεται γύρω από έναν ποιητικό διαγωνισμό που οργανώνει στον κάτω κόσμο ο Διόνυσος ανάμεσα στον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Το έργο κριτικάρει τους νέους τραγικούς ποιητές αλλά και τον ίδιο τον Ευριπίδη. Εστιάζει ιδιαίτερα στην ειρήνη, τη δημοκρατία, τις νέες φιλοσοφικές ιδέες και την οικονομική, κοινωνική και ηθική κρίση της αθηναϊκής κοινωνίας της εποχής εκείνης. Οι «Βάτραχοι» είναι μια παράξενη κωμωδία με θέμα την αναζήτηση του χαμένου ποιητικού λόγου, όπου η κωμωδία συναντάει την τραγωδία.

5. «Πέρσες» του Αισχύλου. Η υπόθεση των «Περσών» ξεκινά να εκτυλίσσεται από ένα χρονικό σημείο μεταγενέστερο της συντριπτικής ήττας της περσικής δύναμης στη Σαλαμίνα. Σε καμία περίπτωση δεν επιχειρείται η λεπτομερής και ακριβής καταγραφή των ιστορικών γεγονότων. Προέχει μόνο να δοθεί μια εκδοχή της ιστορικής αλήθειας, έτσι όπως υπαγορεύει το θεατρικό είδος, ώστε να αναδειχθεί η διαχρονική ουσία των πραγμάτων.
Μέσα σε μια ατμόσφαιρα δραματική πρέπει να γίνει σαφής η αιτία του κακού και να κλείσει ο κύκλος των ολέθριων συνεπειών του. Ο Ξέρξης, υβριστής στρατηλάτης και φορέας της Άτης, είναι τραγικά ένοχος, αφού θυσιάζει αλόγιστα το “χώρας άνθος” στην προσωπική του ματαιοδοξία και επισύρει την τιμωρία του κολαστή Διός.
“Όταν ανθήσει η υπεροψία, καρποφορεί το στάχυ του ολέθρου και δάκρυα μόνο σου μένουν να θερίσεις”, υπογραμμίζει το φάντασμα του νεκρού Δαρείου. Πέρα όμως από την κατάχρηση εξουσίας και την ασέβεια, ύβρη στη συμπεριφορά του Ξέρξη συνιστά η πλημμελής εκτίμηση της δύναμης ενός κόσμου με μια ανώτερη μορφή πολιτικής οργάνωσης, τη δημοκρατία.

6. «Μήδεια» του Ευριπίδη. Η τραγωδία της «Μήδειας», αυτό το πιο ερωτικό έργο που γράφτηκε ποτέ, είναι ένα κείμενο εφιαλτικά στεγνό: σε καμία λέξη της Μήδειας δεν ακούμε τον παραμικρό ερωτικό ήχο, η μόνη τρυφερότητα που υγραίνει τον ξερό της λόγο είναι όταν μιλάει για τα παιδιά της. Υπάρχει μονάχα θυμός. Τίποτε άλλο. Με απέραντο θυμό, αλλά και με ψυχραιμία, απεργάζεται την καταστροφή του Ιάσονα: θα σκοτώσει τη νέα του γυναίκα και τον πατέρα της -αλλά θα σκοτώσει και τα παιδιά της, που είναι παιδιά του Ιάσονα. Αυτή η δεύτερη απόφασή της είναι από την αρχή παρμένη, η Τροφός, το έχει αμέσως καταλάβει, μας το έχει κιόλας πει πριν η Μήδεια μιλήσει για τα σχέδιά της. Τι είναι όλη αυτή η ασυγκράτητη μανία της αφανισμού -τιμωρία, εκδίκηση, δικαιοσύνη; Πόνος και «διευρυμένη» αυτοκτονία, όπου ο αυτοκτόνος παρασύρει στον θάνατό του όλους τους αγαπημένους; Και από πού προέρχεται -από τη ζήλια, τον ξεπεσμό και την ταπείνωση, τον πανικό της εξορίας; Από τις άχρηστες θυσίες της, από τη μάταιη ερωτική της γενναιότητα; Όλα αυτά, ένα προς ένα, τα προφέρει ή τα υπονοεί η Μήδεια μπροστά στον Χορό, μπροστά στον Ιάσονα, μπροστά μας. (…) Αυτή η ανάληψη, στο τέλος, της Μήδειας στον ουρανό, πάνω στο άρμα με τους φτερωτούς δράκοντες, είναι μια φαντασμαγορία που αποφασίζει ξαφνικά ο ποιητής να της χαρίσει. Σημαίνει τον ερωτικό της θρίαμβο.

7. «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Ατίθαση, επαναστάτρια και ισχυρογνώμων η ομώνυμη ηρωίδα της τραγωδίας δείχνει πως η ζωή είναι αγώνας. Μάχη για να κερδίσεις ιδανικά με τα οποία έχεις μεγαλώσει στη ζωή σου, αψηφώντας τον όποιο Κρέοντα σε περιορίζει. Καταργώντας τον όποιο θεϊκό νόμο της επιβάλλει κάτι ως ύβρη και ανήθικο. Ορίζει η ίδια το πλαίσιο των κανόνων της ζωή της και μας επιβάλλει να αγωνιζόμαστε για τα πάντα. Γιατί στο τέλος αυτοκτονεί για όλα τα πιστεύω της. Ακραίο αλλά με αυτό το τέλος αποδεικνύεται η βαθιά αγάπη σε αυτό που τοποθετείς κορυφαίο εσύ στη ζωή σου. Η ζωή είναι μια επανάσταση.

8. «Άμλετ» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ διεισδύει στα βάθη της ψυχής ατόμων με διαφορετικές ψυχολογικές διαταραχές και μεταπτώσεις, σύμφωνα με τον Φρόιντ. Όπως και στο προηγούμενο έργο, έτσι κι εδώ υπάρχει μια ιστορία εκδίκησης. Αλλά μια εκδίκηση υπό τη σκιά της συνεχούς και επαναλαμβανόμενης προσπάθειας του σαιξπηρικού ήρωα να αγωνιστεί πρώτα απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Εδώ ο Σαίξπηρ οδηγείται ένα βήμα παραπέρα από τον Σοφοκλή και επιβάλλει τη διεκδίκηση του δικαίου με μόνη προϋπόθεση να γνωρίσει κανείς τις αδυναμίες του και τα προτερήματά του. Και ενώ η Αντιγόνη αυτοκτονεί στο νυφικό της κρεβάτι, κάτι που κάνει και ο Άμλετ, ο δεύτερος πρώτα αναρωτιέται αυτό που αποτέλεσε το νόημα του σύγχρονου κόσμου. Πρέπει κάποιος να παραδώσει τα όπλα ή να πολεμήσει;

9. «Ταρτούφος» του Μολιέρου. Το γεγονός πως και σήμερα κάνουμε αναφορά στον «ταρτουφισμό» πολλών ανθρώπων αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο λόγω του οποίου επιλέχθηκε η συγκεκριμένη κωμωδία. Ο παραπάνω όρος αφορά όλους όσοι προσβάλλονται από έργα λόγω μιας συγκεκριμένης ηθικής, σεξουαλικής ή και θρησκευτικής ιδεολογίας που μπορεί να έχουν αυτά. Εξαιρετικά σύγχρονο, αν σκεφτεί κανείς πόσο φανατισμό δημιουργούν ορισμένες κατηγορίες ατόμων και κυρίως θρησκόληπτοι με αφορμή έργα, διαφημίσεις, τραγούδια και πολλά άλλα που προσβάλλουν τη δημόσια αιδώ.

10. «Ο Φάουστ» του Γκαίτε. Ανήκει στα έργα που έχουν απόλυτη καλλιτεχνική αξία. Εσωτερικός και εξωτερικός κόσμος συγχωνεύονται μέσα του και πλαστουργούνται σε ποιητική ενότητα που εκφράζει τον ανώτατο βαθμό αυτοσυνειδησίας του νεότερου Ευρωπαίου. Όση πρωτοτυπία και αν έχει η γερμανική φιλοσοφία και μεταφυσική και όσο και αν επηρέασε τη σύγχρονη πνευματική ζωή της λοιπής Ευρώπης, όμως δεν είναι αυτή που επισφράγισε το είδος του γερμανικού πνεύματος, αλλά η ποίηση του Γκαίτε και ιδιαίτερα ο Φάουστ, με τον οποίον ο ποιητής διεκδικεί την ισοτιμία με άλλα μεγάλα ποιητικά πνεύματα. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον Σαίξπηρ (1564-1616), που με το ανάστημά του κανείς από τους νεότερους δεν μπορεί να συγκριθεί, τότε ο Γκαίτε (1749-1832) παραμένει ο ποιητής της νεότερης εποχής. Μέσα του ολοκληρώνεται ο τραγικός άνθρωπος, ο οποίος γεννήθηκε με την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση.

11. «Τρεις αδερφές» του Άντον Τσέχωφ. Η Όλγα, η Μάσα και η Ιρίνα ζουν μαζί με τον αδερφό τους σε μια μικρή επαρχιακή πόλη και αναπολούν τις μέρες που έζησαν στη Μόσχα. Η περίφημη φράση «στη Μόσχα αδερφές μου, στη Μόσχα», μας καλεί να μη χάνουμε ποτέ την αναζήτηση ιδανικών στη ζωή. Να μην πάψει ποτέ να ονειρεύεται κανείς στη ζωή. Η Μόσχα είναι εκεί, μακριά αλλά υπάρχει. Μπορεί να μη φτάσουμε ποτέ σ’ αυτήν, όπως και οι ηρωίδες, αλλά αναζητώντας την θα γίνουμε πιο δυνατοί. Δεν είμαστε ούτε θα γίνουμε ποτέ ευτυχισμένοι. Μόνο αποζητούμε την ευτυχία. Η Μόσχα, τόπος γέννησης των τριών αδελφών, είναι η πατρίδα, όπου ονειρεύονται να ξαναγυρίσουν και συμβολίζει την απόδραση και τη σωτηρία, που οι αναμνήσεις έχουν εξιδανικεύσει. Στις “Τρεις αδελφές” περιέχονται όλα τα στοιχεία της ασύγκριτης τεχνικής του Τσέχωφ: θέματα καθημερινά και τετριμμένα, σε συνδυασμό με μια υποτυπώδη πλοκή, αλλά φορτωμένη από όνειρα, νοσταλγία, ελπίδα, ενθουσιασμό, διάψευση, χιούμορ, μελαγχολία και στοχασμό.

12. «Έντα Γκάμπλερ» του Χένρικ Ίψεν. «Επιτέλους, μια πράξη»! Η ατάκα-κραυγή ανήκει στην πιο μοναχική, αμετακίνητη και αυτοκαταστροφική ηρωίδα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, την Έντα Γκάμπλερ. Έντα Γκάμπλερ είναι το πατρικό της ονοματεπώνυμο και ο τίτλος του αριστουργήματος του Ίψεν. Από την πρεμιέρα του έργου το 1891 στο Μόναχο, στη Γερμανία, μέχρι σήμερα το πρόσωπο της ηρωίδας δεν έπαψε να απασχολεί τους μελετητές του θεάτρου και να αποτελεί ρόλο-φετίχ για τις ηθοποιούς όλου του κόσμου. Η λίστα με τις διάσημες ηθοποιούς που την ενσάρκωσαν είναι ατελείωτη.
Η Έντα Γκάμπλερ είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της εποχής της. Κόρη του στρατηγού Γκάμπλερ, παντρεμένη με τον αφοσιωμένο ερευνητή Γιόργκεν Τέσμαν, νιώθει να πνίγεται μέσα σ’ αυτόν τον άχρωμο γάμο της.
Λίγες μόνο ώρες μετά την επιστροφή τους από το πολύμηνο και μονότονο γαμήλιο ταξίδι τους, η Έντα έχει την ευκαιρία να διασκεδάσει την πλήξη της παίζοντας με τις τύχες των ανθρώπων. Ήταν ερωτευμένη κάποτε μ’ έναν φτωχό επιστήμονα και συγγραφέα, που θεωρούσε ως μοναδικό και πραγματικό έρωτα της ζωής της, τον Έιλερτ Λέβμποργκ. Επέλεξε, όμως, να παντρευτεί τον Τέσμαν, με τον όρο να ζήσουν μια πλούσια ζωή, γιατί εκείνη ήταν φτωχή. Του δείχνει όμως περιφρόνηση, σχεδόν μίσος, και τον κρατά μακριά της γιατί δεν δικαίωνε τις επιθυμίες της. Καταστρέφει τα πάντα γύρω της. Νιώθει εγκλωβισμένη. Ζητά την ελευθερία αλλά δεν τη βρίσκει, γι’ αυτό καταστρέφει τον περίγυρό της και τελικά αυτοκαταστρέφεται.

13. Ο «Πατέρας» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ. Ο μεγάλος συγγραφέας του μεταμοντερνισμού με αφορμή το θέμα της πατρότητας που αμφισβητείται, σαρκάζει την τραγική μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης που αναζητά διαρκώς απαντήσεις σε προαιώνια ερωτήματα για το αληθινό νόημα της ζωής και το κλειδί του μυστηρίου του σύμπαντος. Το έργο, γραμμένο το 1887, περιγράφει σε πρώτο επίπεδο τη συγκρουσιακή σχέση ενός ζευγαριού, με αφορμή μια διαφωνία ως προς την ανατροφή και τον τόπο διαμονής της κόρης τους. Στην πραγματικότητα όμως, ο Στρίντμπεργκ έχει γράψει ένα έργο για τον έρωτα και ταυτόχρονα τη σκληρότητα στη σχέση των συζύγων, τη μέχρι τελικής εξόντωσης «μάχη» άντρα και γυναίκας για την επιβολή στην οικογένεια και στη σχέση και για την καταλυτική δύναμη της αμφιβολίας που μπορεί έως και να καταστρέψει τον φέροντα αυτήν, από τη στιγμή που μεταστρέφεται σε υπαρξιακή αγωνία απέναντι σε Θεό και ανθρώπους.

14. Το «Φιντανάκι» του Παντελή Χορν. Αν και μας χωρίζουν σχεδόν εκατό χρόνια από την εποχή που γράφτηκε το έργο, το θέμα του μοιάζει να είναι εξαιρετικά οικείο. Κομβικό σημείο είναι η σύγκρουση της οικονομικής ανάγκης των ηρώων με τις επιθυμίες τους. Το «Φιντανάκι» του Παντελή Χορν είναι δραματικό έργο της αθηναϊκής γειτονιάς του Μεσοπολέμου και γράφτηκε το 1921. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα της εν λόγω εποχής. Οι οικονομικές όσο και οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλη την Ευρώπη (για παράδειγμα ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος, η εκβιομηχάνιση), επηρέαζαν ουσιαστικά και ριζικά -εκτός των άλλων- τα πολιτιστικά δρώμενα. Η Ελλάδα, επίσης, βίωσε τον εθνικό διχασμό μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως και την απογοήτευση για τον μεγαλοϊδεατισμό και τις εδαφικές της διεκδικήσεις. Παράλληλα, η αστάθεια σε όλα τα επίπεδα της ζωής, αποτέλεσε αιτία για οικονομικό μαρασμό, όπως και για μια σειρά αδιέξοδων πολιτικών επιλογών. Το αποτέλεσμα ήταν να αναδυθούν σημαντικά εσωτερικά προβλήματα, που κατέληξαν σε δικτατορίες αλλά και εμφύλιο σπαραγμό.

15. «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς. Η Μπλανς, μια καθηγήτρια από τις Νότιες Πολιτείες, επισκέπτεται μετά τον πλειστηριασμό της οικογενειακής περιουσίας της την αδελφή της Στέλλα, που ζει με τον άντρα της Στάνλεϊ Κοβάλσκι στη Νέα Ορλεάνη. Ο Κοβάλσκι, που ως Πολωνός μετανάστης και εργάτης αντιμετωπίζεται υποτιμητικά από την Μπλανς, καθηλώνει τη Στέλλα με τον οξύθυμο και επιβλητικό χαρακτήρα του σε μία σχέση που κυριαρχείται από το ωμό πάθος. Η υπερευαίσθητη και κάπως υπερβολική Μπλανς, τονίζοντας την ευγενή καταγωγή και την καλή ανατροφή της, μπαίνει στο στόχαστρό του και ενδόμυχα γεννιέται ένας κρυφός πόθος. Όσο περνά ο καιρός, αποκαλύπτονται μυστικά του παρελθόντος της Μπλανς και λόγω της συγκατοίκησης δημιουργούνται εντάσεις και πολλαπλά ξεσπάσματα που αφαιρούν ένα ένα τα πέπλα από τους πολύπλοκους χαρακτήρες των ηρώων. Εν τέλει το όριο μεταξύ λογικής και παράνοιας γίνεται όλο και περισσότερο θολό, με αποτέλεσμα το ολέθριο τέλος. Ο ήρωες που ψάχνουν τη χαµένη αγνότητα, που αναζητούν τη φυγή από το πέρασµα του χρόνου ή ένα καταφύγιο, εκδιωγµένοι καθώς είναι από µια κοινωνία που δεν τους καταλαβαίνει.

16. «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο. Ένας θίασος, μ’ επικεφαλής το σκηνοθέτη – διευθυντή του, προσπαθεί να “κατασκευάσει” ένα θεατρικό δράμα, ξεκινώντας από ένα διήγημα (του ίδιου του Πιραντέλο, φυσικά). Ο σκηνοθέτης θέλει να υποτάξει την ιστορία, τα πρόσωπα και τους ηθοποιούς στις δικές του αντιλήψεις για το θέατρο, σε σχήματα και φόρμουλες, σε εφέ καλά οργανωμένου θεατρισμού. Αλλά οι ηθοποιοί “ντύνονται” τόσο πολύ τους ρόλους τους, οι ρόλοι “μπαίνουν” τόσο πολύ μέσα στους ηθοποιούς, που αυτοί, αγανακτισμένοι με τις συνταγές του σκηνοθέτη, τον διώχνουν πυξ και λαξ απ’ το θέατρο και μένουν μόνοι τους να ζήσουν τα μέρη που υποδύονται. Δεν είναι πια ο ηθοποιός Α, η καρατερίστα Β, ο ρολίστας Γ – είναι τα πρόσωπα της ιστορίας, μιας ιστορίας ζήλιας, “της πιο τρομερής ζήλιας που υπάρχει, της ζήλιας για το παρελθόν”, που κυριεύει έναν άντρα για τη γυναίκα του και τον κάνει να μανιάζει στη σκέψη πως εκείνη μπορεί να ονειρεύεται την εποχή της εύθυμης νιότης της…

17. «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ. Το πιο κλασικό και κοινωνικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα, γραμμένο λίγα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι ήρωες περιμένουν τον περίφημο Γκοντό, κάθε μέρα στο ίδιο σημείο. Μέσα σε ένα κλίμα ζοφερό οι τραγικές φιγούρες είναι εξαιρετικά σύγχρονες περιμένοντας απεγνωσμένα κάποιον για να τους σώσει. Κάτι που κάνει και ο σημερινός Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος, Σύριος και κάθε -τέλος- πάντων άνθρωπος. Περιμένει κάτι ανώτερο να εμφανιστεί. Το μυστικό είναι να μη σταματήσουμε ποτέ να περιμένουμε, όπως και οι ήρωες τους οποίους η αυλαία τους αφήνει στο ίδιο σημείο, χωρίς να γνωρίζουμε τι απέγιναν. Μπορεί και κάποτε να συνάντησαν τον Γκοντό και να μην το μάθαμε.

18. «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρτ Άλμπι. Το έργο έσκασε κυριολεκτικά σαν βόμβα στην Αμερική των αρχών του 1960 και αποδεικνύει ακόμη και σήμερα το θάνατο του αμερικανικού, ελληνικού και οποιουδήποτε ονείρου. Ένα σαλόνι ως πεδίο μάχης. Μια νύχτα που θα φτάσει ως το ξημέρωμα. Δύο ζευγάρια ξενυχτούν, πίνουν και παίζουν τα πιο επικίνδυνα παιχνίδια: αυτά που θα γκρεμίσουν κάθε ζωτικό ψεύδος και θα φέρουν, με το φως της αυγής, την αλήθεια στο φως. Ο Τζωρτζ κι η Μάρθα είναι οι παίκτες: στήνουν όλα τα παιχνίδια αλληλοεξόντωσης, εμπλέκουν τον Νικ και τη Χάνι, το νεαρό ζευγάρι, στήνουν παγίδες, ξεσκίζουν και ξεσκίζονται. Και μόνον έτσι επιβιώνουν. Είναι παντρεμένοι πάνω από είκοσι χρόνια, κι η οικειότητά τους, όπως πάντα, γεννά περιφρόνηση. Εκείνος είναι ένας παραιτημένος καθηγητής Ιστορίας σε Πανεπιστήμιο κι εκείνη κόρη του Πρύτανη. Έπειτα από μια δεξίωση του πατέρα της, η Μάρθα προσκαλεί το νεαρό ζευγάρι στο σπίτι τους γιατί «ο Μπαμπάς είπε να τους φερθούμε καλά». Στο ξημέρωμα, όταν το πάρτι τελειώσει, κανείς τους δεν είναι πια ο ίδιος. Κι ό,τι έχει γκρεμιστεί, πρέπει να χτιστεί ξανά, με θεμέλιο την αλήθεια. Και την αγάπη. Ο Άλμπι αναφέρει σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του τα εξής: «Οι άνθρωποι λένε ψέματα στον εαυτό τους για το ποιοι είναι και πώς βλέπουν τον εαυτό τους. Το έργο μου αφορά την ανικανότητά μας να είμαστε αντικειμενικοί με τον εαυτό μας».

19. «Ο ματωμένος γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Το έργο ξενικά με τον αρραβώνα του νέου και της νέας. Ένα σύννεφο όμως απειλεί τη χαρά του γάμου που θα επακολουθήσει. Η νύφη είναι ακόμη ερωτευμένη με τον Leonardo, την οικογένεια του οποίου χωρίζει αίμα με την οικογένεια του γαμπρού. Οι Felix έχουν σκοτώσει τον πατέρα και τον αδελφό του. Την απειλή του αίματος που πλανιέται γύρω από τη γαμήλια ατμόσφαιρα τη συλλαμβάνει η μάνα του γαμπρού. Το πρωί του γάμου ο Leonardo επισκέπτεται τη νύφη. Εκείνη αρνείται τις προτάσεις του. Μόλις όμως τελειώνει η γαμήλια τελετή υποκύπτει στο πάθος της. Φεύγει μαζί με τον Leonardo. O γαμπρός παίρνει το δρόμο του δάσους, όπου κρύβεται το ζευγάρι των μοιχών. Εκεί οι δύο άντρες θα αναμετρηθούν και θα σκοτωθούν. Το δράμα κλείνει με το θρήνο των γυναικών, μάνας, πεθεράς, νύφης και του χορού με τις μοιρολογήτρες.
Το έργο υπογραμμίζει την πειθήνια υποταγή των γυναικών που αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου, η οποία τους αρνείται την κοινωνική ή ερωτική ισότητα.

20. «Πάρτι γενεθλίων» του Χάρολντ Πίντερ. Ένα έργο που μέσα από κωμικές και τραγικές καταστάσεις παραμένει αινιγματικό και τρομακτικό. Kαι σε αυτό το έργο, όπως στα περισσότερα του Πίντερ, μία φαινομενικά κοινότοπη κατάσταση σταδιακά φορτίζεται με απειλή, τρόμο και μυστήριο, παράλληλα με τη λεπτομερή αποτύπωση των διακυμάνσεων και την ηθελημένη παράλειψη μιας εξήγησης ή ενός κινήτρου της δράσης. Ο συγγραφέας υφαίνει μια υποτυπώδη υπόθεση: μια ομάδα που ζει σε ένα μικροαστικό αγγλικό σπίτι και κάποια στιγμή οργανώνεται ένα πάρτι γενεθλίων για τον ένα τους.
Ιστορικός χρόνος δεν ορίζεται, δηλώνεται όμως των ατόμων μέσα από τη ροή του. Επίσης δεν δηλώνεται το ενδιαφέρον κάθε ατόμου για τα υπόλοιπα, μιας και η διαβρωτική απομάκρυνση του καθενός από τα άλλα έχει ήδη συντελεστεί. Με αυτή την αδιαφορία όλων προς όλους δηλώνεται και ο κύριος στόχος του συγγραφέα: να καταδείξει ότι έχει προϋπάρξει η διάλυση του κοινωνικού ιστού που συνάρμοζε τα άτομα προγενεστέρων εποχών σε ένα φαινομενικά ενιαίο σύνολο, ένα σύνολο που αντιμετώπιζε με αίσθημα συλλογικής ευθύνης κάθε κοινό πρόβλημα. Το έργο ο Πίντερ το έγραψε νέος, 27 ετών, και το 1958 όταν πρωτοπαίχτηκε αποδοκιμάστηκε ολοκληρωτικά.

***

Μπορεί να μην έχουμε βρει απάντηση στο αν αξίζει να ζούμε όπως μας ρωτά ο Άμλετ, να μην έχουμε πάει στη δική μας “Μόσχα”, να μην έχουμε υπερασπιστεί τη χαμένη αγνότητα της Μπλανς, να μην έχουμε παίξει με τα πιστόλια της Έντα και να μη συναντήσαμε ακόμα τον Γκοντό… Πρέπει όμως να σκοτώσουμε την όποια ψευδαίσθηση υπάρχει μέσα μας και να συμφιλιωθούμε με την πραγματικότητα ή να αφήσουμε το θέατρο να μας ταξιδεύσει;